Μαζική παράσταση διαμαρτυρίας στο υπουργείο Εργασίας, τη Δευτέρα (5/12) οργανώνει ο Πανελλήνιος Μουσικός Σύλλογος, ως απάντηση του κλάδου στην επίθεση που δέχονται τα ασφαλιστικά του δικαιώματα. Μετά τη συγκέντρωση - 11 π.μ. - στα γραφεία του συλλόγου (Σαπφούς 10) θ' ακολουθήσει πορεία διαμαρτυρίας στο υπουργείο.
«Δεν υπάρχει περιθώριο αναμονής», τονίζεται στην ανακοίνωση του ΠΜΣ. «Η νέα κυβέρνηση λίγες βδομάδες μετά την ορκωμοσία της, με πολιτική απόφαση πετάει έξω από τη λίστα των Βαρέων και Ανθυγιεινών τους μουσικούς των νυχτερινών κέντρων. Αυτή η απόφαση χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση ή έρευνα, κατ' εντολή της μεγαλοεργοδοσίας του κλάδου, στερεί από τους εργαζόμενους μουσικούς ένα δικαίωμα που κατακτήθηκε με αγώνες. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο υπουργός που πήρε την απόφαση, πρώην συνδικαλιστικό στέλεχος της ΠΑΣΚΕ και πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων στα ασφαλιστικά ταμεία, προχώρησε με πλήρη συνείδηση του τι σημαίνει αυτό για τα ασφαλιστικά ταμεία αλλά και τους εργαζόμενους».
«Συνένοχη σ' αυτή την εξέλιξη είναι η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, που με την παρουσία της στην Επιτροπή νομιμοποίησε τις συγκεκριμένες αποφάσεις, παρότι η Επιτροπή λειτούργησε αντιεπιστημονικά. Συγχρόνως έσπερνε αυταπάτες στους εκπροσώπους των συνδικάτων ότι μπορούν να παλέψουν με την επιστημονική τεκμηρίωση των κατακτήσεών τους, χωρίς να οργανώνουν τους εργαζόμενους για τη μαχητική υπεράσπισή τους. Δυστυχώς, αυτή την τακτική ακολούθησε η προηγούμενη διοίκηση, φέρνοντάς μας προ τετελεσμένων καταστάσεων.
Με αυτή την εξέλιξη οι νέοι συνάδελφοι καταδικάζονται σε εργασία μέχρι τα 65 χρόνια, σε πολύ ανθυγιεινές και βαριές συνθήκες (καπνό, ηχορύπανση, κ.ά.) με ανθυγιεινό ωράριο, ενώ είναι δύσκολο ο μουσικός να βρει δουλειά μετά τα 55 χρόνια. Ουσιαστικά, με αυτό το μέτρο καταργεί τη σύνταξη στους νέους συναδέλφους, ενώ ήδη καταργήθηκε, στην πράξη, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, λόγω της ανεργίας και υποαπασχόλησης. Οι παλαιότεροι συνάδελφοι με το καθεστώς των Βαρέων κινδυνεύουν να βρεθούν σταδιακά εκτός επαγγέλματος, τα επόμενα χρόνια, γιατί θα στοιχίζουν περισσότερο στον εργοδότη σε σύγκριση με έναν νέο εργαζόμενο».