Με αφορμή την ταινία «Καποδίστριας»
Σε πρακτικό επίπεδο, η δομή της ταινίας απέχει από τα πρότυπα των επιτυχημένων βιογραφιών. Δεν υπάρχει σαφές δραματουργικό κέντρο με κομβικό ερώτημα («δράμα ζωής»), ούτε έντονη εσωτερική σύγκρουση του ήρωα. Η αφήγηση παρουσιάζει τον Καποδίστρια σχεδόν αλάνθαστο και μόνο τους άλλους να αμφισβητούν τις επιλογές του. Κατά συνέπεια, οι κύριοι ανταγωνιστές του στέκουν σχηματικά («κακές δυνάμεις», «Ελληνες που δεν κατάλαβαν»), χωρίς σαφείς ιδεολογικές αναφορές και πραγματικά αντίπαλα κίνητρα. Οι ερμηνείες και η σκηνοθεσία ενισχύουν την επιφαινόμενη μονοδιάστατη αναπαράσταση. Ο πρωταγωνιστής (ερμηνευτικά αξιοπρεπής) αφήνεται να κρατά το βάρος όλης της ιστορίας χωρίς διλήμματα ή δραματικές κορυφώσεις. Ακόμη και οι διάλογοι ενισχύουν αυτήν την εικόνα, είναι μακροσκελείς και ενημερωτικοί, με συνεχείς επεξηγήσεις που έρχονται να καλύψουν τα δραματουργικά κενά.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι «θα μπορούσε» να κάνει ο Σμαραγδής, για να φτιάξει μια καλλιτεχνικά καλύτερη ταινία, ούτε απλώς αν ο κινηματογραφικός Καποδίστριας «αντιστοιχεί» στον ιστορικό, αλλά ποιος είναι ο ιδεολογικός ρόλος της ταινίας στο συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον και γιατί, παρά την οξύτατη αρνητική κριτική που έχει δεχτεί αυτή η ταινία, αποκτά απήχηση στις μέρες μας.
Η συζήτηση γύρω από την ταινία ανέδειξε μια έντονη αντιπαράθεση: Από τη μια, «φιλελεύθεροι» και μεταμοντέρνοι κριτικοί που ειρωνεύονται το «αναχρονιστικό εθνικό αφήγημα», εξετάζοντάς το μόνο μορφολογικά και εξωιστορικά. Από την άλλη, υπερασπιστές της ταινίας που καταγγέλλουν τον «αριστερόστροφο ελιτισμό», μιλούν για «λαϊκό έργο», «εθνική αυτογνωσία», «χριστιανικό ανθρωπισμό».
Αν μείνουμε σε αυτό το επίπεδο, δεν βγαίνει άκρη στο πεδίο της επιτυχίας της ταινίας. Ο πρώτος εκπροσωπεί τον υποκειμενικό ιδεαλισμό: Ολα είναι «αφηγήματα», «κατασκευές», δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια για την Ιστορία, παρά μόνο η αλήθεια του κάθε υποκειμένου ή μιας ομάδας υποκειμένων, έξω από αναφορά σε ταξικά συμφέροντα, σε τάξεις και στη μεταξύ τους πάλη. Με λίγα λόγια, Ιστορία στο όνομα της ατομικής ταυτότητας και «ελευθερίας του καλλιτέχνη».
Ο δεύτερος εκπροσωπεί τον αντικειμενικό ιδεαλισμό: Απαντά στη ρευστότητα και την αστάθεια της σημερινής κοινωνικής ζωής με δήθεν αιώνιες και αυθύπαρκτες αξίες - Εθνος, Πατρίδα, Παράδοση, Θρησκεία - και ένα πακέτο παλαιών-νέων μύθων.
Και οι δύο πλευρές - όσο κι αν συγκρούονται επιφανειακά - η μία με τον αποπροσανατολισμό και η δεύτερη με την επίκληση «σταθερών αξιών» επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, που είναι τη λαϊκή χειραγώγηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ταινία «Καποδίστριας» δρα ως εργαλείο του δεύτερου - του νεοσυντηρητικού - σκέλους. Σε μια εποχή όπου το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οδηγούν τους λαούς στη σφαγή του πολέμου, έρχεται να τονώσει την αστική αντίληψη ότι οι κοινωνικές αντιφάσεις λύνονται από τα πάνω, από φωτισμένες ηγεσίες, Μεσσίες με στιβαρό χέρι. Με λίγα λόγια, η ταινία μέσα από τον μύθο και με την κατασκευή του «πατριώτη ηγέτη» εξοικειώνει το κοινό με την ιδέα ότι η ασφάλεια απαιτεί ισχυρή, συγκεντρωτική εξουσία ως εχέγγυο για «εθνική ενότητα» και πειθάρχηση. Ο ιστορικός χρόνος απογυμνωμένος από την ταξική αιτιότητα δείχνεται να καθορίζεται από την υποδειγματική αρετή της προσωπικότητας του Καποδίστρια. Κάτω απ΄ αυτό το πρίσμα, η όποια κοινωνική συζήτηση για τις πραγματικές αιτίες των συγκρούσεων (οικονομικά συμφέροντα, ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και ανταγωνισμοί) οδηγείται σε εκφυλισμό ή εξαφάνιση.
