Το παράδειγμα του Πολεμικού Ναυτικού, που ο επιχειρησιακός προσανατολισμός του υπακούει στη διασφάλιση της ευρωατλαντικής κυριαρχίας στη θάλασσα, έναντι των ανταγωνιστών, Κίνας και Ρωσίας
INTIME NEWS |
Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για την αγορά των γαλλικών «Rafale», όπου περίσσεψαν από όλα τα κόμματα οι αναφορές στην ανάγκη θωράκισης της άμυνας της χώρας και της αποτρεπτικής δυνατότητας απέναντι στην Τουρκία.
Μοναδική εξαίρεση στάθηκαν οι βουλευτές του ΚΚΕ, οι οποίοι καταψήφισαν τη σχετική σύμβαση και ανέδειξαν ότι προτεραιότητα των εξοπλιστικών προγραμμάτων είναι οι αμερικανοΝΑΤΟικοί σχεδιασμοί και όχι η άμυνα της χώρας και η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, που συνθλίβονται στις μυλόπετρες των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων, και της σημερινής.
Ερωτήματα που έθεσαν οι βουλευτές του ΚΚΕ σε αυτήν τη συζήτηση έμειναν αναπάντητα:
Τα ερωτήματα αυτά, με αφορμή τα «Rafale» αλλά και την αναβάθμιση των αμερικανικών «F-16», δίνουν το περίγραμμα της πολιτικής της βαθιάς εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, για τα συμφέροντα της αστικής τάξης και όχι του λαού. Κρίκος αυτής της εμπλοκής είναι και τα εξοπλιστικά προγράμματα.
Και επειδή μετά τα αεροσκάφη σύντομα θα ξεκινήσει η συζήτηση για την ενίσχυση και του Πολεμικού Ναυτικού με νέο υλικό, αξίζει να ανατρέξει κανείς στους βασικούς άξονες της ΝΑΤΟικής στρατηγικής που διαμορφώνουν τα κριτήρια για το τι τελικά θα αγοραστεί και με ποιο σκοπό, διατάσσοντας και τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων σε αποστολές που καμία απολύτως σχέση δεν έχουν με τη θωράκιση της άμυνας της χώρας.
«Μπούσουλας» για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, όπως και των άλλων «συμμάχων», είναι η «Ναυτική Στρατηγική της Συμμαχίας» («Alliance Maritime Strategy»). Πρόκειται για κείμενο του 2011 που βάζει σε πρώτο πλάνο τη «συμβολή των ναυτικών δυνάμεων στην υποστήριξη των στόχων του ΝΑΤΟ τις επόμενες δεκαετίες», αναλαμβάνοντας «κρίσιμους ρόλους για την εκπλήρωση, υπεράσπιση και προώθηση των συλλογικών συμφερόντων της Συμμαχίας σε ένα φάσμα προκλήσεων άμυνας και ασφάλειας».
Με αυτό το δόγμα, το πρόταγμα για τις ναυτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ είναι να αναπτύξουν ένα «φάσμα στρατηγικών επιλογών στη Συμμαχία» με «συνεισφορές» σε τομείς όπως «αποτροπή και συλλογική άμυνα» και «διαχείριση κρίσεων», καθώς «το 90% του παγκόσμιου εμπορίου είναι θαλάσσιο και το 75% του εμπορίου διέρχεται από λίγα, ευάλωτα κανάλια και διεθνή στενά».
Στο ίδιο κείμενο επισημαίνεται ότι «το θαλάσσιο περιβάλλον περιλαμβάνει εμπορικές διαδρομές, σημεία συνωστισμού (choke points), λιμάνια και άλλες υποδομές, όπως αγωγούς, πλατφόρμες πετρελαίου και φυσικού αερίου και δια-ωκεάνια καλώδια τηλεπικοινωνιών. Το παγκόσμιο εμπόριο βασίζεται σε ασφαλή και χαμηλού κόστους διεθνή δίκτυα θαλάσσιων μεταφορών και διανομής, που είναι ευάλωτα σε διαταραχές, στο βαθμό που ακόμα και οι μικρές διακοπές θα επηρεάσουν σοβαρά το διεθνές εμπόριο και τις οικονομίες των συμμάχων».
Βέβαια, το ενδιαφέρον του ΝΑΤΟ για την «ομαλή διεξαγωγή» του παγκόσμιου εμπορίου δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση των «διαταραχών» όπως η πειρατεία ή οι πολεμικές συγκρούσεις, όπου τις περισσότερες φορές είναι και το ίδιο αναμεμειγμένο.
