ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σάββατο 10 Γενάρη 2026 - Κυριακή 11 Γενάρη 2026
Σελ. /40
Ορισμένα ζητήματα για την κοινωνικοοικονομική και πολιτική κατάσταση στη Βενεζουέλα

Κινητοποιήσεις αγροτών στη Βενεζουέλα το 2011
Κινητοποιήσεις αγροτών στη Βενεζουέλα το 2011
Με αφορμή τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα και για την καλύτερη παρακολούθησή τους, ο «Ριζοσπάστης» αναδημοσιεύει αποσπάσματα από σχετικό άρθρο του Αρη Ευαγγελίδη, μέλους του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ, από την ΚΟΜΕΠ (τεύχος 4/2023 - Τίτλος πρωτότυπου: «Η κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής και του αντικομμουνισμού από τη σοσιαλδημοκρατία στη Βενεζουέλα»).

* * *

Εχουν περάσει 25 χρόνια από το 1998, που ο Ούγκο Τσάβες κέρδιζε τις εκλογές και αναλάμβανε Πρόεδρος της Βενεζουέλας, υποστηριζόμενος από ένα πλατύ μέτωπο πολιτικών δυνάμεων, τότε μεταξύ άλλων και του ΚΚ Βενεζουέλας (PCV), αλλά και λαϊκών δυνάμεων που είχαν απηυδήσει από την προηγούμενη αστική διακυβέρνηση, βίωναν βαθιά και εκτεταμένη φτώχεια και είχαν προσδοκίες από τη νέα διακυβέρνηση.

Πρόκειται για διάστημα υπεραρκετό για την εξέταση των βασικών στοιχείων του χαρακτήρα και της πορείας της λεγόμενης μπολιβαριανής διαδικασίας ή επανάστασης, και την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων και του επαναστατικού εργατικού κινήματος στη χώρα μας και διεθνώς.

(...) Η ίδια η εξέλιξη της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας στη χώρα αυτή, όπως και σε άλλες χώρες όπου κυβέρνησαν οι λεγόμενες προοδευτικές κυβερνήσεις, ξεκαθάρισε εδώ και καιρό πως πρόκειται για σοσιαλδημοκρατικής κοπής αστικά καθεστώτα, που για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του κεφαλαίου σε κάθε χώρα προσαρμόζονται όλο και αντιδραστικότερα, ενώ δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν την καταστολή και τις αντικομμουνιστικές διώξεις.

Από παλιότερη κινητοποίηση αλληλεγγύης της ΚΝΕ στον λαό της Βενεζουέλας
Από παλιότερη κινητοποίηση αλληλεγγύης της ΚΝΕ στον λαό της Βενεζουέλας
Η Βενεζουέλα ήταν η πρώτη χώρα της Λατινικής Αμερικής όπου αναδείχθηκε τέτοια λεγόμενη προοδευτική κυβέρνηση, ενώ τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι κυβερνήσεις Μοράλες στη Βολιβία, Λούλα Ντα Σίλβα στη Βραζιλία, Λούνγκο στην Παραγουάη, Ορτέγκα στη Νικαράγουα, Σελάγια στην Ονδούρα, Ταμπάρε Βάσκεζ στην Ουρουγουάη, Ραφαέλ Κορέα στο Εκουαδόρ, Μαουρίσιο Φούνες στο Ελ Σαλβαδόρ. Στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται, παρά τις διαφοροποιήσεις, οι κυβερνήσεις της Μισέλ Μπατσελέ στη Χιλή και των Κίρσνερ στην Αργεντινή.

Το πρώτο κύμα αυτών των κυβερνήσεων ακολούθησαν σε πολλές χώρες η υποχώρηση και οι εκλογικές ήττες από τα δεξιά - φιλελεύθερα κόμματα, κάτω από το βάρος των συνεπειών της αντιλαϊκής πολιτικής που ακολούθησαν και την αδυναμία τους να επιλύσουν βασικά και οξυμένα λαϊκά προβλήματα, της απογοήτευσης που έσπειρε η σοσιαλδημοκρατία στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε μερική επάνοδο τέτοιων σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, με παλιά και νέα σχήματα, σε χώρες όπως Βραζιλία, Αργεντινή, Μεξικό, Χιλή και Κολομβία.

