Σάββατο 6 Αυγούστου 2022 - Κυριακή 7 Αυγούστου 2022
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 27
ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
30 χρόνια από τον θάνατο της Τζένης Καρέζη

Β' Μέρος

Η Καρέζη είχε duende. Μια ισπανική έκφραση που δεν μεταφράζεται εύκολα, γιατί το duende είναι η εσωτερική φλόγα που νιώθει κάποιος όταν ξεπερνά τον εαυτό του και τα όριά του στη δημιουργία. Αυτό που σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου, το παρελθόν και το μέλλον σου. Ο Λόρκα έλεγε πως μοιάζει με το δυνατό βήμα που κάνεις, αποφασιστικά και παθιασμένα, μοιάζει με στροβίλισμα στον αέρα, σαν να χάνεσαι στη δημιουργικότητα και στη φαντασία κι ύστερα να πατάς ξανά στη γη, πιο αποφασιστικός από ποτέ, έχοντας περάσει τα όρια των ικανοτήτων σου. Τολμηρή όπως είναι, δε διστάζει να μεταπηδήσει από το δράμα όπου διαπρέπει, στην κωμωδία. Το καλοκαίρι του '55 συνεργάζεται με δυο ογκόλιθους της κωμωδίας, τον Ηλιόπουλο και τον Φωτόπουλο, ενώ την ίδια χρονιά ο κινηματογράφος υποδέχεται το νέο μεγάλο αστέρι του στο «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο».

Η μεγάλη οθόνη τη λατρεύει! Το ταλέντο της πλημμυρίζει τις ταινίες που ακολουθούν, αλλά και κάτι άλλο που μαγνητίζει τους θεατές, είναι τα μάτια της. Αυτά που είχαν μαγέψει χρόνια πριν και τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, που ήταν θερμός θαυμαστής της και συμμαθητής της στο δημοτικό στη Θεσσαλονίκη. Πάντα έλεγε πως δεν μπορούσε να ξεχάσει πόση εντύπωση του είχαν κάνει. Μέχρι και τον Αλέν Ντελόν είχε σαγηνεύσει τον Ιούλιο του 1960, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Εκείνος είχε δηλώσει τότε: «Είναι από τις γυναίκες που θα μπορούσα να αγαπήσω μέσα σε μια στιγμή. Εχει δυο μάτια καταπληκτικά, τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου».

Η ίδια σε μια συνέντευξή της είχε: «Κάποιοι βρίσκουν τα μάτια μου ωραία αλλά και περίεργα και μάλλον συμφωνώ. Αλλάζουν χρώμα με την ψυχική μου διάθεση, με τη χαρά μου ή και με αυτά που βλέπω. Αν είναι άσχημο αυτό που αντικρίζουν, το ξεχνούν και αποφεύγουν να το θυμηθούν».

Από το μοιραίο τάβλι στον Ισθμό, στο «Τσίρκο»


Το 1966 μπαίνει ο Κώστας Καζάκος στη ζωή της. Ερωτεύονται στα γυρίσματα της ταινίας «Κοντσέρτο για πολυβόλα», στα Ισθμια. Παίζουν τάβλι κι ένας μεγάλος έρωτας ξεκινάει. «Είχαμε συναντηθεί αρκετές φορές σε δουλειές, αλλά πριν από εκείνο το γύρισμα, ήταν σαν να μην είχαμε ιδωθεί ποτέ. Λες και πρωτοσυναντηθήκαμε εκεί», λέει λίγο μετά ο Καζάκος.

Ακολουθεί το «Αγάπη κι αίμα» του Νίκου Φώσκολου. Ο σκηνοθέτης είχε πει τότε: «Δούλευε σαν σκυλί. Για τα γυρίσματα της ταινίας την έπαιρνε στη 1 το βράδυ ένα αυτοκίνητο από το "Γκλόρια", που έπαιζε τότε, και την έφερνε στην Κωπαΐδα. Κοιμόταν περίπου 3 ώρες, έτρωγε μια φέτα καρπούζι, γιατί έκανε εξαντλητική δίαιτα, και στις 7 το πρωί ερχόταν στον κάμπο για τα γυρίσματα».

