Σάββατο 24 Ιούνη 2017
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 11
ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΡΟΠΗΣ - ΕΚΤ
«Αβεβαιότητες» και «γεωπολιτικά ρίσκα» για το κεφάλαιο, που θα πληρώσουν και πάλι οι λαοί

Από την πρόσφατη σύνοδο των «G7». Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί συνεχίζουν να αποτελούν την πηγή των «αβεβαιοτήτων» που καλούνται να πληρώσουν οι λαοί

Copyright 2017 The Associated

Από την πρόσφατη σύνοδο των «G7». Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί συνεχίζουν να αποτελούν την πηγή των «αβεβαιοτήτων» που καλούνται να πληρώσουν οι λαοί
Μια σειρά από αβεβαιότητες στην ελληνική οικονομία διαβλέπει σε πρόσφατη έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) συνεχίζει να εστιάζει σε κινδύνους γύρω από τους ρυθμούς της καπιταλιστικής ανάκαμψης, εξαιτίας και των «γεωπολιτικών εντάσεων» καθώς και άλλων παραγόντων στην παγκόσμια οικονομία και την Ευρωζώνη.

Βέβαια, οι γενικότερες εξελίξεις ακουμπάνε και την ελληνική οικονομία, σε μια εξέλιξη που έρχεται να εντείνει τα αντιλαϊκά ανακλαστικά των ευρωπαϊκών θεσμών. Σε αυτό το επίπεδο, η ΕΚΤ στο πρόσφατο «οικονομικό δελτίο» της, δίνοντας έμφαση σε οικονομίες με υψηλά κρατικά χρέη (όπως η ελληνική) χαρακτηριστικά τονίζει: «Οι χώρες οφείλουν να συνεχίσουν τις δημοσιονομικές τους προσπάθειες σε πλήρη συμμόρφωση με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ειδικότερα για τις χώρες με υψηλό χρέος, απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες προσαρμογής, προκειμένου ο λόγος δημόσιου χρέους/ΑΕΠ να τεθεί σταθερά σε καθοδική τροχιά, καθώς τα υψηλά επίπεδα χρέους τις καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτες σε περίπτωση τυχόν νέας αστάθειας στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή απότομης ανάκαμψης των επιτοκίων».

Βέβαια, οι κίνδυνοι που εντοπίζει «καραδοκούν» και ενόψει των σχεδίων για τη διέξοδο του ελληνικού κράτους για νέα δάνεια από τις διεθνείς χρηματαγορές, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται στη συνέχεια για τα αντιλαϊκά παζάρια γύρω από τους τρόπους «ελάφρυνσης».

Γεωπολιτικοί κίνδυνοι

«Η αβεβαιότητα πολιτικής έχει αυξηθεί παγκοσμίως, με ανησυχίες για πιο εσωστρεφείς πολιτικές, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις παραμένουν αυξημένες», τονίζει η ΕΚΤ στο οικονομικό δελτίο της, και όπως αναφέρει «ορισμένοι από αυτούς τους κινδύνους έχουν πιο τοπικό ή περιφερειακό χαρακτήρα, ενώ άλλοι έχουν πιο παγκόσμια διάσταση, οι δε πιθανότητες υλοποίησης και οι συνέπειές τους είναι δύσκολο να εκτιμηθούν».

Οπως διαπιστώνεται με βάση και τα δεδομένα προηγούμενων περιόδων, «οι γεωπολιτικές εντάσεις αποτελούν βασικό καθοδικό κίνδυνο για την ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, παρόλο που το μέγεθος και ο τόπος εκδήλωσής τους ποικίλλουν διαχρονικά, από τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή και τις εντάσεις με τη Βόρειο Κορέα και στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, μέχρι τις πολιτικές εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και ΕΕ και τις συνέπειές τους για τις προσφυγικές ροές προς την ΕΕ», ενώ σύμφωνα με έναν «δείκτη γεωπολιτικών εντάσεων» που έχει καταρτίσει η ΕΚΤ, από τις αρχές του 2016 μέχρι τις αρχές του 2017 καταγράφεται περίπου σταθερό επίπεδο.

Επιπλέον, συνεχίζεται να γίνεται λόγος για αβεβαιότητες μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης στις ΗΠΑ και για το ενδεχόμενο «εσωστρεφών πολιτικών» με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τις ροές του παγκόσμιου εμπορίου. Σε ό,τι αφορά τον παράγοντα του Brexit, η ΕΚΤ θεωρεί ότι «οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι δυσμενών επιπτώσεων εξακολουθούν να υφίστανται», ωστόσο οι άμεσες επιδράσεις ήταν πιο ήπιες από τις αρχικά αναμενόμενες. Συμπερασματικά, η ανάλυση της ΕΚΤ δείχνει ότι οι υφιστάμενοι «καθοδικοί κίνδυνοι» για την παγκόσμια ανάπτυξη ελαττώθηκαν μεν το προηγούμενο έτος, αλλά δεν εξαλείφθηκαν.

