ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 10 Μάρτη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
της ΛΙΛΗΣ ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΥ

Η Λιλή Μαυροκεφάλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια στη Βόρεια Ελλάδα. Στα δέκα οκτώ της μετακόμισε οικογενειακώς στην Αθήνα και σπούδασε Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία, καθώς και Ιστορία - Αρχαιολογία στο πανεπιστήμιο. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση και στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, στο Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων.

Στο χώρο της λογοτεχνίας εμφανίστηκε το 1977 με το ιστορικό μυθιστόρημα «Αγης».

Το 1981 εκδίδεται ο «Κλεομένης», συνέχεια του προηγούμενου, βραβευμένου από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1986 το «Αλλο».

Ακολουθούν «Μέρες Καυτού Καλοκαιριού», 1990, «Δύο στον Καθρέφτη»,«Το πιο όμορφο ταξίδι», 1997, παιδικό μυθιστόρημα, βραβευμένο από τη «Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά»,«Της Φωτιάς και της Ερημιάς», 1997, το τελευταίο της μυθιστόρημα.

Ολα τα ανωτέρω βιβλία βρίσκονται σε κυκλοφορία και τα περισσότερα έχουν εισαχθεί στα σχολεία και στα πανεπιστήμια.


Το τηλέφωνο

Παπαγεωργίου Βασίλης

Κουρνιασμένο επάνω στο τραπεζάκι του χολ, παρέμενε σιωπηλό κι αινιγματικό το μαύρο τηλέφωνο. Η νέα γυναίκα κάπνιζε το να τσιγάρο πάνω στ' άλλο, ξεφύλλιζε περιοδικά, πηγαινοερχόταν δίχως φανερό λόγο κι όλο το λοξοκοίταζε σαν να 'ταν άνθρωπος του σπιτιού που είχε κακιώσει μαζί της κι είχε κλειστεί σε πεισματάρα σιωπή.

Το δυάρι ήταν παράξενα σιωπηλό κι ας έφτανε μέχρις εκεί ο αχός του δρόμου: Κορναρίσματα, μαρσαρίσματα, φωνές. Η σιωπή του παρέμενε άθραυστη. Και τα κατεβασμένα παντζούρια, οι κλειστές κουρτίνες, τη βάθαιναν.

Ακινησία παντού και το μόνο που σαλεύει είναι αυτή η γυναίκα με τα ξανθωπά, βαμμένα μαλλιά και το αδύνατο πρόσωπο, όπου σμίγουν η παιδικότητα, η περηφάνια κι η απόγνωση. Ξάφνου το τηλέφωνο χτυπά, θρυμματίζει τη σιγή. Ετρεξε κι άρπαξε με λαχτάρα τ' ακουστικό. «Λέγετε!», φώναξε με κομμένη ανάσα κι αμέσως μετά «κάνετε λάθος», ψιθύρισε. Δεν ξανάπιασε το περιοδικό. Αυτή η ζεστή, αντρική φωνή που ζητούσε κάποια άλλη ήταν μια πρόκληση, ένα ερέθισμα για δράση. Με το μαυρισμένο στην άκρη από τον καπνό δάχτυλό της, σχηματίζει γρήγορα γρήγορα, σαν να φοβάται μήπως το μετανιώσει, έναν αριθμό στο τηλέφωνο. Με χτυποκάρδι τ' ακούει να κουδουνίζει, μια, δυο, δέκα φορές. Κανένας δεν απαντά. Λείπουν, φαίνεται. Ανάβει τσιγάρο, το βλέμμα στυλωμένο στο μαυροκούτι. Κι όμως πρέπει να ξαναπροσπαθήσει, πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσει με κάποιον. Αλλο που δεν της είχε τονίσει ο γιατρός της: «Επικοινωνία, δεσποινίς Λεντάρη... Ν'αποφεύγετε την απομόνωση».

Ανοίγει την ατζέντα της. Ψάχνει τα ονόματα των γνωστών της με τα τηλέφωνα πλάι. Να ο Αντρέας! Πάντα εύκαιρος, αργόσχολος και φλύαρος. Σχεδόν πάντα στο σπίτι.

Τον πετυχαίνει, μόνο που η φωνή του δεν έχει την αλλοτινή της θέρμη. Σαν να βιάζεται, σαν να τον περιμένουν και ντρέπεται να το πει ξεκάθαρα.

Παίρνει την Ντίνα. Παλιά δεν την καταδεχόταν, της τηλεφωνούσε στη χάση και στη φέξη, σαν ένα βολικό αποκούμπι όταν ξέμενε από παρέες, μα, γι' απόψε ήταν ό,τι έπρεπε. Το «εμπρός» της Ντίνας ακούστηκε ασυνήθιστα ζωηρό, τόσο που δεν αναγνώρισε τη φωνή της και νόμισε πως είχε κάνει λάθος.

