Σάββατο 27 Ιούνη 2015
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 10
ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
Η Ενέργεια στο επίκεντρο των ανταγωνισμών

Για τη Σύνοδο των κρατών του «G7» τα ρεπορτάζ των αστικών ΜΜΕ ήταν φειδωλά και εστίασαν κυρίως στην απόφασή τους για συνέχιση των κυρώσεων στη Ρωσία, λόγω της ουκρανικής κρίσης, αποτέλεσμα ενδοαστικών αντιθέσεων στην Ουκρανία και ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών - ΗΠΑ και Γερμανίας κόντρα στη Ρωσία, έστω και ολίγον διαφοροποιημένη, λόγω ενεργειακής εξάρτησης της Γερμανίας από τη Ρωσία.

Σύμφωνα όμως με ρεπορτάζ του ΑΠΕ, για την Αγκελα Μέρκελ η επιτυχία της Συνόδου εξαρτιόταν από το αν θα επιτύγχανε συμφωνία στο θέμα της κλιματικής αλλαγής. Με την απόφαση να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη σε κάτω από δύο βαθμούς σε σχέση με την προ-βιομηχανική εποχή. Και αυτή η απόφαση πάρθηκε.

«Η καγκελάριος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την επίτευξη αυτής της συμφωνίας, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί ένα αναγκαίο βήμα για μια ευρύτερη συναίνεση στη Σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα που θα πραγματοποιηθεί σε λίγους μήνες στο Παρίσι. Αν η G7 δεν κατέληγε σε συμφωνία, είπε, η σύνοδος του Παρισιού θα είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας. Η Ιαπωνία και ο Καναδάς είχαν επιφυλάξεις, αλλά τελικά υποχώρησαν. "Η όλη υπόθεση του κλίματος αποτέλεσε μια δύσκολη διαπραγμάτευση", είπε η Α. Μέρκελ στους δημοσιογράφους μετά το τέλος της Συνόδου, προσθέτοντας ότι όλοι συμφωνούν πως ο πλανήτης πρέπει να πάψει να εξαρτάται από τα ορυκτά καύσιμα».

Εδώ λοιπόν βρίσκεται το μυστικό της υπόθεσης. Να πάψει να εξαρτιέται ο πλανήτης από τα «ορυκτά καύσιμα». Σύμφωνα με την ιστοσελίδα econews (είναι υπέρ των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας) «οι ηγέτες των "πλουσιότερων" χωρών του πλανήτη - Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Ιταλία και Καναδάς - συμφώνησαν να «εξαλείψουν την εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από τον άνθρακα έως τα τέλη του αιώνα».

Μάλιστα, στο ανακοινωθέν που εκδόθηκε μετά το πέρας των συνομιλιών που έλαβαν χώρα σε ένα επιβλητικό κάστρο της Βαυαρίας, στη νότια Γερμανία, γίνεται μνεία στην «ισχυρή αποφασιστικότητα» των «G7», ώστε να υπογραφεί μια δεσμευτική παγκόσμια συμφωνία για τις εκπομπές ρύπων στη διάσκεψη για το κλίμα που θα λάβει χώρα στο Παρίσι το Δεκέμβρη.

Οσο για τον ενδιάμεσο στόχο για τους ρύπους, συμφώνησαν η μείωσή τους να πλησιάσει το 70% μέχρι το 2050.

Ως υποκατάστατα των ορυκτών καυσίμων οι ηγέτες των G7 απηύθυναν έκκληση για τη ριζική και ολική στροφή της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας προς τις ανανεώσιμες και πυρηνικές πηγές μέχρι το 2050».

Ανταγωνισμοί αλλά και διακρίσεις...

Φαίνεται, λοιπόν, ότι γύρω από τον άνθρακα ως καύσιμο για την παραγωγή Ενέργειας εκφράζονται αντιθέσεις. Που έχουν σχέση με την παραγωγή Ενέργειας, τις πηγές της, το κόστος της, επομένως και ανταγωνισμοί ανάμεσα στα μονοπώλια διαφορετικών τομέων Ενέργειας, όπως επίσης και στα μονοπώλια κατασκευής μέσων παραγωγής Ενέργειας διαφορετικών τομέων Ενέργειας. Η Ενέργεια και η τιμή της επιδρούν σε ολόκληρη την οικονομία.