Η Τζένη Καρέζη πολιτικοποιείται έντονα με διαρκή συμμετοχή στα κοινά, μέσα στη χούντα και κυρίως μετά τον γάμο της. Στρατεύεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα και συμμετέχει ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Το 1973 ανεβάζουν «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», σε κείμενα Καμπανέλλη και σκηνοθεσία Καζάκου, στο θέατρο «Αθήναιον», απέναντι από το Πολυτεχνείο. Τα τραγούδια του Ξαρχάκου ερμηνεύει ο αξέχαστος Νίκος Ξυλούρης. Το έργο και η παράσταση γράφουν ιστορία. Τη βλέπουν πάνω από μισό εκατομμύριο θεατές! Οι χουντικοί από τη λογοκρισία, όμως, καταλαβαίνουν γρήγορα πως εξαπατήθηκαν και ενέκριναν τελικά ένα αντικαθεστωτικό έργο. Η Καρέζη συλλαμβάνεται και οδηγείται στο ΕΑΤ-ΕΣΑ Ν. Φιλαδελφείας και κρατείται στην απομόνωση από τις 22 Νοέμβρη έως τις 15 Δεκέμβρη 1973.

Η παράσταση μετά από καιρό ξανανεβαίνει, αλλά κάθε βράδυ πάνε στο θέατρο μυστικοί αστυνομικοί που σημειώνουν τις φράσεις που οι θεατές χειροκροτούν. Καρέζη και Καζάκος μέρα παρά μέρα απειλούνται από τον στρατιωτικό ανακριτή ότι θα τους στείλει εξορία. Τελικά συλλαμβάνονται και φυλακίζονται.

Εκείνη είχε πει για το έργο: «Επρεπε να είναι κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι, να κλείνει μέσα του πολλή ρωμιοσύνη και μέσα από τη σάτιρα, τον αυτοσαρκασμό, το γέλιο και το δάκρυ, να μιλήσουμε για τους καημούς και τα όνειρα της φυλής μας, για προδομένους αγώνες, για προδομένες ελπίδες και πάνω απ' όλα για ομορφιά. Για την ομορφιά αυτού του λαού, που δεν παύει ποτέ να αγωνίζεται, να προδίδεται, να πιστεύει και να συνεχίζει τον αγώνα του, διατηρώντας τις ρίζες του αναλλοίωτες αιώνες τώρα. Ολα αυτά όμως θα 'πρεπε να ειπωθούν ρωμαίικα, ζεστά. Καθόλου φιλολογικά. Καθόλου εγκεφαλικά. Θα 'πρεπε, δηλαδή, να γραφτεί ένα έργο που να έχει μέσα του τους σπόρους της λαϊκής μας τέχνης. Εγχείρημα δύσκολο, άπιαστο σχεδόν».

Η Στιούαρτ κι ο Λεμπέσης

Ο Γιώργος Λεμπέσης, ο θρυλικός θεατρικός παραγωγός, που ήξερε και αγαπούσε όσο κανείς επιχειρηματίας το θέατρο, και που από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 είχε αναλάβει τις δουλειές της Καρέζη, το 1990 είχε την επαναστατική ιδέα να δουλέψουν μαζί Τζένη - Αλίκη, στο έργο «Μαρία Στιούαρτ» του Σίλερ. Τότε του είχε πει η Αλίκη: «Στα ονόματα που θα μπουν στη μαρκίζα, η Τζένη προηγείται και δεν το συζητώ». Αλλά δεν πρόλαβαν...

«Για το αν έχω ανταγωνισμό με την Αλίκη Βουγιουκλάκη; Μην τα ακούς αυτά», δήλωνε η Καρέζη, σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις. «Ποτέ δεν υπήρξε. Κάποτε εξυπηρετούσε, ειδικά στον κινηματογράφο, τις εταιρείες στο να μας μοιράζονται. Είμαστε εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες. Αυτό όμως δεν μας εμπόδισε να έχουμε μια ωραία σχέση».