Πρόκειται για μια διαδικασία έντονης ενδοαστικής διαπάλης σε κάθε χώρα, που συνδέεται όλο και περισσότερο με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, ανάμεσα σε ΗΠΑ - Κίνα, ενώ εμπλέκονται και άλλοι «παίκτες», όπως η ΕΕ και η Ρωσία. Την τελευταία δεκαετία η Κίνα έχει αναδειχθεί στον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της πλειοψηφίας των χωρών της Λατινικής Αμερικής, είναι πρώτη σε εξαγωγή κεφαλαίων και επενδύσεις ιδιαίτερα σε κρίσιμες υποδομές, είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών, κατέχει σημαντικό κομμάτι κρατικού χρέους διαφόρων χωρών, π.χ. της Βενεζουέλας.

Η κατάσταση σήμερα είναι πιο σύνθετη σε σχέση με πριν 25 χρόνια, ο κοινός παρονομαστής που είχαν οι «προοδευτικές» κυβερνήσεις, δηλαδή η αμφισβήτηση της έντονης οικονομικής και στρατιωτικής παρέμβασης των ΗΠΑ στην περιοχή, με αιχμή κυρίως την επαναδιαπραγμάτευση παραδοσιακών συμφωνιών που είχαν υπογράψει προηγούμενες αστικές κυβερνήσεις, έχει μετατραπεί σε μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με την καπιταλιστική Κίνα, συμμετοχή στην πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ενας Δρόμος» κ.ά., ενώ εμφανίζονται και αντίρροπες τάσεις από «αριστερές και προοδευτικές» κυβερνήσεις, όπως του Μπόριτς στη Χιλή, του Πέτρο στην Κολομβία και του Ομπραδόρ στο Μεξικό, που επιδιώκουν τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, εξέλιξη που δείχνει πως οι αριστερές / σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις υπηρετούν με συνέπεια τα συμφέροντα των αστικών τάξεων των χωρών τους και ανάλογα προσανατολίζονται στις διεθνείς συμμαχίες τους.

Οι ΗΠΑ, από τη σκοπιά των δικών τους συμφερόντων, προσπαθούν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος στην περιοχή με πρωτοβουλίες όπως το νομοσχέδιο «Για τη Στρατηγική Ασφάλειας στο Δυτικό Ημισφαίριο» του 2022, που προβλέπει επενδύσεις, στρατιωτική συνεργασία, ενώ αξιοποιεί τα γνωστά προσχήματα περί «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» για να παρέμβει στην περιοχή. Ταυτόχρονα και η ΕΕ προσπαθεί να ανοίξει δρόμους για το κεφάλαιό της, χρησιμοποιώντας τη σύνοδο CELAC1 - ΕΕ, στο πλαίσιο της οποίας η Κομισιόν ανακοίνωσε επενδύσεις ύψους 45 δισεκατομμυρίων ευρώ στις χώρες της Λατινικής Αμερικής (Ιούλης 2023).

(...) Στο παρόν άρθρο δεν είναι δυνατό να δοθούν αναλυτικά όλα τα ζητήματα που αφορούν την κοινωνικοοικονομική και πολιτική εξέλιξη και την κατάσταση σήμερα στη Βενεζουέλα, αλλά γίνεται προσπάθεια να αναδειχθούν ορισμένα κρίσιμα ζητήματα.

Βασικά στοιχεία για την κατανόηση του κοινωνικού και πολιτικού υποβάθρου στη Βενεζουέλα

Οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές εξελίξεις και η ίδια η ταξική πάλη στη Βενεζουέλα, από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τις μέρες μας, έχουν στο επίκεντρο την ανάπτυξη, τον έλεγχο της παραγωγής και των εσόδων της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Το πετρέλαιο στη Βενεζουέλα, που ακόμα και σήμερα έχει τα μεγαλύτερα κοιτάσματα παγκοσμίως, ανακαλύφθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1910 υπό το καθεστώς της στρατιωτικής δικτατορίας του Χουάν Βισέντε Γκόμες. Πρόκειται για την πρώτη εποχή του πυρετού για τον «μαύρο χρυσό», με τη Βενεζουέλα να γίνεται διεθνής εξαγωγέας πολύ πριν τις χώρες της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου.