Για παράδειγμα, το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι πολύ μικρότερο με τη χρήση άνθρακα σε σύγκριση με την παραγωγή της από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Ακόμη και από τη χρήση φυσικού αερίου ως καύσιμο. Να θυμίσουμε εδώ το παράδειγμα της Ελλάδας στην οποία η τρόικα, δηλαδή η Κομισιόν, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ, επιβάλλουν την ιδιωτικοποίηση του λιγνίτη, ώστε η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ιδιωτικά μονοπώλια να μπορεί να χρησιμοποιεί λιγνίτη και το απαιτούν ως στοιχείο ανταγωνισμού, δηλαδή να μην είναι η ΔΕΗ σε πλεονεκτικότερη θέση από τα άλλα μονοπώλια.

Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα αναπτύσσονται επιχειρηματικοί όμιλοι ΑΠΕ, που πουλάνε το ηλεκτρικό ρεύμα στη ΔΕΗ κάτω από το κόστος τους, αφού είναι μεγαλύτερο απ' αυτό της ΔΕΗ. Και με πολιτική απόφαση, με νόμο του κράτους δηλαδή, έχει επιβληθεί τέλος ΑΠΕ που πληρώνεται από το λαό μέσω λογαριασμών ΔΕΗ και αποδίδεται στους επιχειρηματικούς ομίλους ΑΠΕ για να έχουν κέρδη.

Δεν αντιλέγει κανείς ότι η καύση άνθρακα επιβαρύνει το περιβάλλον, τη Δημόσια Υγεία, αλλά αυτό το κάνει και το πετρέλαιο. Ούτε για τις προθέσεις τους για το κλίμα και την αντιμετώπιση της επιβάρυνσης. Αλλωστε, και αυτή τη μετράνε με κόστος.

Η απόφαση όμως των «G7» φαίνεται να έχει άλλα κίνητρα γιατί είναι μονοβαρής. Δεν τόλμησε να αποφασίσει μείωση χρήσης ως καύσιμου του πετρελαίου. Αλλωστε, παρά το ότι η Α. Μέρκελ πρωτοστάτησε στην απόφαση, καθοριστικός παράγοντας είναι οι ΗΠΑ. Από τους μεγαλύτερους στον κόσμο παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μια απόφαση περιορισμού χρήσης του πετρελαίου θα ξεσήκωνε όλα τα πετρελαιοπαραγωγά κράτη.

Ενίσχυση των επιχειρηματικών ομίλων ΑΠΕ

Ουσιαστικά, η συγκεκριμένη απόφαση των «G7», ενισχύει τα μονοπώλια των υδρογονανθράκων, τα μονοπώλια κατασκευής μέσων παραγωγής ΑΠΕ, αλλά και μονοπώλια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, (φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, ηλιοθερμική παραγωγή, βιοκαύσιμα κ.λπ.). Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της BP, με τίτλο «Energy Outlook 2035», η χρήση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή θα αυξηθεί κατά 768% στην Κίνα, κατά 539% στην Ινδία και κατά 227% στη Βραζιλία έως το 2035, καθώς η ζήτηση για Ενέργεια θα εκτοξευθεί. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η χρήση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή θα αυξηθεί κατά 177%.