- Με συγχωρείς, χρυσή μου, θα σε πάρω εγώ άλλη ώρα να τα πούμε... Περιμένω τηλεφώνημα... Από άντρα... Γλυκούλης είναι... Θα σου τον γνωρίσω κάποια μέρα...

Δεν πρόκειται να κάνει άλλο τηλεφώνημα. Αυτοί οι δυο ήταν η τελευταία της ελπίδα. Σ' όλους τους άλλους είχε τηλεφωνήσει μόλις είχε βγει από την κλινική για ν' ακούσει το στερεότυπο: «Θα σε πάρω σύντομα» και κανείς τους δεν είχε κρατήσει το λόγο του. Κι όμως, ο γιατρός ήταν κατηγορηματικός: «Αντιδράστε, μην απομονώνεστε, αν δε θέλετε να ξανασυμβεί!».

Στο διάβολο οι ψεύτικοι φίλοι! Θα 'βγαινε μοναχή της να πάρει λίγο αέρα κι αν κάποιος της προκοπής τη γλυκοκοίταζε θα του χαμογελούσε και θα τον καλούσε στο σπίτι της. Ολα μπορούν να συμβούν. Ακόμη και να βρεις την αγάπη στην Ιπποκράτους, την ώρα που όλοι σ' έχουν εγκαταλείψει!

Στο ασανσέρ ένιωσε δυσφορία. Ο χοντρός που είχε μπει από τον τέταρτο όροφο χειροτέρεψε την κατάσταση. Της φαινόταν σαν να μην μπορούσε ν' ανασάνει, σαν να ρουφούσε εκείνος όλο τον αέρα. Εκανε υπομονή σφίγγοντας τα δόντια, ενώ ο χοντρός καμωνόταν τον ανήξερο, μέχρι που βρέθηκε στο δρόμο, στη φθινοπωρινή δροσιά και πήρε βαθιά ανάσα. Καιρός ήταν. Λίγο ακόμη και θα λιποθυμούσε.

Δίσταζε να προχωρήσει, μα θυμήθηκε το γιατρό της και πήρε να κατηφορίζει την Ιπποκράτους. Το κεφάλι της βούιζε, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, μα προχωρούσε. Ανέκαθεν είχε θέληση.

Απόψε ο δρόμος ήταν αλλόκοτος κι αλλιώτικος. Τα φώτα άστραφταν εκτυφλωτικά, χιλιάδες φώτα, πολύχρωμα. Ενα φωτεινό, βουερό ποτάμι κυλούσε στο δρόμο και μέσα του πλέανε τ' αυτοκίνητα. Παράξενα αυτοκίνητα, με μάτια, μύτη κι αυτιά. Υπουλα και παμπόνηρα. Βάδιζε βιαστικά από τη μέσα πλευρά του πεζοδρομίου, ξυστά στις πολυκατοικίες, γιατί η στάθμη του όλο ανέβαινε κι ο ποταμός θα ξεχείλιζε. Τα τακούνια της κάνανε πολύ θόρυβο κι ας έβαζε τα δυνατά της να πατά όσο πιο ελαφρά μπορούσε. Οι περαστικοί την κοίταζαν με μίσος σαν να το 'κανε επίτηδες. Ξάφνου της κόπηκε η ανάσα και κρύος ιδρώτας την έλουσε πατόκορφα. Θέλανε να της κάνουνε κακό! Αλλιώς γιατί ξετυλίγονταν τα χέρια τους, τα πλοκάμια τους, πες καλύτερα, προς τη μεριά της;

Το 'βαλε στα πόδια. Ηξερε πως την είχαν πάρει στο κατόπι όλοι μαζί, μα δεν τολμούσε να γυρίσει πίσω το κεφάλι να υπολογίσει την απόσταση που τη χώριζε από τους διώκτες της.

Μ' ανακούφιση ξαναβρέθηκε στο δυάρι της. Εκεί δεν κινδύνευε. Δεν ξέρανε το καταφύγιό της. Για μια ακόμη φορά, τους είχε ξεγελάσει. Ηταν πιο έξυπνη.