Η ταινία δεν γεννήθηκε σε ιδεολογικό κενό. Η στροφή που αναζητά «παραδοσιακές» σταθερές αξίες σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται (με παραδείγματα ταινιών όπως «Ο Ανθρωπος του Θεού» ή τηλεοπτικές σειρές για τον Αγιο Παΐσιο) δημιούργησε ένα ευνοϊκό έδαφος. Η μαζική, ενίοτε συναισθηματικά φορτισμένη αποδοχή της ταινίας από τμήματα του κοινού, σε πλήρη αντίθεση με την αισθητική της ανεπάρκεια, δεν μπορεί να ερμηνευτεί με τους όρους μιας απλοϊκής ερμηνείας του γούστου, ούτε να αποδοθεί σε «χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο». Αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης ιδεολογικής διεργασίας. Αποκαλύπτει τη λειτουργία αυτού που ο μαρξισμός αναγνωρίζει ως «ιδεώδες»: Την ενσάρκωση δηλαδή συγκεκριμένων κοινωνικών αναγκών και ταξικών συμφερόντων σε μια υλική, συμβολική μορφή.
Η ταινία «Καποδίστριας» μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια «ιδεώδης» μορφή, που μεταφέρει το ιδεώδες της ισχυρής, κηδεμονευτικής εξουσίας ως λύση στο χάος. Αποτυγχάνει ως αισθητικό αντικείμενο (δραματουργική αγιογραφία, επίπεδη σκηνοθεσία), αλλά επιτυγχάνει ως ιδεολογικό σύμβολο όπου το υλικό και κοινωνικά καθορισμένο περιεχόμενο ενσωματώνεται σε αισθητικό υλικό. Η «ιδεώδης» φύση μιας ταινίας μπορεί να βρίσκεται σε αντίθεση με την άμεση αισθητική της υλοποίηση. Στην περίπτωση του «Καποδίστρια», η συμβολική του αξία (ο Καποδίστριας ως ιδεατός σωτήρας - πατέρας) επισκίασε την αισθητική του ανεπάρκεια.2
Ο κινηματογραφικός Καποδίστριας δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με τον ιστορικό Καποδίστρια. Πρόκειται για μια αποϊστορικοποιημένη κατασκευή που αντανακλά κεφαλαιοκρατικές ιδεολογικές ανάγκες του σήμερα και όχι του παρελθόντος.
Ο ρόλος της ταινίας είναι προπαρασκευαστικός. Νομιμοποιεί, μέσω της ιστορικής αναλογίας, μία κοινωνική οργάνωση βασισμένη στη θυσία, την ανάγκη για απόλυτη εμπιστοσύνη στον Ηγέτη σε καιρό κρίσης. Tμήματα του ελληνικού κεφαλαίου με τον φόβο της απότομης ριζοσπαστικοποίησης στηρίζουν, στον πολιτικό όσο και στον πολιτισμικό τομέα, μια «μηχανή αναγέννησης μύθων» για μια εποχή που πλησιάζει με νέες μορφές σύγκρουσης στο πεδίο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Η ταινία του Γ. Σμαραγδή δεν αποτελεί «ανεξάρτητη» ή περιθωριακή παραγωγή, όπως συχνά επιχειρείται να εμφανιστεί. Υποστηρίχτηκε - και οικονομικά - ως «εθνικό χρέος» από μερίδα του κεφαλαίου (π.χ. ΒΙΟΧΑΛΚΟ, όμιλος Βαρδινογιάννη) και γνώρισε θερμή υποδοχή από στελέχη της σημερινής κυβερνητικής παράταξης (π.χ. Αδωνις Γεωργιάδης) γεγονός που καταρρίπτει τον μύθο του «υποχρηματοδοτούμενου» και δήθεν αντισυστημικού δημιουργού.3
Η ταινία «Καποδίστριας» εκφράζει μια συγκεκριμένη εκδοχή της αστικής ιδεολογίας, που επενδύει στο κηδεμονευτικό πρότυπο για την «εθνική σωτηρία» ως απάντηση στις κοινωνικές και ταξικές αντιφάσεις. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αμφισβητεί το «σύστημα», αλλά αφορά τον τρόπο διαχείρισης και ιδεολογικής του νομιμοποίησης.
