Στις σελίδες του βιβλίου, νιώθεις πως φυσάει ο αναζωογονητικός αέρας των βουνών, που σε παρασύρει σε τόπους και χρόνους άγριους και όμορφους.
Το μεγαλύτερό του επίτευγμα, όμως, είναι πως αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την ομορφιά ακόμα και μέσα στις πιο σκληρές συνθήκες.
Η αγάπη, η αλληλεγγύη, το πάθος για ελευθερία, η χαρά που προσφέρει η γνώση, οι απολαύσεις που προσφέρουν η φύση και η ζωή, καθετί καλό και ανθρώπινο, καταφέρνει να επιβιώσει μέσα από τη φρίκη του πολέμου, τις δυσκολίες της ζωής, την κοινωνική καταπίεση, ακόμα και τον θάνατο.
Η Νάγια Δαλακούρα φωτίζει όχι μόνο ό,τι πιο όμορφο υπάρχει γύρω μας και μέσα μας, αλλά και τις έντονες αντιθέσεις, που δημιουργούν οι κοινωνικές συνθήκες, οι φυσικοί καταναγκασμοί, η εκμετάλλευση, οι αδικίες, οι μικρότητες, ο πόλεμος.
Η συγγραφέας αναδεικνύει και άλλα σημαντικά θέματα:
Τα αγόρια μπορεί να κάνουν ένα ταξίδι μέχρι την πόλη, όπως ο τσέλιγκας, που περιδιαβαίνει την Ξάνθη του '20, αγοράζει τα απαραίτητα για την κοινότητα, μαθαίνει τα νέα στο καφενείο και μας χαρίζει μια καταπληκτική αναπαράσταση της πόλης μέσα από τα μάτια του.
Ενα άλλο θέμα που απασχολεί την συγγραφέα είναι ο πόλεμος, οι φρικαλεότητες των Βουλγάρων, η αντίσταση, το πολιτικό πλαίσιο της ιστορίας της. Με ιστορικές αναφορές και περιγραφές μάς μεταφέρει μια εικόνα των γεγονότων της εποχής, μέσα από την υποκειμενική ματιά των πρωταγωνιστών και των άλλων προσώπων, φωτίζει πλευρές της ιστορικής πραγματικότητας με τρόπο λογοτεχνικό και ιδιαίτερο. Αλλωστε, δεν πρόκειται για ιστορικό κείμενο. Δεν χάνει στιγμή τον στόχο της. Γράφει λογοτεχνία, που διατηρεί ζωντανό το βίωμα, το ατομικό και το συλλογικό, αλλά πουθενά δεν νιώθει ο αναγνώστης ότι του κάνουν μάθημα ιστορίας.
Αντίθετα, υπάρχουν πολλά σημεία του βιβλίου που αξίζει να συζητηθούν, που ωθούν τον αναγνώστη να ερευνήσει, να μάθει την ιστορική αλήθεια.
Από την άποψη αυτή, η συγγραφέας ταυτίζεται με τον δάσκαλο - πρωταγωνιστή του βιβλίου της. Μας παροτρύνει να ανοίξουμε τα φτερά μας στον κόσμο, να αναζητήσουμε την αλήθεια, να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας, να πετάξουμε σαν τον αετό.
Στιγμιότυπα από την παρουσίαση του βιβλίου στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Με την συγγραφέα, τον Λεωνίδα Στολτίδη και τον Θανάση Κοκκωνα |
Αυτό κάνει και η Νάγια Δαλακούρα. Και το κατορθώνει με μοναδικό τρόπο. Μας ταξιδεύει σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον δικό μας. Στον κόσμο των Σαρακατσάνων, στη ζωή τους, στους τόπους που περπάτησαν, εκεί που έστησαν τις καλύβες τους, στα δύσβατα μονοπάτια που διάβηκαν, ακολουθώντας την αλλαγή των εποχών. Αυτή η φυσική ζωή, γεμάτη αυστηρούς κανόνες, ήθη, έθιμα, όπου ο καθένας είχε τον ρόλο του και όποιος δεν ανταποκρινόταν, έβγαινε στο περιθώριο, παρουσιάζεται χωρίς ωραιοποίηση. Η συγγραφέας έχει μελετήσει βαθιά το θέμα της και αυτό συμβάλλει σε ένα αποτέλεσμα ολοκληρωμένο, που ικανοποιεί πλήρως τον αναγνώστη.
Η συγγραφέας έκλεισε με επιτυχία όλους τους κύκλους που άνοιξε στην αφήγησή της. Ακόμα και η δική της έρευνα, που μπαίνει εμβόλιμα στην ιστορία, ολοκληρώνεται στο τέλος.
Θέλει μεγάλη μαεστρία να καταφέρει κανείς να συνταιριάξει την επιστήμη με τη λογοτεχνία. Να αφηγηθεί μια ιστορία που είναι αποτέλεσμα μιας έρευνας, αλλά να της δίνει τη ζωντάνια του αληθινού βιώματος.
