Οι παρατάξεις της σοσιαλδημοκρατίας, «Πράξεις για τη Μακεδονία» (ΠΑΣΟΚ) και «Αλλαγή» (ΣΥΡΙΖΑ - Ν. Αριστερά), με τις τοποθετήσεις τους κινήθηκαν στο μοτίβο απόκρυψης της ουσίας και των στόχων του νέου Κώδικα, που είναι να θωρακίσει το αντιλαϊκό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Τοπικής Διοίκησης στην κατεύθυνση ενός αστικού κράτους σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο πιο αποτελεσματικού για τη στήριξη των στόχων του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα προσπάθησαν να καλλιεργήσουν αυταπάτες για τις κατευθύνσεις και την κατάσταση στην ΕΕ, μιλώντας για ένα «κράτος πιο κοντά στον πολίτη με όχημα την αυτοδιοίκηση» και κάνοντας άσφαιρη κριτική στην κυβέρνηση ότι με τον νέο Κώδικα «απομακρύνεται από την Ευρώπη των Περιφερειών και τις ευρωπαϊκές πρακτικές», ότι «δεν αγαπάει την αυτοδιοίκηση» κ.λπ.
Μίλησαν για την περιβόητη «αυτοδιοικητική αυτοτέλεια», κρύβοντας ότι αυτή πάει πακέτο με την πολυδιάσπαση κρίσιμων κοινωνικών υπηρεσιών, την ανταποδοτικότητα, την τοπική φορολογία, ενώ υπάρχει ήδη αρνητική πείρα από τον «Καλλικράτη», τις θεσμικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών κ.λπ. Και, φυσικά, δεν είπαν κουβέντα για τις δικές τους ευθύνες για τη διαχρονική υποστελέχωση των υπηρεσιών των Περιφερειών και την υποχρηματοδότηση αναγκαίων κοινωνικά έργων και υπηρεσιών, προσπαθώντας να κουκουλώσουν το αμαρτωλό τους παρελθόν.
Στην τοποθέτησή του ο Σωτήρης Αβραμόπουλος, επικεφαλής της «Λαϊκής Συσπείρωσης» Κεντρικής Μακεδονίας, ανέδειξε ότι ο νέος Κώδικας αποτελεί συνέχεια προηγούμενων νομοθετικών παρεμβάσεων διαδοχικών κυβερνήσεων στην κατεύθυνση ενός κράτους ακόμα πιο εχθρικού απέναντι στη λαϊκή πλειοψηφία. Οτι στόχος της κυβέρνησης, με τη στήριξη βεβαίως των διοικήσεων ΚΕΔΕ και ΕΝΠΕ, είναι να θωρακιστεί ακόμα περισσότερο το αντιδραστικό, αντιλαϊκό, θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο λειτουργίας της Τοπικής Διοίκησης.
«Με τον μανδύα του "εκσυγχρονισμού" και της "διαφάνειας" ενσωματώνονται όλες οι προηγούμενες αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις, από τον "Καλλικράτη" έως τον νόμο για την "κυβερνησιμότητα", καθώς και οι "βέλτιστες πρακτικές" της Ευρωπαϊκής Ενωσης που υπηρετούν τις ανάγκες του κεφαλαίου.
Το νέο τοπίο συνολικότερα στην Τοπική Διοίκηση φτιάχνεται με τα γνωστά υλικά, με υποχρηματοδότηση κοινωνικά αναγκαίων έργων και υπηρεσιών, υποστελέχωση, μεταφορά φορολογικών βαρών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο», είπε.
Αναφερόμενος συγκεκριμένα στο προσχέδιο και στη συζήτηση που το συνοδεύει, στάθηκε στα οικονομικά και ανέδειξε ότι «από πουθενά δεν προκύπτει αύξηση της χρηματοδότησης στο ύψος των πραγματικών αναγκών των Περιφερειών για προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, θωράκιση των υπηρεσιών και υποδομές.
Το μεγάλο ζήτημα για εμάς είναι η επάρκεια της χρηματοδότησης, ποιος θα την πληρώσει και πού κατευθύνεται.
Γιατί η κοινωνική - λαϊκή πλειοψηφία σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας, άμεσα και έμμεσα, με το εισόδημα, με τον ΦΠΑ, με ειδικούς φόρους, με τον ΕΝΦΙΑ, με τα τέλη κυκλοφορίας, δημοτικά τέλη κ.λπ. Και τώρα με την επιδίωξη, στο πνεύμα του νέου Κώδικα, να ανέβει η εισπραξιμότητα, θα χρεωθεί ακόμα περισσότερα.