Η επιδιωκόμενη στροφή σ' αυτές τις πηγές, έχει σχέση επίσης με δύο παράγοντες: Ο ένας η ενεργειακή εξάρτηση κρατών όπως η Γερμανία, η Κίνα, η Ινδία κ.λπ. Ο δεύτερος η ανάγκη προώθησης των μέσων παραγωγής για ΑΠΕ, η προώθηση της λεγόμενης «πράσινης ανάπτυξης». Τμήματα του κεφαλαίου, επομένως, που δραστηριοποιούνται στον τομέα ΑΠΕ, ενισχύονται όταν «βγει από τη μέση» ένας ανταγωνιστής όπως το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται τόσο στην εξόρυξη άνθρακα, όσο και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα. Που, επίσης, θα αναγκαστούν είτε να αλλάξουν καύσιμο, (π.χ. χρήση πετρελαίου ή φυσικού αερίου), είτε να εφαρμόσουν αντιρρυπαντική τεχνολογία για τον άνθρακα και να μειώσουν δραστικά την εκπομπή ρύπων άρα και τη μόλυνση του περιβάλλοντος (είναι όμως αρκετά δαπανηρό και ανεβάζει το κόστος παραγωγής, άρα χάνεται το πλεονέκτημα του μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους και της πιο ανταγωνιστικής τιμής), είτε να περάσουν σταδιακά σε άλλον τομέα. Τόσο στη Γερμανία όσο και στην Κίνα έχουν αναπτυχθεί μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που παράγουν φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, ηλιοθερμικά κ.λπ. Μάλιστα, το 2013 η Κίνα διαμαρτυρήθηκε, επειδή η Γερμανία έβαλε δασμούς στην εισαγωγή φωτοβολταϊκών από την Κίνα, τα οποία είχαν τιμή 50% μικρότερη από τα γερμανικά.

Ολα αυτά, λοιπόν, λύνονται με πολιτικές αποφάσεις, όπως, για παράδειγμα, αυτή η απόφαση στη Σύνοδο των «G7». Στη συνέχεια, επιβάλλονται με νόμους του κάθε κράτους. Βεβαίως, για την ώρα υπάρχει και η Σύνοδος των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα που θα πραγματοποιηθεί στο Παρίσι, αλλά και κατά πόσο θα ανταποκριθούν οι επιχειρηματικοί όμιλοι παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με άνθρακα να εφαρμόσουν την απόφαση. Οι ηγέτες των «G7» απηύθυναν έκκληση για στροφή στις ΑΠΕ. Πώς ακριβώς θα εφαρμοστεί μένει να το δούμε.

Ανταγωνισμοί και τιμές

Το γεγονός ότι αυτή η υπόθεση των ορυκτών καυσίμων για παραγωγή Ενέργειας, (άνθρακας), αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού, φαίνεται και από το εξής:

Σε πρόσφατο ρεπορτάζ της ιστοσελίδας econews (20/5/2015) αναφέρεται ότι σύμφωνα με εκτίμηση του ΔΝΤ, «οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων απολαμβάνουν επιδοτήσεις της τάξης των 5,3 τρισ. δολαρίων ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί σε 10 εκατομμύρια δολάρια για κάθε λεπτό που περνάει. Τα 5,3 τρισ. δολάρια υπέρ των βρώμικων καυσίμων (λιθάνθρακας, λιγνίτης, πετρέλαιο κ.λπ.) είναι περισσότερα από το σύνολο των δαπανών Υγείας από όλες τις κυβερνήσεις του κόσμου.

Το τεράστιο ποσό εν πολλοίς οφείλεται στην άρνηση των μεγάλων ρυπαντών να πληρώσουν τις "ποινές" που επιβάλλονται από τις κυβερνήσεις για την καύση άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου. Τα κόστη αυτά περιλαμβάνουν επίσης το υγειονομικό κόστος από τις βλάβες που προκαλεί η ατμοσφαιρική ρύπανση στην υγεία των κατοίκων επιβαρυμένων κοινοτήτων (βλέπε Πτολεμαΐδα), αλλά και από τα ακραία καιρικά φαινόμενα - πλημμύρες, ξηρασίες και τυφώνες - που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.

Ο Νίκολας Στερν, οικονομολόγος του "London School of Economics", ειδικός επί κλιματικών θεμάτων, μιλώντας στον "Guardian" είπε: "Δεν υπάρχει δικαιολογία για αυτές τις τεράστιες επιδοτήσεις προς τα ορυκτά καύσιμα, οι οποίες δημιουργούν στρεβλώσεις στις αγορές και καταστρέφουν τις οικονομίες, ειδικά των φτωχότερων χωρών"».

