Κατά τον εισηγητή της πλειοψηφίας «η παγκόσμια οικονομία κλυδωνίζεται (...) οι προοπτικές για την ανάπτυξη ψαλιδίζονται (...) οι κλυδωνισμοί αυτοί θα επηρεάσουν και την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία. Χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερος πληθωρισμός αναμένεται να αυξήσουν τα επιτόκια, να αποθαρρύνουν τις επενδύσεις, να επηρεάσουν αρνητικά τα εισοδήματα και την απασχόληση και θα πλήξουν και τα φορολογικά έσοδα. Αυτά θα γίνουν νομοτελειακά και δεν εξαρτώνται από την εγχώρια κυβέρνηση. Πρέπει να προετοιμάσουμε την ελληνική κοινωνία και την εθνική οικονομία για μια ομαλή και όχι για μία ανώμαλη προσγείωση». Μιλώντας μετά για «ευθύνη της κυβέρνησης να σχεδιάσει και να υλοποιήσει παρεμβάσεις αναχαίτισης και αυτής της κρίσης, αλλά και της αντιπολίτευσης να αντισταθεί στον λαϊκισμό, ώστε να μην εξανεμιστεί η εμπιστοσύνη που με τόσο κόπο κατακτήσαμε τα τελευταία χρόνια».
Οι αντιλαϊκές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου πέρασαν κάτω απ' το ραντάρ και των κομμάτων της βολικής αντιπολίτευσης που στάθηκαν σε λεπτομέρειες, αφήνοντας στο απυρόβλητο ότι για μια ακόμα φορά προσφέρεται γη και ύδωρ στο μεγάλο κεφάλαιο, όπως κατήγγειλε ο βουλευτής του ΚΚΕ Χρ. Τσοκάνης, στηλιτεύοντας το γεγονός πως απλοποιούνται διαδικασίες για τους επιχειρηματικούς ομίλους που μεταφράζεται σε ενίσχυση της κερδοφορίας τους, ανοίγει ο δρόμος για τη μείωση του φορολογικού συντελεστή, προσφέρονται δωράκια στις τράπεζες που αφορούν στην επέκταση χρήσης πλαστικού χρήματος με τις συνακόλουθες προμήθειες, νέες χρηματοδοτήσεις στα μεγάλα ξενοδοχεία, απαλλαγή από τέλη και φόρους για τους καναλάρχες της περιφέρειας, επιπλέον φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών για τις προμήθειες των πλοίων τους, παράδοση του αποθεματικού της ΕΥΔΑΠ, χρήματα των εργαζομένων απ' τις περικοπές σε μισθούς, Δώρα κ.ά., στους μετόχους της, κι όλα αυτά τη στιγμή που οι μικροί αυτοαπασχολούμενοι είναι χρεωμένοι μέχρι τα μπούνια.
«Λογικά πρέπει να είναι μαζεμένοι εδώ απ' έξω μεγαλοξενοδόχοι, τραπεζίτες, εφοπλιστές, βιομήχανοι και να σας δίνουν το χέρι και στην κυβέρνηση και στα άλλα κόμματα, που κουκουλώνετε όλες τις επιλογές που μέσα από το νομοσχέδιο περνάτε», σημείωσε δηκτικά.
Κατήγγειλε επίσης το νέο χτύπημα στους λαϊκατζήδες μέσω της υποχρεωτικής απογραφής και του ψηφιακού δελτίου αποστολής, τονίζοντας ότι στόχος είναι να οδηγηθούν στο κλείσιμο. Ζήτησε κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης, αφορολόγητο 12.000 ευρώ για τους αυτοαπασχολούμενους και κατάργηση του «ψηφιακού λαβύρινθου» και του πλαστικού χρήματος.
Στηλίτευσε ακόμη τη ρύθμιση για τις προσλήψεις στην ΕΥΔΑΠ μέσω τριμελών επιτροπών αντί του ΑΣΕΠ, υποστηρίζοντας ότι έτσι αποκλείονται εργαζόμενοι με αγωνιστική δράση και επιχειρείται να επιβληθεί κλίμα φόβου και υποταγής. Παράλληλα απαίτησε τη μονιμοποίηση των εργολαβικών εργαζομένων, τονίζοντας ότι η προσφορά τους είναι αναντίρρητη, όπως και οι ανάγκες της ΕΥΔΑΠ για να λειτουργήσει και να ικανοποιήσει τις λαϊκές ανάγκες.
Και τόνισε ότι η «ανάπτυξη» που προβάλλει η κυβέρνηση αφορά τα κέρδη τραπεζών, εφοπλιστών και επιχειρηματικών ομίλων και όχι τις ανάγκες της εργατικής τάξης, των συνταξιούχων και των αυτοαπασχολούμενων.
Από τη μεριά του ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ Ν. Καραθανασόπουλος μίλησε για άσφαιρη αντιπαράθεση του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ με την κυβέρνηση, καθώς συμπλέουν στρατηγικά. Αναφερόμενος στην ΕΥΔΑΠ, σημείωσε ότι το νομοσχέδιο προβλέπει κεφαλαιοποίηση του αποθεματικού της για ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας και των επενδυτικών σχεδίων, σε βάρος των εργαζομένων. Υπενθύμισε ότι ήταν το ΠΑΣΟΚ που το 2000 ενέταξε τις εταιρείες ύδρευσης Αθήνας και Θεσσαλονίκης στο χρηματιστήριο, διερωτώμενος δηκτικά αν «μπήκαν στο χρηματιστήριο αυτές οι δύο εταιρείες για να διασφαλίσει το χρηματιστήριο ότι το νερό είναι κοινωνικό αγαθό, που λέει το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ;», ενώ σημείωσε πως η ένταξη αυτή εμπορευματοποίησε παραπέρα ένα αγαθό πολύτιμο για τον λαό, έφερε κόφτες στις αποδοχές των εργαζομένων, εντατικοποίηση της εργασίας, εργολαβικούς εργαζόμενους και ελαστικές εργασιακές σχέσεις κ.ά. Θύμισε ακόμη πως στο επίκεντρο αυτών των πολιτικών που ακολουθεί σήμερα η ΝΔ και πριν το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι και η κατάπτυστη ευρωπαϊκή Οδηγία 2000/60, που στο όνομα της εξοικονόμησης των υδάτινων πόρων αντί του εμπλουτισμού και της μεγιστοποίησης, οδηγεί στην αύξηση της τιμής του νερού και στη μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση.
Ομοίως και σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή Οδηγία που ενσωματώνει το νομοσχέδιο για τη φορολογία, την οποία ψήφισαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ και προβλέπει σταδιακή επιβολή του 15% ως συντελεστή φορολογίας των νομικών προσώπων για τις πολυεθνικές, τόνισε πως αυτή διαμορφώνει το έδαφος για ακόμη μεγαλύτερη μείωση των συντελεστών των νομικών προσώπων ταυτόχρονα με τις προκλητικές φοροαπαλλαγές που απολαμβάνουν. Ενώ σχολίασε ότι στο πλαίσιο αυτό αποκαλύπτεται η υποκρισία των κομμάτων της βολικής αντιπολίτευσης, όταν μιλάει για φορολόγηση των διανεμόμενων κερδών ή προσωρινή μείωση του ΦΠΑ σε βασικά είδη, αφού κρύβουν ότι οι κοινωνικές ανισότητες γεννιούνται «στη σφαίρα της παραγωγής» και στις σχέσεις ιδιοκτησίας και όχι απλώς μέσα από το φορολογικό σύστημα.