Αλλά και η Βουγιουκλάκη είχε πει: «Τέτοια πλάσματα γεννιούνται μια φορά και δεν πεθαίνουν ποτέ! Ημασταν δυο βίοι παράλληλοι, από μικρές μαζί και δίπλα η μία στην άλλη. Η Τζένη Καρέζη σφράγισε το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο με τη μοναδική της λάμψη. Αναμφισβήτητα, ήταν καλύτερη ηθοποιός από μένα. Η υπερηφάνεια, η μαγεία, το ήθος και η λάμψη της θ' αστράφτουν για πάντα».

Η Αλίκη κέρδιζε στο σινεμά, η Τζένη στο θέατρο.

Θέατρο ουσίας και απαιτήσεων

Προλαβαίνει ωστόσο να κάνει κάποια από αυτά που σχεδίαζε, προλαβαίνει να δημιουργήσει σπουδαία πράγματα σε ένα θέατρο ουσίας και απαιτήσεων και με την πλατεία πάντα γεμάτη.

«Η Καρέζη (γράφουν οι κριτικοί στις εφημερίδες) παίζει με κάθε ίνα της και κάθε κύτταρό της, ζήσαμε στιγμές σπάνιας υποκριτικής. Εκεί η κριτική αφοπλίζεται και το μόνο για το οποίο μακαρίζεις τον εαυτό σου, είναι πως ευτύχησες να είσαι παρών».

Και αλλού: «Η Τζένη Καρέζη κέρδισε με το σπαθί της τη θέση της στων τραγικών μεγεθών την πόλιν. Σπανιότατα βλέπουμε ηθοποιό σε τραγωδία με τέτοια συναισθηματική πληρότητα. Ηταν από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή γεμάτη, παλλόμενη, άνετη και πλαστική. Ρυθμικά και μουσικά σωστά κουρδισμένη. Δεν υπήρχε κενό στην ερμηνεία της».

Και για την ερμηνεία στο κύκνειο άσμα της, το «Διαμάντια και μπλουζ», γράφουν:

«Η Καρέζη δεν αφήνει αναπνοή, λέξη, παύση, βλέμμα, χαμόγελο πικρό ή χαμόγελο γλυκό, ανεκμετάλλευτα. Ολη η γκάμα των αμέτρητων εκφράσεων που μπορεί να πάρει το πρόσωπο, τα μάτια, το στόμα μιας ηθοποιού, όλα τα έχει ρίξει στην υπηρεσία του ρόλου του δικού της σε σημείο που να προκαλεί τρόμο».

Στις 17 Νοέμβρη 1978 δημιουργεί το δικό της θέατρο, το «Αθήναιον», το σημερινό «Τζένη Καρέζη». Το εγκαινιάζει με το «Πολίτες Β' Κατηγορίας» και εκεί παίζει, επιτέλους, τους ρόλους που ονειρευόταν.

Το «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;», σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν, σπάει ταμεία και εκείνη αποθεώνεται από τους κριτικούς.

Ενδεικτικά για την ερμηνεία της στον ρόλο της Μάρθας γράφτηκε:

«Η Τζένη Καρέζη ήταν ένα τέλειο ηχείο του ρόλου της. Αυτού του ανείπωτου ρόλου - ανέμου, που διαπερνούσε όλες τις κλίμακες μιας μουσικής τραγωδίας. Από τους αργούς ρυθμούς του αναφιλητού μέχρι την τρομαχτική αναταραχή ενός άγριου κρεσέντο. Η Μάρθα της βρισκόταν πάντοτε στο κέντρο του στροβίλου, πότε τελεσίδικα επιθετική, άλλοτε αποκρουστικά μαινόμενη και μόνιμα τραγικά εύθραυστη. Θα τη χαρακτηρίζαμε σαν μια ηθοποιό που ανταποκρίθηκε στο ρόλο της με υποδειγματική αφοσίωση».

