«Αίας» |
Ο πλασμένος από τον Σοφοκλή Αίας αποτελεί ένα τραγικότατο πρόσωπο του ιμπεριαλιστικού Τρωικού Πολέμου. Πολέμου «συμμάχων» - τεράτων, που μετά τη νίκη τους, στη μοιρασιά της λείας και εξουσίας, επιβλήθηκε ο - δήθεν επιβαλλόμενος από τη θεά Αθηνά - αδυσώπητος νόμος του ισχυρότερου. Κατακτητής, προηγούμενα, άλλου θρακιώτικου λαού, του οποίου τη βασιλοπούλα Τέκμησσα, άρπαξε σκλάβα του κρεβατιού του, ο πολέμαρχος Αίας θα πέσει θύμα των ισχυρότερων «ετέρων» του Τρωικού πολέμου (Μενελάου, Αίγισθου), όπως συμβαίνει σε όλους τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Αυτοί, δολερά αρπάζουν τα νικηφόρα υπερόπλα του Αχιλλέα προς όφελος του Οδυσσέα. Τον περιθωριοποιούν, τον ταπεινώνουν, τον ωθούν σε παράκρουση - σφάζει ένα κοπάδι θαρρώντας ότι σκοτώνει τους θύτες του Αργείους και εντέλει στον «καθαρμό» του - στην αυτοκτονία του, καθιστώντας έτσι έρμαιά τους το μοναχοπαίδι του Ευρυσάκη και τη γυναίκα του Τέκμησσα. Μια τέτοια ανθρώπινη «μοίρα» και μια τραγωδία - δηλαδή ποιητικός, δραματοποιημένος, που, δι' ελέους και φόβου, αποτελεί μίμηση «πράξεως σπουδαίας και τελείας» και μάλιστα με την εκπληκτική, λεπτοδουλεμένη ρεαλιστική αλήθεια της σοφόκλειας ποίησης - με τον υπερρεαλισμό και τη σχηματική περιγραφικότητα και γραφικότητα του θεάτρου σκιών; Και μπορεί η φιλοσοφική, κοινωνιολογική, πολιτισμική και υπαρξιολογική θεώρηση του Σοφοκλή για τον συνειδησιακό αυτοκαθαρμό και την αυτοχειρία του Αίαντα, με το χαρακίρι των Σαμουράι;
Το ΕΘ έδωσε τη δυνατότητα στην πολυτάλαντη, λάτρη των λαϊκών καλλιτεχνικών παραδόσεων, Μάρθα Φριντζήλα, να παρουσιάσει - με την ομάδα της μάλιστα - έναν πειραματισμό της πάνω στον «Αίαντα». Πειραματισμός γενικά ενδιαφέρων, κοπιώδης, αλλά «αβασάνιστος» και εντέλει άκριτος, αφού φιλοδόξησε να συνταιριάξει ανόμοια αισθητικά μεγέθη, ήθη και είδη. Να προσαρμόσει την τραγική ποίηση, με το θέατρο σκιών, το σοφόκλειο ποιητικό ρεαλισμό, με το νατουραλισμό, το συμβολισμό και το γκροτέσκο σαρκασμό. Εκκινώντας από τις αναπαραστάσεις μυθικών προσώπων στα μελανόμορφα αγγεία, θεώρησε ότι μπορεί να μετατρέψει μια μελανόμορφη αναπαράστατη του Αίαντα σε καραγκιόζικης παράδοσης φιγούρα. Να συγκρίνει την αυτοχειρία του Αίαντα με το χαρακίρι των Σαμουράι. Να «εκσυγχρονίσει» με ειρωνικό συμβολισμό τους ρόλους της Αθηνάς (ως πολεμόχαρης φτερωτής θεάς), και των Μενελάου και Αίγισθου (ως γελοίων παικτών του ράγκμπι, λες και ο ιμπεριαλισμός αρχαίος και σύγχρονος δεν είναι τίποτα περισσότερο και χειρότερο από ένα παιχνίδι ράγκμπι). Επειδή η ιδέα του θεάτρου σκιών δεν της έβγαινε... απολύτως, η σκηνοθεσία το χρησιμοποίησε εν μέρει. Μετέτρεψε σε «είδωλο», σε «σκιά ανθρώπου» σε