Το συγκεκριμένο ρεπορτάζ δείχνει ότι το ΔΝΤ κρύβει έναν βασικό παράγοντα σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα. Οτι η επιδότηση ουσιαστικά δίνεται για να υπάρχει χαμηλή τιμή στην ηλεκτρική ενέργεια με τη χρήση άνθρακα, άρα οι επιχειρηματικοί όμιλοι που καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια έχουν φθηνότερη τιμή. Ο καταμερισμός της, δηλαδή επιδότηση σε ρύπους και στην υγεία, αποτελεί επίσης ενίσχυση στους επιχειρηματικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται σ' αυτούς τους τομείς. Αλλωστε, και ο οικονομολόγος - οικολόγος του «London School of Economics» Νίκολας Στερν, μιλά για στρέβλωση της αγοράς. Και τι προτείνει; ΑΠΕ για να «ισιώσει η αγορά».

Θα αναρωτηθεί κανείς: «Μα καλά δεν ενδιαφέρονται τα κράτη για την υγεία των ανθρώπων, για τη δημόσια υγεία»; Ενδιαφέρονται αλλά και σ' αυτήν μετράνε το κόστος. Αν δε το κόστος για την υγεία (δαπάνες κρατικών προϋπολογισμών) είναι μικρότερο για τους καπιταλιστές από το κόστος της Ενέργειας από τις ΑΠΕ, τότε προτιμούν να πληρώνουν για την υγεία. Οπως κάνουν με την πληρωμή των ρύπων. Τους κοστίζει λιγότερο από την εφαρμογή αντιρρυπαντικής τεχνολογίας. Επίσης, με τα έως τώρα δεδομένα, οι ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια δεν μπορούν να καλυφθούν όλες από τις ΑΠΕ που φαίνεται να λειτουργούν συμπληρωματικά στις υπόλοιπες μορφές. Αλλωστε, ήλιος και αέρας τόσοι ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες δεν υπάρχει όλες τις εποχές του χρόνου. Βεβαίως, το κόστος το πληρώνει πάντα ο λαός. Είτε με την αύξηση της τιμής του ρεύματος, είτε με το τέλος ΑΠΕ, είτε με τις δαπάνες για την υγεία κ.λπ.

Σε άλλο δρόμο οι λαϊκές ανάγκες

Εν κατακλείδι, ο τομέας Ενέργειας - στρατηγικός τομέας για την οικονομία - αποτελεί πεδίο οξύτατων ανταγωνισμών: Μεταξύ των διαφορετικών μορφών Ενέργειας, αλλά και ανάμεσα στους επιχειρηματικούς ομίλους παραγωγής και αυτούς της κατανάλωσης. Ταυτόχρονα, οι επιχειρηματικοί όμιλοι κατανάλωσης διαπραγματεύονται όσο γίνεται πιο χαμηλές τιμές, ενώ τα λαϊκά νοικοκυριά τη χρυσοπληρώνουν. Να γιατί λέμε ότι η εργατική τάξη, τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν πρέπει να αναζητούν λύση στο δικό τους ενεργειακό πρόβλημα στη μία μορφή ή στην άλλη, (ιδιαίτερα η ηλεκτρική ενέργεια είναι αναγκαία και απαραίτητη για όλους), στοιχιζόμενοι πίσω από τον έναν ή τον άλλο επιχειρηματικό όμιλο. Διεκδικώντας φτηνή Ενέργεια για το λαό πρέπει να παλεύουν για έναν κρατικό τομέα Ενέργειας, κοινωνική ιδιοκτησία, που απαιτεί ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, εργατική - λαϊκή εξουσία, που με τον κεντρικό σχεδιασμό και τον εργατικό έλεγχο θα αναπτύσσει όλες τις μορφές έτσι που να ελαχιστοποιηθεί η εξάρτηση, ενώ θα καλύπτει όλες τις αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες της οικονομίας και των εργαζομένων σε όφελός τους.


Ι.


Κορυφή σελίδας
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