Στοχοποιεί παράλληλα την αναβαθμισμένη δυνατότητα άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων να ελέγχουν βασικούς κόμβους στους δρόμους του εμπορίου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κίνα, που αναπτύσσει το θαλάσσιο παρακλάδι της πρωτοβουλίας «Μια ζώνη, ένας δρόμος» κατά μήκος του Ειρηνικού Ωκεανού, εξαγοράζοντας κρίσιμες λιμενικές υποδομές σε όλη τη διαδρομή μέχρι τη Μεσόγειο. Η ανάσχεση αυτού του σχεδιασμού, που υποστηρίζεται και στρατιωτικά από την Κίνα και απειλεί τα αμερικανοΝΑΤΟικά συμφέροντα, απαιτεί ισχυρό «συμμαχικό» Ναυτικό, ικανό «να επιχειρεί σε ανοιχτές θάλασσες».
Η ίδια στρατηγική περιγράφει και άλλα πεδία δράσης όπου οι ναυτικές δυνάμεις χωρών του ΝΑΤΟ αναλαμβάνουν αυξημένους ρόλους. «Υπάρχουν αλιεία και άλλοι πολύτιμοι πόροι που βρίσκονται μέσα, πάνω και κάτω από τον πυθμένα του ωκεανού. Οι κλιματολογικές αλλαγές (βλ. τήξη των πάγων) δημιουργούν νέες ευκαιρίες και προκλήσεις, οι οποίες μεταξύ άλλων επιτρέπουν νέες και οικονομικά ελκυστικές θαλάσσιες διαδρομές, καθώς και βελτιωμένη πρόσβαση σε πόρους. Η διατήρηση της ελευθερίας της πλοήγησης, των θαλάσσιων εμπορικών οδών, των κρίσιμων υποδομών, των ενεργειακών ροών, της προστασίας των θαλάσσιων πόρων και της περιβαλλοντικής ασφάλειας είναι όλα προς το συμφέρον της ασφάλειας των συμμάχων», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Βέβαια, στην περίπτωση των θαλάσσιων ζωνών που αφορούν τη Μεσόγειο, τα ελληνικά και κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα, το ΝΑΤΟ βλέπει «διαφιλονικούμενα ύδατα» με την Τουρκία και σπρώχνει προς τη συνεκμετάλλευση.
«Προς υποστήριξη αυτών των αναγκών, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ευέλικτες, καλά εκπαιδευμένες και εξοπλισμένες, ταχέως αναπτυσσόμενες και βιώσιμες, σε στρατηγικές αποστάσεις και πλήρως διαλειτουργικές με τους αντίστοιχους στρατιωτικούς και μη στρατιωτικούς ομολόγους τους», καταλήγει το κείμενο της Ναυτικής Στρατηγικής, η οποία επικεντρώνει στο πώς θα θωρακιστούν και στρατιωτικά τα ευρωατλαντικά συμφέροντα στη θάλασσα, στον ανταγωνισμό με τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Να σημειωθεί ότι ως «στρατηγικές αποστάσεις» εννοούνται οι μεγάλες αποστάσεις, που απαιτούν πλοία ικανά να επιχειρούν μακριά από τις βάσεις τους. Εξ ου και τα κράτη - μέλη του ΝΑΤΟ εντάσσουν στους στόλους τους μεγάλες μονάδες, όπως φρεγάτες, με αυξημένες δυνατότητες για επιχειρήσεις στη θάλασσα.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στη χώρα μας, όπου οι επιλογές των εξοπλισμών στο Πολεμικό Ναυτικό γίνονται με κριτήριο να επιχειρεί στις ανοιχτές θάλασσες, στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μαύρη Θάλασσα, έως και στον Περσικό, υλοποιώντας ΝΑΤΟικές αποστολές σε μεγάλες αποστάσεις από τις βάσεις υποστήριξης στην Ελλάδα και το υπόλοιπο ελληνικό οπλοστάσιο (αεροσκάφη, υποβρύχια, αντιαεροπορικά και αντιπυραυλικά συστήματα).
Με «άξονα» τη Ναυτική Στρατηγική, το ΝΑΤΟ επανέρχεται συνεχώς στο θέμα της κυριαρχίας στους θαλάσσιους διαύλους. Με επόμενο κείμενό του, το 2019 για τις «Ναυτικές Δραστηριότητες», εστιάζει εκ νέου στο γεγονός ότι «οι ωκεανοί του κόσμου είναι όλο και πιο πολυσύχναστοι θαλάσσιοι δίαυλοι» και ότι «σήμερα το 85% του διεθνούς εμπορίου πρώτων υλών και μεταποιημένων αγαθών ταξιδεύει θαλασσίως και τα δεξαμενόπλοια μεταφέρουν περισσότερο από το μισό πετρέλαιο παγκοσμίως».