Η μαζική αποδοχή ταινιών όπως ο «Καποδίστριας» δεν είναι μόνο αποτέλεσμα μιας «συντηρητικής στροφής». Είναι η αισθητικοποιημένη αποτύπωση μιας διαφαινόμενης ροπής ενός τμήματος της κοινωνίας προς πιο «σταθερές» ιδεατές «λύσεις».
Παραπομπές:
1. «Ολόκληρη η εκπαίδευση, η ανατροφή και η μόρφωση της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας διέπεται από το πνεύμα των ταξικών συμφερόντων της μπουρζουαζίας. [...] Η μπουρζουαζία, μέσω του σχολείου, του Τύπου, του θεάτρου, της λογοτεχνίας, εξασκεί επιρροή στα μάζες σύμφωνα με τους σκοπούς της, προκειμένου να διατηρήσει το σύστημα της εκμετάλλευσης». Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 38, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, «Ομιλία στο Α΄ Πανρωσικό Συνέδριο για την Εξωσχολική Εκπαίδευση», 1919.
2. Ο Ιλιένκοφ ορίζει ότι: Το ιδεώδες δεν είναι ψυχικό φαινόμενο, δεν είναι υποκειμενική παράσταση, αλλά κοινωνική αντικειμενοποίηση ανθρώπινων σχέσεων, δηλαδή ενσάρκωση κοινωνικών αναγκών και ταξικών σχέσεων σε υλικές μορφές (θεσμοί, σύμβολα, γλώσσα, τέχνη, κράτος, νόμος, εμπόρευμα κ.λπ.). Εδώ θεμελιώνει ακριβώς τη σύλληψη: ιδεώδες = κοινωνική μορφή + υλική ενσάρκωση κοινωνικών σχέσεων. Δες: Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Συγγραφέας: Ilyenkov Evald V Εκδόσεις: «Ενεκεν» 2016 και The Concept of the Ideal by Evald Ilyenkov 1977 https://www.marxists.org
3. Από τα άρθρα: Σμαραγδής - «Τους ευχαριστώ βαθιά», parapolitika.gr / Σμαραγδής για την ταινία «Καποδίστριας»: «Χρωστάμε περίπου 800.000 ευρώ», lifo.gr
Πρόκειται για την πρώτη από τις δύο διαδοχικές εκθέσεις με τίτλο «Γιάννης Στεφανίδης (1919 - 2010) / 70 χρόνια προσφοράς» που διοργανώνει η ΚΕ του ΚΚΕ, από κοινού με την οικογένεια του ίδιου.
Το κοινό θα έχει την ευκαιρία να δει τα έργα του Στεφανίδη από την περίοδο της Κατοχής και της εξορίας, έργα - ντοκουμέντα και μαρτυρίες - καταγραφές από εκείνα τα χρόνια. Σπουδαστικά σχέδια από τον καιρό που φοιτούσε στην ΑΣΚΤ και εμβληματικά έργα που φιλοτέχνησε για τις ανάγκες της ΕΑΜικής Αντίστασης, ως πρωτοστάτης στο καλλιτεχνικό συνεργείο της ΕΠΟΝ. Ανάμεσα σε πολλά, στην έκθεση βρίσκονται και τα πρωτότυπα σχέδια για το θρυλικό σήμα της ΕΠΟΝ, που φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο. Στα έργα της εξορίας, που έζησε ο Στεφανίδης στο Κοντοπούλι της Λήμνου, περιλαμβάνονται ακουαρέλες και σχέδια που συνομιλούν με τα ποιήματα του συνεξόριστού του, Γιάννη Ρίτσου, όπως και πολλά ακόμα από την καθημερινή ζωή εκεί, ενώ στον χώρο εκτίθεται και η βαλίτσα με τον διπλό πάτο όπου έκρυψε αυτά τα σχέδια πηγαίνοντας στο Μακρονήσι, τον δεύτερο τόπο όπου εξορίστηκε, και με τα δικά του λόγια «ούτε περιγράφεται, ούτε ζωγραφίζεται». Εκτίθενται επίσης έργα που έγιναν αμέσως μετά την επάνοδό του στην Αθήνα, εμπνευσμένα από τα σχέδια και τις σημειώσεις της εξορίας.
Μέρες και ώρες λειτουργίας: Πέμπτη έως Σάββατο 6 μ.μ. - 8.30 μ.μ., Κυριακή 11 π.μ. - 2 μ.μ.
Υπάρχει δυνατότητα οργανωμένων ξεναγήσεων, μετά από επικοινωνία στο τηλέφωνο 2107515584 ή στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ergastiri.gvarlamou@gmail.com.