μπερντέ μόνο το κυρίως πάσχον πρόσωπο, τον Αίαντα, και την είσοδο του Χορού. Συνειδητοποιώντας, ίσως, ότι δε θα άντεχε να αναπαρασταθεί ολόκληρο το έργο ως θέατρο σκιών, και καθώς διέθετε κάποιους πολύ ταλαντούχους ηθοποιούς, ικανότατους για σωματοποιημένο, λεπτομερειακής ψυχολογικής αλήθειας παίξιμο, η σκηνοθεσία έφερε επί σκηνής όλα τα άλλα πρόσωπα και όλα τα άλλα Χορικά. Ετσι, ο Χορός και η επίσης πάσχουσα Τέκμησσα, αφέθηκαν να μιλούν και να διαλέγονται με ένα μικρογραφικό, ζωγραφικό, άψυχο ομοίωμα του Αίαντα, στο οποίο φωνή και κίνηση δίνει ο καλός καλλιτέχνης του θεάτρου σκιών Αθως Δανέλλης. Η σκηνοθετική ιδέα, δημιουργώντας την αίσθηση ενός εντυπωσιοθηρικού πολυσελλεκτικού αισθητικού πειραματισμού, και μιας αργόρυθμης δράσης, σε ορισμένες στιγμές κινδύνευσε να φτάσει στα όρια του γελοίου, από το οποίο διασώθηκε μόνον χάρη στο έμπειρο ταλέντο, στο γερό υποκριτικό ένστικτο και μέτρο του Μανώλη Μαυροματάκη (Οδυσσέας) και της Μαρίας Κεχαγιόγλου (Τέκμησσα), οι οποίοι καταθέτουν τις σημαντικότερες ερμηνείες. Παραπαίοντας από το ένα αισθητικό στοιχείο στο άλλο, η ερμηνευτική «ανάγνωση» της σκηνοθεσίας προκαλεί αναπάντητα ερωτήματα: Αν η σκηνοθεσία επιδίωξε την «απομυθοποίηση», «αποσωματοποίηση», «αποψυχοποίηση» του Αίαντα και την αποστασιοποιητική «αποδραματοποίηση» της τραγωδίας και των Χορικών, γιατί θέλησε μια νατουραλιστική ερμηνεία του ρόλου του Οδυσσέα και μια έντονου ψυχοσωματικού ρεαλισμού δραματοποίηση του ρόλου της Τέκμησσας και του Τεύκρου - ρόλο που με υπερβολή δραματοποιεί ο Γιώργος Φριντζήλας. Πόσο λεπτομερώς, λέξη τη λέξη, μελέτησε η Μ. Φριντζήλα την τραγωδία, ώστε να θεωρήσει ότι της αρμόζουν - ερμηνευτικά και αισθητικά - η αφαιρετικής, υπερβατικής «καραγκιόζικης» εικονοποίησης, κίνησης και φωνής φιγούρα του Αίαντα, το νατουραλιστικό ήθος και ο γκροτέσκα γελοιοποιητικός συμβολισμός (ενδυματολογικός και υποκριτικός) στους ρόλους του Μενελάου και Αίγισθου, που πειθαρχημένοι με τη σκηνοθεσία ερμηνεύουν ο Δημήτρης Αγαρτζίδης και η Τάνια Παπαδοπούλου (αντίστοιχα) και η ειρωνικά παιγνιώδης «Αθηνά», που υποδύεται η Δέσποινα Αναστάσογλου; Τις αισθητικές αντιφάσεις του σκηνοθετικού πειράματος φέρει και η μετάφραση της Νικολέτας Φριντζήλα, παραπαίουσα μεταξύ ποιητικών εξάρσεων, νατουραλισμού, πεζολογίας, αχρείαστων νεοελληνισμών και γλωσσικών ακροβασιών. Το σκηνοθετικό πειραματισμό υπηρετούν το σκηνικό και η μουσική του Βασίλη Μαντζούκη. Η κίνηση του Χορού από την Κική Μπάκα μοιάζει «αφελής» (άραγε από απειρία ή από πρόθεση;). Φιλότιμη και γόνιμη η υποκριτική προσπάθεια των ηθοποιών Θεανώς Μεταξά, Χριστίνας Μαξούρη, Κίκας Γεωργίου, Ρεβέκκας Τσιλιγκαρίδου, Χρήστου Πίτσα.