Τονίζει ξανά ότι «ο θαλάσσιος τομέας είναι στρατηγικής σημασίας για το ΝΑΤΟ», εξ ου και «είναι αποφασισμένο να βοηθήσει στην προστασία των Συμμάχων από τυχόν απειλές στη θάλασσα ή από τη θάλασσα».
Σε αυτό το πλαίσιο, επαναβεβαιώνει τη Ναυτική Στρατηγική του 2011 και στέλνει μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση ότι «λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για να βελτιώσει τη συνολική επίγνωση της Συμμαχίας για τη θαλάσσια κατάσταση», σημειώνοντας και το γεγονός ότι «διαθέτει Μόνιμες Ναυτικές Δυνάμεις» ως «ιδιαίτερα εκπαιδευμένη ναυτική ικανότητα άμεσης απόκρισης του ΝΑΤΟ».
Αποκαλυπτική είναι και η πολυσέλιδη έκθεση που κατέθεσε στον γγ του ΝΑΤΟ επιτροπή ειδικών για τις προτεραιότητες και τους στόχους που πρέπει να υλοποιήσει το ΝΑΤΟ μέχρι το 2030, για να διασφαλίσει την κυριαρχία του έναντι των ανταγωνιστών του.
Η έκθεση, με τίτλο «ΝΑΤΟ 2030: United for a New Era», καταγράφει τη δραστηριότητα της Ρωσίας τα τελευταία χρόνια σε Μαύρη Θάλασσα και Μεσόγειο, σημειώνοντας ότι «ανέπτυξε δυνατότητες άρνησης πρόσβασης/άρνησης περιοχής (A2AD), επέκτεινε τον υβριδικό πόλεμο και απείλησε τις ενεργειακές και άλλες κρίσιμες υποδομές». Επίσης, ότι «προσπαθεί να εδραιωθεί στη λεκάνη της Μεσογείου και στην Αφρική».
Αντίστοιχα, για την Κίνα σημειώνει ότι «μακροπρόθεσμα είναι ολοένα και πιο πιθανό να προβάλει στρατιωτική δύναμη σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης ενδεχομένως της ευρωατλαντικής περιοχής», καθώς «επεκτείνει τη στρατιωτική της εμβέλεια στον Ατλαντικό, στη Μεσόγειο και στην Αρκτική, ενισχύει τους αμυντικούς δεσμούς με τη Ρωσία» και αναπτύσσει σειρά από πολεμικά μέσα.
«Οι Σύμμαχοι του ΝΑΤΟ αισθάνονται την επιρροή της Κίνας όλο και περισσότερο σε κάθε τομέα. Τα σχέδιά της, Belt and Road, Polar Silk Road και Cyber Silk Road, έχουν επεκταθεί γρήγορα και αποκτά υποδομές σε όλη την Ευρώπη, με πιθανές επιπτώσεις στις επικοινωνίες και τη διαλειτουργικότητα», προσθέτουν οι εμπειρογνώμονες του ΝΑΤΟ.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η έκθεση υπογραμμίζει την ανάγκη το ΝΑΤΟ «να επενδύσει στην ικανότητά του να παρακολουθεί και να αμύνεται ενάντια στις κινεζικές δραστηριότητες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συλλογική άμυνα, τη στρατιωτική ετοιμότητα και την ανθεκτικότητα στον τομέα ευθύνης του Ανώτατου Συμμαχικού Διοικητή Ευρώπης (SACEUR)», συμπεριλαμβανομένης της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολικής Μεσόγειου, με τις αντίστοιχες «συμμαχικές» ναυτικές δυνάμεις.
Την ίδια ακριβώς περίοδο, η ένταση ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία κλιμακωνόταν με αφορμή το «Ορούτς Ρέις», αλλά αυτό σε τίποτα δεν εμπόδισε τους δύο ΝΑΤΟικούς στρατούς να επιχειρούν μαζί, αφού έτσι κι αλλιώς η ιμπεριαλιστική συμμαχία αντιμετωπίζει όλη αυτήν την περιοχή ως ενιαίο επιχειρησιακά χώρο, με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται για τα ελληνικά και κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η «συνεργασία» ήταν τόσο εντατική που σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από ΝΑΤΟικές πηγές, σε μόλις 15 μέρες απευθύνθηκε «χαιρετισμός» (κατά τη ναυτική ορολογία) από τη ΝΑΤΟική αρμάδα σε συνολικά 300 πλοία, 6.000 πλοία εντοπίστηκαν από τα ΝΑΤΟικά αεροσκάφη, 300 πλοία ταυτοποιήθηκαν από τα υποβρύχια, ενώ σημειώθηκε και η πρώτη στην ιστορία συνεκπαίδευση τέτοιας ΝΑΤΟικής αρμάδας με το ισραηλινό ΠΝ, στα ανοιχτά της Χάιφα, για την «οικοδόμηση δυνατοτήτων διασφάλισης της περιφερειακής ασφάλειας στη Μεσόγειο», όπως αναφέρεται αρμοδίως.