Η αστική τάξη της Βενεζουέλας και το κράτος της δεν είχαν ούτε τα αναγκαία κεφάλαια για τις τεράστιες επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο, ούτε την αναγκαία τεχνογνωσία και το τεχνικό - επιστημονικό δυναμικό για την εκμετάλλευση του πετρελαίου. Ετσι, η δικτατορία του Χ. Β. Γκόμες άνοιξε τον δρόμο στα ξένα μονοπώλια, κυρίως αμερικανικά, αλλά και ευρωπαϊκά («Standard Oil Company», «Chevron», «Royal Dutch Shell» κ.ά.) να επενδύσουν κεφάλαια στην εξόρυξη και διύλιση των βενεζουελάνικων κοιτασμάτων, δρομολογώντας μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία της Βενεζουέλας.

Η αστική τάξη της χώρας συγκροτήθηκε, με τη σύγχρονη μορφή της, μέσα από τη διαπάλη και τον ανταγωνισμό για τη συμμετοχή στα έσοδα της πετρελαιοβιομηχανίας. Ενα βασικό τμήμα της εισπράττει έσοδα από τις παραχωρήσεις αδειών εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων, συμμετέχει με τα κεφάλαια που συσσωρεύει στη μετοχική σύνθεση των θυγατρικών που ιδρύουν τα ξένα μονοπώλια για την εξόρυξη, διύλιση, μεταφορά και εμπορία του πετρελαίου, ενώ στην πορεία δημιουργήθηκαν και αμιγώς βενεζουελάνικα μονοπώλια («Guariven», «Taloven», «Vistaven» κ.ά.).

Ενα δεύτερο τμήμα της αστικής τάξης επωφελείται από τη «μονοκαλλιέργεια» της πετρελαιοβιομηχανίας και σε συνεργασία με το κράτος εξασφαλίζει άδειες για να κερδοσκοπεί από την εισαγωγή πάσης φύσης καταναλωτικών προϊόντων, ιδιαίτερα τροφίμων, αφού η αγροτική παραγωγή της Βενεζουέλας κλιμακούμενα σε όλο τον 20ό αιώνα συρρικνώθηκε δραματικά. Τέλος, ένα τρίτο μικρότερο τμήμα της έκανε παραγωγικές επενδύσεις, κυρίως ελαφράς βιομηχανίας, συναρμολόγησης μηχανών που εισάγονται, επεξεργασίας τροφίμων κ.ά.

Παράλληλα, σε μια διαδικασία που έμεινε γνωστή ως η «Εξοδος των Αγροτών», τεράστιες μάζες φτωχών αγροτών αποσπάστηκαν από τα πενιχρά μέσα παραγωγής που διέθεταν, συνέρρευσαν στα αστικά κέντρα και στις περιοχές εξόρυξης του πετρελαίου, συγκροτώντας το νέο επαναστατικό υποκείμενο, το σύγχρονο προλεταριάτο της χώρας. Ποιοτικότερο στοιχείο αυτής της διαδικασίας ήταν η ίδρυση του ΚΚ Βενεζουέλας (PCV), το 1931 σε συνθήκες παρανομίας, με τη στήριξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στην οποία εντάχθηκε το 1935, στο 7ο Συνέδριό της. Το ΚΚ Βενεζουέλας από την πρώτη στιγμή συνδέθηκε και δούλεψε επίμονα μέσα στους εργάτες της πετρελαϊκής βιομηχανίας, και μάλιστα τα στελέχη του καθοδηγούν την πρώτη απεργία των εργατών το 1936.