Τριάντα χρόνια από τον θάνατό της, ο συγγραφέας Γιώργος Μανιώτης δίνει ένα συγκινητικό κείμενο στον Θανάση Νιάρχο. «Η Τζένη Καρέζη ήταν το μελαχρινό στοιχείο στο star-system της μεταπολεμικής Ελλάδος. Το πάθος της για την υποκριτική ήταν βαθύχροο και όχι ανοιχτόχρωμο και επιπόλαιο. Στην κωμωδία ήτανε άπιαστη. Είχε θητέψει πλάι στους μεγάλους κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου και είχε αφομοιώσει παντελώς την μεγάλη τους τέχνη. Οσο και αν το αδηφάγο μεταπολεμικό κοινό την έσπρωχνε να παρουσιάζει τους κωμικούς της ρόλους στα όρια της καρικατούρας για να ξελιγωθεί στα γέλια ανέμελα και ανέξοδα, αυτή ως δαιμονία ηθοποιός που ήταν δεν ξεχνούσε ποτέ να ντύνει τους κωμικούς της ρόλους με μια βαθιά αίσθηση πονεμένης ανθρωπιάς. Και τότε γινόταν ένα θαύμα... Η κωμική αίσθηση του ρόλου ενδεδυμένη με την βαθιά ανθρωπιά της έφτανε στα μάτια του ακατέργαστου κοινού με την φινέτσα μιας παιδικής αθωότητας που σε έπειθε ότι δεν έχεις μπροστά σου ένα άψυχο, εγκεφαλικό σχήμα αλλά μια θερμή ύπαρξη που πάλλεται και δονείται από όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ζωντανών ανθρώπων. Αλλά δεν σταμάτησε μόνον στην κωμωδία. Με τον καιρό το βαθύχροο πάθος της την ώθησε να μπει και να περπατήσει στα δύσκολα εδάφη του τραγικού, παλαιού και σύγχρονου. Με συμπαραστάτη τον λαμπρό ηθοποιό και σύζυγό της Κώστα Καζάκο, όρμηξε με αυτοθυσία στο σοβαρό ρεπερτόριο. Αυτό δεν ήταν μονάχα εξέλιξη (αν και θα το έλεγα καλύτερα απελευθέρωση) του δικού της ταλέντου, αλλά και εξέλιξη και απελευθέρωση του κοινού που την ακολουθούσε. Στα αρχαία θέατρα ακούστηκαν οι σκοτεινοί της τόνοι και οι σπαραχτικοί θρήνοι με τρόπο μοναδικό. Με το ταλέντο της έστρωνε ποικιλόμορφο χαλί και μας παρουσίασε όλη την ιστορία της τραγικής μοίρας των ανθρώπων από την Δύση ως την Ανατολή. Ητανε μια προσωπικότητα, τέλειος γνώστης της εποχής που ζούσε. Ολες οι εμπειρίες του παρελθόντος, όλα τα αποτελέσματα από τις πράξεις του παρόντος, την βοηθούσαν να χαρτογραφεί το μέλλον με σοφία και σύνεση.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βράδια μετά από δυνατές και εξαντλητικές παραστάσεις, τα τραπέζια που οργάνωνε στο σπίτι της με όλους τους παλιούς της φίλους και τους νέους που τότε ξεμύτιζαν σαν πολλά υποσχόμενοι στο χώρο του θεάτρου. Συζητήσεις που κρατούσαν ως τα χαράματα και παράλληλα μαθήματα για την λειτουργία του κόσμου! Αξέχαστα βράδια, νέοι ηθοποιοί, νέοι δημοσιογράφοι, έγκυροι κριτικοί βιβλίου και κινηματογράφου, νέοι πολιτικοί, μια μεγάλη παρέα που ετοιμάζονταν να ξεχυθεί στο μέλλον. Τα πρωινά που γυρίζαμε στα σπίτια μας είχαμε την εντύπωση ότι όλα θα πήγαιναν μια χαρά στην χώρα μας. Αυτές οι παρέες μάς βοηθούσαν να χαρτογραφήσουμε και τα δικά μας τοπία. Ητανε μια σκυταλοδρομία πολιτισμού. Ωσπου ένα πρωί η είδηση της ασθένειάς της έβαλε φωτιά στο σκηνικό και μείναμε να αναπολούμε την μεγάλη ηθοποιό με την ανθρώπινη συμπεριφορά και την ζωοποιό δύναμη έξω στα έρημα σκαλοπάτια του θεάτρου της.

