Η πρώτη προσπάθεια στην πεζογραφία του Νικόλα Ευαντινού έχει πολύ καλά στοιχεία. Δείχνει να έχει γνώση των εργαλείων του ως λογοτέχνης. Για παράδειγμα, σέβεται τη μορφή της πλοκής του είδους του διηγήματος, η οποία απαιτεί μια ανοδική πορεία προς την κορύφωση. Αυτό επιτυγχάνεται χωρίς σχηματικότητα, αλλά με φυσική εξέλιξη των επεισοδίων και προσεκτική διαχείριση της έντασης. Ως ποιητής δείχνει να μπορεί να ελέγξει τον ρυθμό και του πεζού λόγου, με διακυμάνσεις εκεί όπου χρειάζεται, ώστε να τονίσει αυτό που θέλει να περάσει, χωρίς να διαταράσσεται η συνοχή της αφήγησης.
Σημαντικά στο έργο του είναι και τα διακειμενικά στοιχεία. Πέρα από τα άμεσα εντοπίσιμα, όπως η «Γυναίκα της Γεράπετρος» σε συνομιλία με τη «Γυναίκα της Ζάκυθος», σε πολλά διηγήματα υπάρχει μια ευρύτερη συνομιλία με το είδος του παραμυθιού αλλά και με την εικονοποιία του ελληνικού μύθου συνολικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συνομιλία του γέροντα με τον Χάρο στα «Εφτά Χιλιόμετρα». Τα στοιχεία αυτά εντάσσονται οργανικά στην αφήγηση και δεν λειτουργούν απλώς ως διακοσμητικές αναφορές. Μάλιστα, στο πρώτο διήγημα, «Μαγεμένο μήλο», υπάρχει και το στοιχείο του μαγικού ρεαλισμού, κάτι που θα μπορούσε να υποστηριχθεί και για το «Τζόρνταν, ω!».
Οι εικόνες της παιδικής ηλικίας είναι έντονες, ενώ η θεματική της μνήμης, σε αντίθεση με το παρόν, καθώς και η πολλές φορές άρρητη αλλά έντονη παρουσία του ανεκπλήρωτου ονείρου αποτελούν βασικούς άξονες της συλλογής. Σε αρκετές περιπτώσεις, το παρελθόν επιστρέφει όχι απλά ως αφήγηση, αλλά ως εμπειρία, που επιμένει, επηρεάζει και συχνά αμφισβητεί τις επιλογές των προσώπων. Αυτό πραγματώνεται μέσα από πολλές μορφές προσωπικού λόγου, από το παιδικό ημερολόγιο μέχρι και την εμφάνιση οραμάτων από το παρελθόν στον ενήλικο εαυτό. Η εστίαση, επίσης, είναι συχνά εσωτερική και, σχεδόν στα μισά διηγήματα, πρωτοπρόσωπη.
Το σημαντικό, όμως, για τον προσωπικό λόγο στη συλλογή είναι ότι χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να αγγιχτούν θέματα όχι καθαρά προσωπικά, αλλά κοινωνικά σημαντικά. Τα διηγήματα «Δρεπάνι», «Τζόρνταν, ω!» και «Τρεις μέρες» έχουν κάποιες από τις πιο δυνατές σελίδες της συλλογής, ακριβώς γιατί τάσσονται με το πλευρό των αδυνάτων - κάτι που ο συγγραφέας αξίζει να συνεχίσει να κάνει με την πένα του, χωρίς φόβο.
Συνολικά, πιστεύουμε ότι το «Τράνταγμα» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Η εμπειρία του συγγραφέα στην ποίηση και η γνώση των εργαλείων του κάνουν την πρώτη αυτή προσπάθεια στο πεζό να μη φαίνεται πρωτόλεια. Θα είχε ενδιαφέρον να τον δούμε να δοκιμάζεται και σε πιο μακροσκελείς μορφές, όπως το μυθιστόρημα, όπου η αφηγηματική του φωνή θα μπορούσε να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο - πιθανότατα με εξίσου καλά αποτελέσματα.