Στη Βενεζουέλα ήδη από τη δεκαετία του 1940, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, άνοιξε η συζήτηση από τμήματα της αστικής τάξης για την ανάγκη να περάσει σε κρατικό έλεγχο η πετρελαιοβιομηχανία. Μάλιστα, σε εκείνες τις συνθήκες το πρώτο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της χώρας, Accion Democratica («Δημοκρατική Δράση»), και ο ηγέτης του και μετέπειτα Πρόεδρος της χώρας, Ρομούλο Μπετανκούρτ, ανέλαβαν να εγγυηθούν τα συμφέροντα των αμερικανικών και άλλων μονοπωλίων και ταυτόχρονα ανέλαβαν ρόλο θεωρητικού και πολιτικού προπαγανδιστή ενάντια στον «κομμουνιστικό κίνδυνο» στη χώρα και στην ευρύτερη περιοχή. Μάλιστα, όταν η «Δημοκρατική Δράση» ανέλαβε την κυβερνητική ευθύνη το διάστημα 1945 - 1948, όσο και μετά το 1958, πρωταγωνίστησε σε αντικομμουνιστικά μέτρα και καταστολή ενάντια στο ΚΚ Βενεζουέλας. Η σοσιαλδημοκρατία δηλαδή και στη Βενεζουέλα έχει αποδείξει προ πολλού τον αντιλαϊκό - αντεπαναστατικό της ρόλο ως βασική αστική πολιτική δύναμη που στηρίζει τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου σε κάθε φάση.

Τελικά, η πετρελαϊκή βιομηχανία πέρασε σε κρατικό έλεγχο με την ίδρυση του τεράστιου κρατικού μονοπωλίου «Petroleos de Venezuela SA» (PDVSA) το 1976, ως διαχειριστική απάντηση της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης του Accion Democratica στα προβλήματα που δημιούργησε η συγχρονισμένη διεθνής καπιταλιστική κρίση του 1973, γνωστή και ως πετρελαϊκή κρίση. Η κρατικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας κάθε άλλο παρά σήμανε φιλολαϊκές εξελίξεις για την εργατική τάξη και τον λαό, αφού συνέχισε να λειτουργεί με κριτήριο την καπιταλιστική κερδοφορία και την εξυπηρέτηση των διαφόρων τμημάτων της αστικής τάξης και των ξένων μονοπωλίων, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ξεκίνησε πολιτική εξαγωγής κεφαλαίων και εξαγοράς άλλων μονοπωλίων εξόρυξης και διύλισης σε ΗΠΑ, Γερμανία, Καραϊβική κ.α.

Η διεθνής πτώση των τιμών του πετρελαίου το 1983 πυροδότησε το ξέσπασμα καπιταλιστικής κρίσης στη Βενεζουέλα, με την κυβέρνηση του δεξιού - συντηρητικού κόμματος COPEI (1979 - 1984) να προχωρά σε κατά μέτωπο επίθεση σε μισθούς, συντάξεις, εργασιακά δικαιώματα, παροχές σε Υγεία, Παιδεία κ.λπ. της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, ενώ σύναψε συμφωνία με το ΔΝΤ.

Το 1984 το σοσιαλδημοκρατικό Accion Democratica επανήλθε στην κυβέρνηση συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή, με ακόμα σκληρότερα αντιλαϊκά μέτρα και νέα συμφωνία με το ΔΝΤ. Η εργατική - λαϊκή αντίδραση, που κλιμακωνόταν τα προηγούμενα χρόνια, ξέσπασε στα γεγονότα που έμειναν γνωστά ως Caracazo, τον Φλεβάρη του 1989. Χιλιάδες διαδηλωτές κατέκλεισαν τους δρόμους του Καράκας και άλλων αστικών κέντρων, ξέσπασαν σκληρές - ακόμη και ένοπλες - συγκρούσεις με την αστυνομία και τον στρατό, που η κυβέρνηση διέταξε από την πρώτη στιγμή να καταστείλουν τις διαδηλώσεις. Οι επίσημοι απολογισμοί κάνουν λόγο για 276 νεκρούς, αλλά στην πραγματικότητα οι νεκροί ήταν χιλιάδες.

Τα γεγονότα της δεκαετίας του 1980, με αποκορύφωμα τη σφαγή του Caracazo, απαξίωσαν τις παραδοσιακές αστικές πολιτικές δυνάμεις της Βενεζουέλας και οδήγησαν σε αστάθεια το αστικό πολιτικό σύστημα. Σε αυτές τις συνθήκες αναδείχθηκε στο προσκήνιο ο Ούγκο Τσάβες, επικεφαλής μιας κίνησης αξιωματικών του στρατού με την ονομασία MRB-200 (Επαναστατικό Μπολιβαριανό Κίνημα - 200), που προσπάθησε αρχικά με αποτυχημένο πραξικόπημα, τον Φλεβάρη του 1992, να αναλάβει την κυβερνητική ευθύνη.