Ανοιξε την τηλεόραση και βούλιαξε στην πολυθρόνα της. Επαιζε κωμωδία. Ξαφνικά πάγωσε. Εκείνος ο φαλακρός πίσω ακριβώς απ' το Βέγγο ήταν ο πιο επικίνδυνος απ' όλους! Πώς μπόρεσε να τρυπώσει μες στο σπίτι της, όπου όλα ήταν κατάκλειστα; Ομως υπήρχε η καταραμένη κεραία της τηλεόρασης. Σίγουρα από κει μέσα θα είχε γλιστρήσει. Αν έκλεινε την τηλεόραση, μπορεί να εξαφανιζόταν ο ελεεινός, αλλά πώς να 'κανε τόσα βήματα επάνω στη μοκέτα που είχε γεμίσει μαύρες τρύπες κι όλο μεγάλωναν; Το βλέμμα της έπεσε επάνω στο ανθοδοχείο, στο τραπεζάκι πλάι της. Αυτό το βαρύ κρύσταλλο ήταν η σωτηρία της. Τ' άρπαξε και το εκσφενδόνισε με ορμή επάνω στην οθόνη. Σπινθήρες, καπνός, σπασμένα γυαλιά! Μετά ησυχία. Γέμισε θρίαμβο. Τον είχε νικήσει! Ηταν δυνατή. Ηταν πάντα η πιο δυνατή! Οι δυνάμεις ήταν ακόμη μαζί της. Τις εξουσίαζε.

Μα, δεν πρόλαβε να χαρεί καλά καλά κι οι τοίχοι άρχισαν να ζωντανεύουν. Δεν ήταν η πρώτη φορά κι ήξερε τι θα επακολουθούσε. Να... Φουσκώνουν, κυρτώνουν, τρικυμίζουν, τρεμουλιάζουν, γεννοβολούν... Αντρες και γυναίκες ανάκατοι κυνηγιούνται, σμίγουν σ' ερωτικά συμπλέγματα, απλώνουν τα χέρια προς το μέρος της, καλώντας τη να γίνει ένα μαζί τους. Ολο στενεύουν τον κλοιό γύρω της, όλο και πιο πολύ ξεκορμίζουν απ' τους τοίχους, όλο ζυγώνουν...

Εκρυψε το πρόσωπο μες στα χέρια της να μη βλέπει άλλο. Η αγωνία την έπνιγε, η καρδιά της κόντευε να σπάσει από τρόμο. Σε λίγο θα την καταβροχθίσουν, θα την εξαφανίσουν και θα χαθούν πάλι μες στους τοίχους. Και το έγκλημά τους δε θα φανερωθεί ποτέ, μα ποτέ!

Το τηλέφωνο! Το τηλέφωνο! Αν τηλεφωνούσε στο γιατρό της; Μπορεί να είναι ακόμη στο ιατρείο του. Της το 'χε άλλωστε τονίσει: «Τηλεφωνήστε μου αμέσως, μόλις νιώσετε κίνδυνο». Της απάντησε ο αυτόματος τηλεφωνητής του κι ένα μουγκρητό απελπισίας ξέφυγε μέσα απ' το στήθος της. Από πουθενά δεν είχε να περιμένει βοήθεια. Και τότε θυμήθηκε τα χαπάκια που της είχε δώσει και τον ξεγελούσε πως τα έπαιρνε. Απόψε, όμως, δεν άντεχε. Ο φόβος ήταν μεγάλος, ο κίνδυνος τρομερός.

Ενα μισογεμάτο ποτήρι πορτοκαλάδα ήταν πλάι της ευτυχώς. Με αργές κινήσεις άρχισε να καταπίνει ένα ένα τα καφετιά χαπάκια, κάνοντας οικονομία στην πορτοκαλάδα να φτάσει...

Πέταξε κάτω το άδειο σωληνάριο κι αμέσως σχεδόν οι κινήσεις των ξεδιάντροπων χορευτών ατόνησαν. Προαισθανόταν πως σε λίγο θα ξαναχώνονταν στον τοίχο. Κι οι τρύπες στη μοκέτα όλο μίκραιναν...

Ενα γλυκό μούδιασμα απλωνόταν στο κορμί της σιγά σιγά. Βούλιαζε στον ύπνο σαν μέσα σε πούπουλα. Κρύωνε όμως πολύ. Εκανε να σηκωθεί να βρει κάτι να σκεπαστεί, μα τα μέλη της ήταν βαριά κι ανυπάκουα. Παραδόθηκε στην ανημποριά της κι απόμεινε ν' αφουγκράζεται τον αχό του δρόμου και το τικ τακ του ρολογιού, ήχους γνώριμους, που σιγά σιγά ξεθώριαζαν, καθώς ο ύπνος την τύλιγε, την έπαιρνε μακριά.

Γλιστρούσε σ' ένα μονοπάτι όλο διάχυτο φως και πια δεν άκουγε τον αχό του δρόμου ούτε το τικ τακ του ρολογιού, παρά μόνο θεσπέσια μουσική. Μια τέτοια απόλυτη ευτυχία δεν είχε ποτέ της φανταστεί και πλημμύριζε ευγνωμοσύνη. Ηταν τόσο τυχερή...

Το τηλέφωνο χτύπησε και ξαναχτύπησε. Και μέχρι αργά τη νύχτα χτυπούσε επίμονα. Κι όλη την άλλη μέρα. Μα, αυτή δεν τ' άκουγε. Δεν ήταν πια εκεί κι ας χαμογελούσε.


Της
Λιλής ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org