Ενω συμπληρώνεται μια βδομάδα από το πολύνεκρο έγκλημα στη Χίο, απόρροια της πολιτικής ΕΕ και κυβερνήσεων που προτάσσει την καταστολή, εξακολουθούν να μένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα. Οπως: Τι εντολές δόθηκαν στον κυβερνήτη και πώς είναι δυνατόν ενάμισι μίλι από τις ακτές να μη διασώζονται όλοι οι επιβαίνοντες σε ένα υπερφορτωμένο σκάφος, που κινδύνευε, αλλά αντίθετα να συμβαίνει μια σφοδρότατη σύγκρουση; Γιατί δεν έχουν δοθεί οι επικοινωνίες με το κέντρο επιχειρήσεων; Γιατί δεν λειτουργούσε καμία κάμερα καταγραφής; Γιατί το φουσκωτό δουλεμπορικό που βυθίστηκε δεν έχει ανασυρθεί ακόμα;
Την επίσημη εκδοχή του Λιμενικού που αναπαράγει και η κυβέρνηση ενώ έχει διαταχθεί ΕΔΕ, περί «επικίνδυνου ελιγμού του δουλεμπορικού φουσκωτού που έπεσε στο περιπολικό», δεν φαίνεται να «δένει» με τα ευρήματα και τις καταθέσεις των επιζώντων. Ιατροδικαστές και γιατροί περιγράφουν πολύ βαριά τραύματα (κακώσεις). Επίσης, σε δηλώσεις των συνηγόρων του ενός Μαροκινού που έχει συλληφθεί ως διακινητής - κάτι που ο ίδιος αρνείται - αναφέρεται ότι δεν προκύπτουν «αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του συγκεκριμένου ανθρώπου», παρ' όλα αυτά είναι προφυλακισμένος γιατί τον έχει αναγνωρίσει μόνο ένα άτομο, ως κυβερνήτη του φουσκωτού.
Ακόμα σημειώνεται ότι στις έως τώρα καταθέσεις επιζώντων δηλώνεται ότι «δεν υπήρξε κανένα σήμα, καμία προειδοποίηση, κανένας φάρος. Μόνο μία σύγκρουση από το λιμενικό σκάφος». Σε κατάθεση γυναίκας που επέβαινε στο φουσκωτό με τον σύζυγό της και τα παιδιά της (είναι ανάμεσα στους νεκρούς), φέρεται να περιγράφεται: «Ο καπετάνιος πήγαινε καλά, ήσυχα και όταν είχαμε λίγο ακόμα να φτάσουμε στην Ελλάδα, είδαμε ένα φως από τα αριστερά και έγινε το τρακάρισμα. Με το που είδα το φως αμέσως έγινε το τρακάρισμα, όταν συνήλθα είδα πολλά αίματα και το νερό είχε φτάσει μέχρι κάτω από το στήθος μου. Δεν ήταν τρακάρισμα, ήταν επίτηδες. Πηγαίναμε ευθεία και μας χτύπησε πολύ δυνατά».
Ταυτόχρονα και όσα γίνονται γνωστά από την κατάθεση του κυβερνήτη του σκάφους του Λιμενικού, δείχνουν ότι με άνωθεν εντολές δεν υπήρξε κάποια καταγραφή του περιστατικού, όχι τυχαία, όπως είχε συμβεί και στο πολύνεκρο ναυάγιο της Πύλου. Ο κυβερνήτης φέρεται να απάντησε σε σχετική ερώτηση των ανακριτικών αρχών για την ανυπαρξία κάμερας: «Επιλογή καταγραφής υπάρχει, αλλά δεν έχω χρεωθεί κάρτα καταγραφής για το σκάφος αυτό από την υπηρεσία μου, ούτε το έχω ζητήσει. Δεν είναι κάμερα καταγραφής, σαν του κινητού. Θα μπορούσε να είναι, αν μου είχε χορηγηθεί κάρτα καταγραφής».
Επίσης επέμεινε ότι δόθηκαν ηχητικά σήματα και ότι «ο οδηγός του σκάφους έστριψε προς τα επάνω μας αριστερά, δηλαδή σε νότια πορεία. Εστριψε απότομα, έκανε ελιγμό, προφανώς έχασε τον έλεγχο απ' ό,τι καταλαβαίνω με βάση την εμπειρία μου. Οταν ένιωσα το χτύπημα έστριψα αριστερά το τιμόνι μου και έπειτα είδα τη βάρκα με σκασμένα μπαλόνια να αρχίζει να βυθίζεται».
Αλγεινή εντύπωση προκαλεί τέλος η προσπάθεια της κυβέρνησης να θωρακίσει από κάθε αμφισβήτηση την εκδοχή της για το έγκλημα, καταφεύγοντας ακόμα και σε απειλές κατά δημοσιογράφων για προσφυγή στη δικαιοσύνη.