Το 1993 αναδείχθηκε στην κυβέρνηση το κόμμα «Convergencia» («Σύγκλιση»), που δημιουργήθηκε ως διάσπαση του συντηρητικού COPEI, χωρίς βεβαίως να δίνει απάντηση στα προβλήματα που ταλάνιζαν τον βενεζουελάνικο λαό. Ο Τσάβες παρέμεινε στη φυλακή μέχρι το 1994, όταν και αμνηστεύτηκε, διάστημα στο οποίο μεγάλωνε η απήχηση της ρητορείας του στα λαϊκά στρώματα. Το 1996 παρουσίασε την Εναλλακτική Μπολιβαριανή Ατζέντα, με βασικούς άξονες τον «ανθρώπινο καπιταλισμό», την ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και μια δέσμη μέτρων ανακούφισης του λαού, χωρίς ποτέ και πουθενά να θέτει θέμα σοσιαλισμού, αντίθετα τον αρνιόταν. Ετσι, στις προεδρικές εκλογές του 1998, υποστηριζόμενος από έναν πλατύ συνασπισμό δυνάμεων, αναδείχθηκε στον προεδρικό θώκο.

Το γεγονός ότι ο Ούγκο Τσάβες στηρίχτηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία των Ενόπλων Δυνάμεων της Βενεζουέλας αλλά και ορισμένους «βετεράνους» του αστικού πολιτικού συστήματος (Λουίς Μικιλένα, Χοσέ Βισέντε Ρανκέλ κ.ά.) φανερώνει πως σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης βρήκαν στην πολιτική και στο πρόσωπό του αυτό που θα ενσωμάτωνε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και θα αποσοβούσε παραπέρα «περιπέτειες» από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα.

Για τα συνθήματα του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» και του «μπολιβαριανού σοσιαλισμού»

Οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις που πλαισίωσαν εξαρχής τον κρατικό μηχανισμό και τις κυβερνήσεις από τη στιγμή που ο Ούγκο Τσάβες αναδείχθηκε Πρόεδρος της Βενεζουέλας είχαν ανάγκη το ανάλογο «ριζοσπαστικό» ιδεολογικό αφήγημα, ιδιαίτερα στην πορεία ίδρυσης του κυβερνώντος Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Βενεζουέλας (PSUV) το 2007, σχεδόν μία δεκαετία από την άνοδο του Τσάβες στην εξουσία.

Βεβαίως, χρειάζεται να έχουμε υπόψη πως η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία στη Βενεζουέλα, όπως και ευρύτερα στη Λατινική Αμερική, αποτελεί ένα ιδιότυπο μωσαϊκό και δεν είναι ομοιογενής. Σ' αυτήν περιλαμβάνονται τμήματα παραδοσιακών «ποπουλιστικών» (λαϊκίστικων) δυνάμεων, εθνικιστές, κλασικές σοσιαλδημοκρατικές - ρεφορμιστικές δυνάμεις, πρώην αντάρτικα κινήματα με αντιαμερικανικό προσανατολισμό, τμήματα του οπορτουνιστικού ρεύματος προερχόμενα από διασπάσεις του κομμουνιστικού κόμματος σε προηγούμενες δεκαετίες, μαοϊκοί κ.ά.

Χαρακτηριστικά, είναι πολλά τα στελέχη από κόμματα όπως το οπορτουνιστικό Κίνημα για τον Σοσιαλισμό (MAS - διάσπαση του ΚΚ Βενεζουέλας τη δεκαετία του 1970), το αντισοβιετικό Κόμμα της Βενεζουλάνικης Επανάστασης (PRV - διάσπαση του ΚΚ Βενεζουέλας το 1966), αλλά και το εθνικιστικό κόμμα Δημοκρατική Ρεπουμπλικανική Ενωση, που ανέλαβαν κορυφαίες ευθύνες στις κυβερνήσεις του PSUV και στην PDVSA.

Το βασικό ιδεολογικό σχήμα που υιοθετήθηκε είναι πως η «Μπολιβαριανή Επανάσταση», η νίκη του Τσάβες στις εκλογές και η διακυβέρνηση έκτοτε αποτελούν συνέχεια, είναι ένα ακόμα επεισόδιο της εθνικής ολοκλήρωσης, κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, μιας ενιαίας διαδικασίας που ξεκίνησε με την αστική επανάσταση στην οποία ηγήθηκε ο Σιμόν Μπολίβαρ από το 1810 έως το 1830 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τότε ο εχθρός ήταν η φεουδαρχική Ισπανική Αυτοκρατορία, σήμερα είναι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός.