Αρα το ζητούμενο δεν είναι να μοιραστεί διαφορετικά η πίτα της φοροληστείας μεταξύ κεντρικού, περιφερειακού και τοπικού κράτους, αλλά αυτή να μειωθεί και να φορολογηθούν περισσότερο αυτοί που τα έχουν, οι επιχειρηματικοί όμιλοι, η μεγάλη ακίνητη περιουσία κ.λπ.
Το ζητούμενο είναι να αυξηθεί η σταθερή χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και να επιστραφούν τα παρακρατημένα τόσων ετών, και όχι να μπει νέο χαράτσι με τον τίτλο "Περιφερειακό Τέλος Ανάπτυξης", όπως είναι η πρόταση της ΕΝΠΕ, με τη στήριξη της διοίκησης της ΠΚΜ, το οποίο θα μεταφερθεί στις πλάτες του λαού».
Σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητες, σημείωσε ότι «καμία νέα κατανομή και μεταφορά τους δεν μεταφράζεται αυτόματα σε βελτίωση της κατάστασης για τον λαό στην κάθε Περιφέρεια και στους εργαζόμενούς της.
Ακόμα, η διαρκής αξιολόγηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στον νέο Κώδικα δεν συνιστά αναβάθμιση, αλλά εξέταση τρόπων για να γίνεται με το μικρότερο δυνατό κόστος η δουλειά, ενώ δεν διασφαλίζεται ότι η όποια μεταφορά αρμοδιοτήτων θα γίνεται βάσει της οργανωτικής δυνατότητας που έχει η κάθε Περιφέρεια.
Με βάση και τη "δημιουργική ασάφεια" που χαρακτηρίζει τα κείμενα των αρμοδιοτήτων μέχρι σήμερα αλλά και προτάσεις που έχουν διατυπωθεί, παραμένουν και οξύνονται προβλήματα σε κρίσιμους τομείς, όπως π.χ. της αντιπλημμυρικής θωράκισης και της πολιτικής προστασίας, με την αποσπασματικότητα, την ανάθεση σε εργολάβους και τη λογική κόστους - οφέλους για το κράτος και το κεφάλαιο να χαρακτηρίζουν και την επόμενη μέρα».
Τόνισε ότι η ουσία και αυτής της μεταρρύθμισης είναι πώς θα γίνει το κράτος σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο πιο αποτελεσματικό στην υλοποίηση ενός σχεδιασμού για τη στήριξη της κερδοφορίας των λίγων. «Οι Περιφέρειες σε αυτό το πλαίσιο αναλαμβάνουν αναβαθμισμένο ρόλο. Γίνονται πιο εχθρικές στην πλειοψηφία της κοινωνίας, ανίκανες να προστατεύσουν την ανθρώπινη ζωή και το περιβάλλον, με ακριβότερες υπηρεσίες, υπηρετώντας έναν δρόμο ανάπτυξης που έχει στο DNA του καθημερινά μικρά ή μεγάλα εγκλήματα κατά του λαού».
Τέλος, σημείωσε πως «σύγχρονο και αναγκαίο για τον λαό δεν είναι ακόμα μία μεταρρύθμιση και ανακατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα της αντιλαϊκής διακυβέρνησης, αλλά μεγάλες, ριζικές αλλαγές σε επίπεδο εξουσίας και οικονομίας, με νέους λαογέννητους θεσμούς και πραγματική δημοκρατία για τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία, με ανακλητούς εκπροσώπους από τους χώρους δουλειάς, για μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας και της οικονομίας, όπου οι ζωές μας δεν θα αποτελούν "κόστος".
Εμείς ως "Λαϊκή Συσπείρωση" στηρίζουμε αυτήν την προοπτική και ταυτόχρονα διεκδικούμε σήμερα την κατάργηση όλου του θεσμικού πλαισίου που μετατρέπει τους ΟΤΑ σε τροχονόμους εργολάβων και συμφερόντων. Να μην περάσει άλλη μια μεταρρύθμιση σε αντιλαϊκή κατεύθυνση, όπως ο νέος Κώδικας. Στελέχωση υπηρεσιών στο ύψος των αναγκών, με μόνιμο προσωπικό που θα απολαμβάνει σύγχρονα δικαιώματα, αύξηση της χρηματοδότησης και ιεράρχηση απαραίτητων έργων και υπηρεσιών για τον λαό».