Επιπλέον, όπως επισημαίνεται, εντοπίζονται και νέοι κίνδυνοι. Σε αυτήν την κατηγορία αναφέρονται παράγοντες όπως «οι προθέσεις της νέας αμερικανικής κυβέρνησης στους τομείς της δημοσιονομικής και, κυρίως, της εμπορικής πολιτικής» που με τη σειρά τους «θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές αρνητικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία».

Σχετικά με τις προοπτικές στην οικονομία της Κίνας, η ΕΚΤ εκτιμά πως «οι ενέργειες πολιτικής που χρησιμοποιήθηκαν για να στηρίξουν τη δραστηριότητα βοήθησαν να μετριαστούν οι ανησυχίες σχετικά με τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές», ωστόσο «οι μεσοπρόθεσμες ευπάθειες παραμένουν αυξημένες».

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την ΕΚΤ η αναμενόμενη σταδιακή ανάκαμψη στην παγκόσμια οικονομία βασίζεται σε μια σειρά σημαντικών παραδοχών σχετικά με την πολιτική που θα εφαρμοστεί και συναρτάται σε μεγάλο βαθμό με τη συνέχιση της στήριξης από πλευράς νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής.

Με βάση τα παραπάνω εκτιμούν πως «ενώ ορισμένοι κίνδυνοι φαίνεται να έχουν περιοριστεί», ωστόσο «στις παγκόσμιες προοπτικές εξακολουθούν να επικρατούν καθοδικοί κίνδυνοι».

«Καθοδικοί κίνδυνοι» για την ανάκαμψη, «αβεβαιότητες» για χρέος και πλεονάσματα

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αποκαλυπτικό για το γεγονός ότι τις «αβεβαιότητες» για την ανάκαμψη της εγχώριας καπιταλιστικής οικονομίας και την επιτυχία του νέου «εθνικού στόχου» του κεφαλαίου για έξοδο στις αγορές θα κληθούν να τα πληρώσουν πολύ ακριβά οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, αποτελεί έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που διέρρευσε μέσα στη βδομάδα στον Τύπο.

Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, τονίζεται ότι:

  • «Υπάρχουν σημαντικοί καθοδικοί κίνδυνοι στην ανάπτυξη», που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού και τις τάσεις της συνολικής παραγωγικότητας. Επισήμανση που έχει να κάνει με τα πρόσθετα μέτρα έντασης της εκμετάλλευσης, αλλά και τις νέες ανατροπές των ασφαλιστικών δικαιωμάτων που βρίσκονται στα σκαριά.
  • «Υπάρχει αβεβαιότητα γύρω από την ικανότητα των ελληνικών κυβερνήσεων να διατηρήσουν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για αρκετές δεκαετίες». Διαπίστωση που δείχνει το πώς τα ματωμένα πλεονάσματα στα οποία συμφώνησε η κυβέρνηση για πολλά ακόμα χρόνια θα λειτουργούν μόνιμα σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το λαό και σαν μοχλός νέων αντιλαϊκών μέτρων και ανατροπών.
  • Οι «ανάγκες» εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους διαμορφώνονται στο 9,3% του ΑΕΠ το 2020, ενώ το ελάχιστο όριο για τυχόν παρεμβάσεις έχει τεθεί στο 15% για τη «βραχυπρόθεσμη περίοδο», σύμφωνα με την απόφαση του Γιούρογκρουπ, και στο 20% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα.
  • Με βάση το δυσμενές σενάριο σχετικά με τους ρυθμούς της ανάκαμψης, η δυναμική του κρατικού χρέους απογειώνεται από τα μέσα του 2030 και στη συνέχεια και διαμορφώνεται στο 241% του ΑΕΠ το 2060.
  • Τα σενάρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιλαμβάνουν και έντονες αβεβαιότητες σχετικά με τη «βιώσιμη» πρόσβαση για νέα κρατικά δάνεια από τις διεθνείς χρηματαγορές. Σύμφωνα με τις προβλέψεις τους, το μέσο επιτόκιο για την αναχρηματοδότηση - «ανακύκλωση» των υφιστάμενων κρατικών δανείων μετά το 2018 θα διαμορφώνεται στις χρηματαγορές στο 4,6%, δηλαδή σε μη διαχειρίσιμα επίπεδα.
  • Τέλος, τα αδιάθετα ποσά του ΕSM για τη χρηματοδότηση του ελληνικού κράτους, στο πλαίσιο του τρέχοντος μνημονίου (μέχρι 86 δισ. ευρώ), προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 27,5 δισ. ευρώ. Να σημειωθεί ότι στο τραπέζι υπάρχει και η πρόταση για την «αξιοποίηση» τμήματος των αδιάθετων κεφαλαίων, ως «απόθεμα ασφαλείας», σε εξέλιξη που βέβαια θα συνδεθεί και με νέα αντιλαϊκά μέτρα, πέρα και πάνω από αυτά που ήδη ψηφίστηκαν για το 2019 - 2020, σχετικά με την περαιτέρω μόνιμη κατακρεούργηση των συντάξεων και του αφορολόγητου ορίου.

Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org