Ο μαρξισμός - λενινισμός αναγνωρίζει αναντίρρητα την τεράστια σημασία των αστικών επαναστάσεων στην κοινωνική εξέλιξη, τον επαναστατικό ρόλο της αστικής τάξης στην εποχή της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Τέτοια ήταν η επανάσταση της οποίας ηγήθηκε ως πολιτικοστρατιωτικός ηγέτης ο Μπολίβαρ και οδήγησε στη διαμόρφωση του έθνους - κράτους της Βενεζουέλας και άλλων κρατών.

Η εποχή αυτή όμως έχει παρέλθει αμετάκλητα και ανεπίστρεπτα, η αστική τάξη είναι αντιδραστική δύναμη, εμπόδιο στην κοινωνική εξέλιξη, βρίσκεται στη θέση όπου βρισκόταν η φεουδαρχία στην εποχή των αστικών επαναστάσεων. Ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο μονοπωλιακό, ανώτατο στάδιο ανάπτυξής του, τον ιμπεριαλισμό, και σαπίζει. Βρισκόμαστε στην εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, ο χαρακτήρας της επανάστασης καθορίζεται από τη βασική αντίθεση που καλείται να λύσει, δηλαδή την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, η εργατική τάξη είναι η μόνη επαναστατική τάξη - φορέας νέων κοινωνικών σχέσεων - η επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική - εργατική. Αυτές τις θεμελιώδεις αλήθειες του επιστημονικού κομμουνισμού έρχεται τελικά να αλλοιώσει και να θολώσει ο χαρακτηρισμός «Μπολιβαριανή Επανάσταση» στη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Βενεζουέλα, στην οποία η αστική τάξη ζει και βασιλεύει.

Επιπρόσθετα, η αντιιμπεριαλιστική συνθηματολογία που χρησιμοποιείται από το κυβερνητικό κόμμα και την κυβέρνηση της Βενεζουέλας δεν είναι τεκμήριο μιας συνεπούς αντιιμπεριαλιστικής γραμμής. Στην πραγματικότητα, στη χώρα αυτή, όπως και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, πίσω από αυτήν τη συνθηματολογία προβάλλουν τα συμφέροντα τμημάτων της αστικής τάξης που επιδιώκουν να αναβαθμίσουν τη θέση τους στον ενδοαστικό ανταγωνισμό και στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με στόχους αλλαγής των πολιτικών και οικονομικών όρων στις σχέσεις κυρίως με το ΔΝΤ και τις ΗΠΑ, με προσανατολισμό την ενίσχυση των διεθνών πολιτικών και οικονομικών σχέσεων της Βενεζουέλας με την Κίνα, τη Ρωσία, τους BRICS.

Ο συνεπής αντιιμπεριαλιστικός αγώνας εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, αντιτίθεται στον ιμπεριαλισμό ως μονοπωλιακό καπιταλισμό και σε αυτό το πλαίσιο αντιπαλεύει και τις ανισότιμες σχέσεις σε διεθνές επίπεδο.

(...) Κεντρικό ζήτημα των σοσιαλδημοκρατικών θέσεων στη Βενεζουέλα και σε άλλα κράτη της Λατινικής Αμερικής είναι ο λεγόμενος «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» ή (για τη Βενεζουέλα) η εκδοχή του «μπολιβαριανού σοσιαλισμού» ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τις αρχές του μαρξισμού - λενινισμού, τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Αντίθετα, στον λεγόμενο «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» κυριαρχεί ο θεωρητικός εκλεκτικισμός, ένα θολό συνονθύλευμα ετερόκλητων και ασυμβίβαστων ιδεολογικών στοιχείων.

Η κατρακύλα της σοσιαλδημοκρατίας

Η κυβέρνηση Τσάβες προχώρησε εξαρχής στον πλήρη κρατικό έλεγχο της PDVSA και άλλων στρατηγικών τομέων (ηλεκτρική ενέργεια, τράπεζες κ.ά.) και αναδιένειμε την πίτα των εσόδων από το πετρέλαιο ανάμεσα στα τμήματα του κεφαλαίου, αποκλείοντας σε μεγάλο βαθμό τα αμερικανικά συμφέροντα και τα τμήματα του κεφαλαίου που είχαν οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς μαζί τους.