Θα το διαβάσει ίσως κάποιος ηλικιωμένος στην ωμοπλάτη του ιερού σφάγιου και θα μας καθησυχάσει πως όλα θα πάνε καλά. Εμείς όμως, αν λάβουμε σωστά το μήνυμα, θα καταλάβουμε πως η ζωή θέλει αγώνες σκληρούς και διαρκείς και πως τελικός νικητής είναι μόνο όποιος θα σταθεί ανυποχώρητος σε αυτούς τους αγώνες.
Πρόκειται για ένα βιβλίο, που διαβάζεται με μια πνοή, καλογραμμένο, που κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον σε κάθε σελίδα του. Η πλοκή του και οι ζωηρές εικόνες του ξεσηκώνουν τον αναγνώστη, σαν το φίλο που τον τραβάει από το χέρι να χορέψει έναν κυκλικό ομαδικό χορό. Τον χορό του αετού, που πετάει πάνω από την οροσειρά της Ροδόπης, την ερειπωμένη γη που άφησαν πίσω τους οι Βούλγαροι κατακτητές, τη θάλασσα και τις πεδιάδες της Μακεδονίας, το κολαστήριο των ταγμάτων εργασίας. Αν πετάξουμε πιο χαμηλά θα δούμε τον μόχθο των ανθρώπων για επιβίωση, τη λαχτάρα για ζωή, τις καθημερινές χαρές και λύπες και θα αφουγκραστούμε τον πόθο και τον έρωτα που ανταριάζει στα στήθη των «ταπεινών ηρώων», σαν τον άνεμο που σαρώνει εκείνο το ξέφωτο, όπου δίνουν το πρώτο τους φιλί.
Ολη η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέσα από αντιθέσεις, όπως είπαμε και πριν. Αλλωστε έτσι γίνεται και με τη ζωή. Ο δάσκαλος με την ευρωπαϊκή περιβολή, τα απαλά χέρια, το σκούρο δέρμα και το μικρό δέμας, στέκει πλάι στον επιβλητικό τσέλιγκα, τον «ψηλό σαν οξιά», με το λευκό δέρμα και τη φουστανέλα.
Το σημαντικό είναι όμως, πως αυτές τις αντιθέσεις τις υφαίνει με αριστοτεχνικό τρόπο η συγγραφέας, στήνοντας έναν δικό της ξεχωριστό αργαλειό, που θυμίζει κάπως αυτόν που έστηναν οι Σαρακατσάνες «από ακατέργαστους κορμούς δέντρων, με τέσσερις φούρκες μπηγμένες στο χώμα». Ο δικός της αργαλειός, αυτοσχέδιος κι αυτός, αλλά πολύ καλά κατεργασμένος, δημιουργεί ένα πολύχρωμο υφαντό, με λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία, γεμάτο φύση, πάθος για ζωή, γνώση και έρωτα.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να πούμε δυο λόγια παραπάνω για τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου. Τον δάσκαλο που πάλευε από νέος για το δίκιο, που άντεξε όλες τις κακουχίες του πολέμου, υπέστη κι αυτός, όπως χιλιάδες, εκατομμύρια άλλοι, τη βία του κατακτητή, πίστεψε σε μια άλλη, καλύτερη κοινωνία και θυσίασε τα πάντα για αυτό το ιδανικό.
Είναι ο άνθρωπος που «δεν κάθισε φρόνιμος», δεν υποτάχθηκε στη μοίρα του, που αγάπησε τους ανθρώπους και τη ζωή και για αυτό ήταν τόσο πρόθυμος να θυσιαστεί για ό,τι αγάπησε. Η συγγραφέας τον αναδεικνύει σε σύμβολο αυτοθυσίας, αγάπης, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Με όλα του τα ελαττώματα, τις αδυναμίες, τα λάθη και τα κρίματα.
Είναι ο πανανθρώπινος ήρωας, αυτός ο απλός καθημερινός άνθρωπος, που πήρε μια μέρα το τουφέκι και βγήκε στα βουνά, που μελετούσε, διάβαζε και ήθελε τη γνώση του να τη μοιράσει απλόχερα γύρω του.
Είναι ο διαφωτιστής, ο πολεμιστής, ο άνθρωπος που ερωτεύεται και ζει με πάθος, γιατί έχει κατανοήσει πως η ζωή έχει αξία, όταν παλεύεις, για να αλλάξεις τον κόσμο, όταν «δεν βολεύεσαι με λιγότερο ουρανό». Ανθρωποι σαν αυτόν, μπορούν να χορέψουν τον χορό του αετού.
Κλείνοντας, αξίζει να πούμε πως πρόκειται για ένα βιβλίο με βαθιά αντιπολεμικά μηνύματα, που δεν καταφεύγει σε συναισθηματισμούς και ευχολόγια, αλλά καταδικάζει τις φρικαλεότητες των κατακτητών, τα εγκλήματα σε βάρος των ανταρτών, το ολοκαύτωμα των αμάχων.
Οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν, ούτε τα εγκλήματα των κατακτητών. Γιατί οι πόλεμοι δεν σταματούν με λόγια και ευχές για ειρήνη. Σταματούν με τη συλλογική πάλη ανθρώπων σαν του δασκάλου του βιβλίου, ανθρώπων που εμφορούνται από πάθος για έναν άλλον, ανθρώπινο - έναν δίκαιο - κόσμο.