Να «ρίξει» στα μάτια των καταναλωτών το λάδι που παράγουν και εμπορεύονται μόνοι τους οι ελαιοπαραγωγοί επιχείρησε για άλλη μια φορά φέτος ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ), προσπαθώντας ταυτόχρονα να αναδείξει τα οφέλη του τυποποιημένου ελαιόλαδου.
Κατά τη διάρκεια χτεσινής συνέντευξης Τύπου, παρουσιάστηκαν τα αποτέλεσμα έρευνας, που έγινε για λογαριασμό του ΣΕΒΙΤΕΛ, από την οποία προκύπτει ότι το 70% των ποσοτήτων λαδιού που πωλείται χύμα, είναι νοθευμένο, οξειδωμένο ή ποιοτικά υποβαθμισμένο. Παράλληλα με τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας, αναφέρθηκαν και στα... «πολλαπλά οφέλη» που θα προκύψουν για το καταναλωτικό κοινό από την εφαρμογή του νέου κοινοτικού κανονισμού, ο οποίος απαγορεύει τη διακίνηση κάθε συσκευασίας άνω των 5 λίτρων ανωνύμου και μη τυποποιημένου (χύμα) ελαιολάδου. Η εποχή που δόθηκε η χτεσινή συνέντευξη δεν είναι τυχαία, καθώς τώρα ξεκινά η νέα συγκομιδή, ενώ επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι την καμπάνια προώθησης του τυποποιημένου λαδιού, την «επιδοτεί» η ίδια η ΕΕ.
Βέβαια, οι εκπρόσωποι του ΣΕΒΙΤΕΛ δεν ανέφεραν συγκεκριμένα, το τι είδους οφέλη θα προκύψουν για τους καταναλωτές, αφήνοντας απλά να «αιωρείται» ότι θα βελτιωθεί η ποιότητα του ελαιόλαδου, αλλά για το αν οι τιμές «τραβήξουν τον ανήφορο», μάλλον σφύριζαν αδιάφορα... Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι η έρευνα χρησιμοποίησε τυχαίο -μικρό- δείγμα, από 150 νοικοκυρές, οι οποίες διαμένουν στις περιοχές Αττικής, Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Κομοτηνής και Αλεξανδρούπολης. Είναι, πάντως, άξιο απορίας γιατί δε χρησιμοποιήθηκε δείγμα από κατεξοχήν ελαιοπαραγωγές περιοχές, όπως η Μεσσηνία, η Κρήτη, η Μυτιλήνη κ.ά.
Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι οι εγχώριοι βιομήχανοι, τα παραρτήματα των πολυεθνικών στην Ελλάδα, όσο και η ίδια η ΕΕ, θέλουν να στρέψουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τους καταναλωτές στο τυποποιημένο λάδι. Ετσι επιχειρούν να στερήσουν αφ' ενός τους παραγωγούς από μια πηγή καλύτερου εισοδήματος και αφ' ετέρου να εγκλωβίσουν καταναλωτές σε ό,τι τυποποιημένο θέλουν να τους πασάρουν και σε πολύ μεγαλύτερες τιμές από αυτές των παραγωγών.