Αυτή η διαδικασία έδωσε ώθηση σε νέα τμήματα της αστικής τάξης που αναδείχθηκαν ως «μπολιβαριανή μπουρζουαζία» και ταυτόχρονα έφερε την κυβέρνηση της Βενεζουέλας σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ, τμήματα του εγχώριου κεφαλαίου και τις αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις. Ολα αυτά τα χρόνια οι ΗΠΑ προσπάθησαν ποικιλοτρόπως να ασκήσουν πιέσεις, να υπονομεύσουν και να ανατρέψουν τις κυβερνήσεις της Βενεζουέλας, με αποκορύφωμα τις δύο αποτυχημένες απόπειρες πραξικοπημάτων, την πρώτη το 2002 ενάντια στον Τσάβες και τη δεύτερη το 2019 ενάντια στον Μαδούρο.

Οι κυβερνήσεις του Τσάβες, στηριζόμενες στα κρατικά έσοδα από το πετρέλαιο, ακολούθησαν μια σοσιαλδημοκρατική / επεκτατική συνταγή διαχείρισης του καπιταλισμού, πήραν μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης και της κατανάλωσης μέσω της σχετικής ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης και των εισοδημάτων, ιδιαίτερα του πιο εξαθλιωμένου τμήματος του λαού, πήραν μέτρα για την καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας και για την άμβλυνση των κραυγαλέων κοινωνικών ανισοτήτων.

Ακολουθήθηκε η πολιτική των «Μπολιβαριανών Αποστολών», δηλαδή προγράμματα κυρίως εθελοντικής εργασίας, σε αρκετές περιπτώσεις με τη συμμετοχή του στρατού, μέσα από τα οποία επιδιώχθηκαν η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού, η παροχή ιατρικής βοήθειας στις φτωχογειτονιές, η οργάνωση συσσιτίων, η οικοδόμηση νέων σπιτιών με προνομιακούς όρους χρηματοδότησης για τους φτωχούς, η εκπαίδευση στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών κ.ά.

Η πολιτική αυτή ανακούφισε προσωρινά τους όρους ζωής ενός τμήματος του λαού, όμως ούτε μόνιμη ήταν, ούτε μπόρεσε να δώσει απάντηση στα τεράστια οξυμένα λαϊκά προβλήματα, την εκτεταμένη φτώχεια και την εξαθλίωση, πολύ περισσότερο δεν αποτέλεσε ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα. Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης συνεχίστηκε απρόσκοπτα από το εγχώριο, το διεθνές, το κρατικό και το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Αντίστοιχα, έγιναν μεταρρυθμίσεις και στο θεσμικό - πολιτικό εποικοδόμημα, το Σύνταγμα της χώρας κ.ά., που όμως δεν αναίρεσαν τον αστικοδημοκρατικό τους χαρακτήρα. Τα Λαϊκά Συμβούλια που δημιουργήθηκαν δεν αποτέλεσαν όργανα λαϊκής εξουσίας, ενώ στον βαθμό που λειτουργούν ακόμα έχουν εκφυλιστεί σε κομματικό μηχανισμό του PSUV. Ομάδες πολιτοφυλακών που δημιουργήθηκαν για την «υπεράσπιση της επανάστασης» σήμερα χρησιμοποιούνται για το χτύπημα λαϊκών κινητοποιήσεων και ιδιαίτερα του ΚΚ Βενεζουέλας.

Το διάστημα 2013 - 2019 στη Βενεζουέλα, επί προεδρίας Μαδούρο, ξέσπασε βαθιά καπιταλιστική κρίση και η χώρα απώλεσε το 70% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Η βαθιά καπιταλιστική κρίση, που οξύνθηκε παραπέρα από τις κυρώσεις των ΗΠΑ, φανέρωσε τα όρια της επεκτατικής / σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης που υιοθετούσε η κυβέρνηση, βασιζόμενη στα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου, και την οδήγησε να περάσει σε περιοριστική διαχείριση και νεοφιλελεύθερα / περιοριστικά μέτρα για να διαχειριστεί την κρίση υπέρ του κεφαλαίου και με θύμα τον λαό.