Πέρασαν 30 χρόνια από τον θάνατό της... Εμείς όμως που την ζήσαμε εξακολουθούμε να την βλέπουμε ολοζώντανη μπροστά μας».

Εζησε με τους όρους της

Τον Μάη του 1992, δύο μήνες πριν από τον θάνατό της, η Τζένη Καρέζη σε επιστολή της προς τον Τύπο αναφέρει: «Θέλω να ζω με τους δικούς μου, θέλω να κάνω τη λατρεμένη μου δουλειά. Θέλω να προσφέρω. Να αγαπώ και να με αγαπούν. Δεν χάνονται αυτά. Δεν πρέπει να χαθούν. Δεν θέλω να χαθούν. Και πάντα θα ελπίζω».

Η Λούλα Αναγνωστάκη είχε πει: «Δέκα μέρες πριν από τον θάνατό της, είχα πάει στο σπίτι της. Αρρωστη πολύ, μου είχε πει πως ήταν ίσως και η τελευταία φορά που την έβλεπα. Καθόταν στην πολυθρόνα της, ντυμένη σαν έφηβη, με αθλητικά παπούτσια. Πρώτη φορά την έβλεπα με αυτά τα παπούτσια. Κάπνιζε ασταμάτητα. Με απελπισία, θυμό και αδικία. Αυτή την εικόνα νομίζω θα την κρατήσω μέσα μου. Αυτή περισσότερο από την άλλη, της ηθοποιού που λαμποκοπούσε στη σκηνή, που θαύμαζε και αγαπούσε ο κόσμος και οι φίλοι της».

Σε συνέντευξή του, ο Κωνσταντίνος Καζάκος είχε εξομολογηθεί: «Ημουν ένα πολύ τυχερό παιδάκι, είχα δύο υπέροχους γονείς. Και η μάνα μου και ο πατέρας μου ήταν καταπληκτικοί. Πάντα έβρισκαν ώρα για μένα, να περνάμε ποιοτικό χρόνο μαζί και άμα δεν έβρισκαν ώρα, πήγαινα εγώ μαζί τους. Η μαμά μου ήταν πολύ τρυφερή, είχε ισορροπία, δεν με είχε κακομάθει ούτε καλομάθει, ήμουν τόσο όσο. Ημουν η αδυναμία της η μεγάλη. Εκρηκτικός χαρακτήρας, αν δεν της άρεσε κάτι θα στο έλεγε κατευθείαν τσεκουράτα.

Με την αρρώστια της μητέρας μου είχαμε περάσει πολύ δύσκολα, μέχρι που σε κάποια φάση νομίζω και η ίδια το αποδέχθηκε κάπως. Ενώ κρατιόταν με νύχια και με δόντια στη ζωή, σε κάποια φάση συμφιλιώθηκε με την ιδέα. Δεν ξέρω αν έφυγε χαρούμενη, έφυγε με ένα χαμογελάκι».

Στη μνήμη της ιδρύθηκε, τη χρονιά του θανάτου της, το ίδρυμα «Τζένη Καρέζη», με σκοπό την παρηγορητική αγωγή των ασθενών που πάσχουν από καρκίνο και χρόνιες καταληκτικές νόσους και τη με κάθε μέσο ανακούφισή τους από τον πόνο.


Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ


Κορυφή σελίδας
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