Αλλη μια απόδειξη ότι ο ΝΑΤΟικός σχεδιασμός και ο αδιαπραγμάτευτος στόχος της διατλαντικής συνοχής, που μοιράζεται μαζί με όλους τους άλλους συμμάχους της η ελληνική αστική τάξη, είναι ναρκοπέδιο για τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και κάνει σμπαράλια τις κορόνες των αστικών κομμάτων περί «θωράκισης της άμυνας» απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας, η οποία ενθαρρύνεται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Αλλωστε, οι ίδιες «συμμαχικές» δυνάμεις που πουλάνε όπλα στην Τουρκία είναι που ανταγωνίζονται για τα εξοπλιστικά προγράμματα και της Ελλάδας, προκαλώντας το εξής «παράδοξο»: ΝΑΤΟικές χώρες να εξοπλίζουν μια σύμμαχό τους (την Ελλάδα) για να αμυνθεί απέναντι σε μια άλλη κοινή τους σύμμαχο (την Τουρκία), στην οποία επίσης πουλάνε εξοπλισμούς!
«Το ΝΑΤΟ έχει αναγνωρίσει εδώ και πολύ καιρό την ύπαρξη απειλών και διάχυτων κινδύνων για την ασφάλεια των Συμμάχων από τον "Νότο", επιπλέον των απειλών από την "Ανατολή". Ενας σαφής διαχωρισμός μεταξύ των δύο πλευρών χάνει, πάντως, σε σημασία: Ο Νότος και η Ανατολή ενώνονται στις ραφές (και γεωγραφικά μέσω των Δυτικών Βαλκανίων) σε σχέση με τη Ρωσία, η οποία αποκτά αυξανόμενο ρόλο στην περιοχή της Μεσογείου».
Η επισήμανση αυτή ΝΑΤΟικού παράγοντα περιγράφει τη σημασία που έχει ο Νότος (περιλαμβάνει μια ευρεία γεωγραφική περιοχή, συμπεριλαμβανομένων της Βόρειας Αφρικής και μεγάλων τμημάτων της Μέσης Ανατολής, που εκτείνονται μέχρι την υποσαχάρια Αφρική) για την «ασφάλεια» της ευρωατλαντικής συμμαχίας και του ρόλου που καλείται να παίξει η Ελλάδα με τις Ενοπλες Δυνάμεις της, μεταξύ άλλων και με το Πολεμικό Ναυτικό.
Οι Ευρωατλαντικοί επισημαίνουν ότι τα επόμενα δέκα χρόνια «ο Νότος πιθανότατα θα αποκτήσει αυξημένη σημασία για το ΝΑΤΟ», γεγονός που εξηγεί έως έναν βαθμό και την ένταση του ανταγωνισμού ανάμεσα σε δύο ΝΑΤΟικούς «συμμάχους», την Ελλάδα και την Τουρκία, για το ποιος θα έχει το «πάνω χέρι» στη θαλάσσια περιοχή της Ανατ. Μεσογείου και των στρατηγικών διαύλων στο Αιγαίο.
Στο έδαφος τέτοιων διαπιστώσεων προωθείται άλλωστε και η «λύση» της συνεκμετάλλευσης, με την ομπρέλα του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του ΝΑΤΟ για τη «θωράκιση του Νότου», οι προτεραιότητες για τις Ενοπλες Δυνάμεις της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας είναι η «ανάπτυξη των ικανοτήτων και της εμπλοκής των νότιων εταίρων και γειτόνων» και η «αύξηση της ανθεκτικότητας της Συμμαχίας και της ανταπόκρισης σε απειλές και προκλήσεις ασφαλείας που προκύπτουν από τον Νότο». Πρόκειται για σχεδιασμούς που αναθέτουν κομβικό ρόλο και στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό.
Από τις ίδιες εκθέσεις, αλλά και από άλλες πηγές, σημειώνεται επίσης ότι «το ΝΑΤΟ πρέπει να διατηρήσει την πολιτική εστίαση στη δημιουργία στρατιωτικής ετοιμότητας και ανταπόκρισης για τη νότια/μεσογειακή πλευρά».