Από το 2018 η κυβέρνηση του PSUV κλιμακώνει τα αντιλαϊκά μέτρα με βασικούς άξονες: Το τσάκισμα των μισθών, την κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων εταιρειών και υπηρεσιών, τη δημιουργία Ειδικών Οικονομικών Ζωνών και τις επιδοτήσεις προς το κεφάλαιο. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί για τα εργατικά - λαϊκά στρώματα είναι τραγική, κυριαρχούν η φτώχεια, η ανέχεια και η εξαθλίωση, πάνω από το 75% του λαού ζει σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, ο βασικός μισθός κυμαίνεται γύρω στα 10 δολάρια μηνιαίως.

Ο τεράστιος πληθωρισμός εξαϋλώνει τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις των μισθών. Τεράστιο είναι και το φαινόμενο της αύξησης της εγκληματικότητας, ιδιαίτερα στις φαβέλες περιφερειακά των αστικών κέντρων, αλλά και της διαφθοράς, που αγγίζει τα ανώτατα κλιμάκια του κράτους και ιδιαίτερα της PDVSA.

Σε αυτό το πλαίσιο, διάφορες αστικές δυνάμεις και τμήματα του κεφαλαίου, σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ξεκίνησαν να απεργάζονται σχέδια ανατροπής της κυβέρνησης του PSUV, φτάνοντας μέχρι το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2019 με επικεφαλής τον αχυράνθρωπο των ΗΠΑ, Χουάν Γκουαϊδό. Η κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ άρχισε από το 2017 να επιβάλλει εμπορικές κυρώσεις και περιορισμούς στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Βενεζουέλας, που κλιμακώθηκαν μετά το 2019 και το αποτυχημένο πραξικόπημα.

Σήμερα (σ.σ. 2023) η κυβέρνηση Μπάιντεν φαίνεται να ανοίγει διόδους συνεννόησης με την κυβέρνηση του PSUV, στο πλαίσιο της αναζήτησης εναλλακτικών πηγών Ενέργειας, με δεδομένα τα προβλήματα που προκαλεί στην παγκόσμια αγορά ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία. Αντίστοιχα, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας βρίσκεται σε ένα συνεχές αλισβερίσι με τη μερίδα των αστικών πολιτικών δυνάμεων που διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με τις ΗΠΑ και με τις οποίες από κοινού ψηφίζει αντιλαϊκά μέτρα στο κοινοβούλιο, εξέλιξη που έχει οδηγήσει σε χαλάρωση ορισμένων εκ των κυρώσεων που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ. Πρόσφατα επιτράπηκε η επαναδραστηριοποίηση του αμερικανικού μονοπωλίου της «Chevron» σε μεικτό σχήμα με την κρατική PDVSA, στο οποίο μάλιστα πρόεδρος διορίστηκε Αμερικανός. Πρόκειται για ένα σύνθετο παζάρι που θα κλιμακωθεί μπροστά στις προεδρικές εκλογές στη Βενεζουέλα το 2024.

Η κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής συνοδεύεται με την κλιμάκωση της καταστολής των εργατικών - λαϊκών αγώνων και διεκδικήσεων για τον μισθό και συνολικά τα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα. Είναι δεκάδες οι καταγγελίες, μάλιστα και πολύ πρόσφατες, για συλλήψεις και κυριολεκτικά απαγωγές, από τις κρατικές αρχές ασφαλείας, συνδικαλιστών και απλών εργαζομένων που συμμετείχαν σε αγώνες σε χώρους δουλειάς ή και απλά διαμαρτυρήθηκαν για τους όρους και τις συνθήκες δουλειάς.

Στους συλληφθέντες απαγγέλλονται πλαστές και εξωφρενικές κατηγορίες για εθνική προδοσία, τους κατηγορούν ότι είναι πράκτορες της CIA, υφίστανται σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, με σκοπό να εκβιάσουν, να τρομοκρατήσουν τους εργαζόμενους και να επιβάλουν σιγή νεκροταφείου στους χώρους δουλειάς, να αποτρέψουν την ανάπτυξη αγώνων.


Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ


Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