Motion Team |
Το αστικό κράτος, με όλες τις κυβερνήσεις ανεξαιρέτως, έχει διαμορφώσει εδώ και δεκαετίες την ολοένα και μεγαλύτερη «ασυλία» στη δράση της εργοδοσίας, δημιουργώντας τους όρους έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων για περισσότερα κέρδη. Ετσι η προστασία της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία αντιμετωπίζεται σαν «κόστος», οπότε και όταν χάνονται ζωές των εργατών γίνονται «παράπλευρες απώλειες».
Κρίσιμο σημείο για την κατανόηση του ζητήματος είναι ότι τουλάχιστον τα τελευταία 20 χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία τροποποποίησης δύο αλληλένδετων νομοθετικών πλαισίων, με γνώμονα τη στήριξη της κερδοφόρας δράσης των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων:
- Το ένα αφορά την αδειοδότηση εγκατάστασης και λειτουργίας των επιχειρήσεων.
- Το άλλο τον ρόλο της Επιθεώρησης Εργασίας και ειδικότερα το τμήμα της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας της Εργασίας.
- Ο νόμος 3325/2005 όριζε ότι την άδεια εγκατάστασης «χορηγεί η Αδειοδοτούσα Αρχή ύστερα από αυτοψία της» (άρθρο 4) και πως η άδεια λειτουργίας χορηγείται «εφόσον διαπιστωθεί (...) ότι έχουν τηρηθεί οι όροι και περιορισμοί που αναγράφονται στην άδεια εγκατάστασης και ότι από τη λειτουργία της δραστηριότητας εξασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, η ασφάλεια των εργαζομένων και των περιοίκων».
RIZOSPASTIS |
Ο συγκεκριμένος νόμος είναι «γέννημα» της Ομάδας Εργασίας που συγκρότησε το 2014 η τότε κυβέρνηση της ΝΔ και τον παρέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, σε μια ακόμα επιβεβαίωση της αντιλαϊκής «συνέχειας» του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του.
Ο στόχος του νόμου περιγράφεται με σαφήνεια στη σχετική Αιτιολογική Εκθεση: «Το μέχρι σήμερα αδειοδοτικό καθεστώς εξακολουθούσε να βασίζεται πρωτίστως στην "εκ των προτέρων αδειοδότηση", με αρνητικές συνέπειες για την οικονομική ανάπτυξη, τον ανταγωνισμό...».
Ηταν η περίοδος που θεσμοθετήθηκαν διάφορα «κίνητρα» για την προσέλκυση επενδύσεων, ώστε να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ετσι, αν η μία όψη των «κινήτρων» ήταν το «ζεστό» κρατικό χρήμα, οι φοροαπαλλαγές και οι εισφοροαπαλλαγές, η άλλη όψη ήταν τα αντεργατικά μέτρα (επίθεση στους μισθούς, ξήλωμα ΣΣΕ, ένταση της «ευελιξίας» κ.λπ.) και η λεγόμενη «αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας».
Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, για να αρθούν τα λεγόμενα «εμπόδια» στην επιχειρηματική δράση, ο παραπάνω νόμος των ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ όρισε ότι στο εξής για την εγκατάσταση και λειτουργία μιας επιχείρησης αρκεί μια «γνωστοποίηση» ή και «έγκριση» από την αρμόδια αρχή, ανάλογα με την ομάδα επικινδυνότητας στην οποία κατατάσσεται μια επιχείρηση.
INTIME NEWS |
Εργοδοτικό έγκλημα στη «Βιολάντα»: Τα τραγικά αποτελέσματα της λογικής «πρώτα λειτουργία - μετά έλεγχος» |
Ως «γνωστοποίηση» ορίζεται η διαδικασία «με την οποία ο ενδιαφερόμενος ενημερώνει εκ των προτέρων την αρμόδια αρχή για την έναρξη λειτουργίας της οικονομικής δραστηριότητας, την οποία προτίθεται να ασκήσει (...) χωρίς να απαιτείται εκ των προτέρων έλεγχος».
Ως «έγκριση» ορίζεται «κάθε πράξη (...) η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και εκ των προτέρων έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές ως έγκριση».
Αξίζει να αναφερθούν δύο τοποθετήσεις στελεχών με διαδρομή στις κυβερνήσεις της ΝΔ οι οποίες επιβεβαιώνουν την αντεργατική κατεύθυνση των νόμων.
Στην Ομάδα Εργασίας του 2014, που έφερε και το νομοσχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, συμμετείχε μεταξύ άλλων η Παγκόσμια Τράπεζα, η οποία έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην κατεύθυνση των αλλαγών. Μέλος αυτής της ομάδας της Παγκόσμιας Τράπεζας ήταν η Θέμις Ευτυχίδου, που αργότερα τοποθετήθηκε στη θέση της γενικής γραμματέα του υπουργείου Ανάπτυξης και με αυτήν την ιδιότητα είχε μιλήσει σε ημερίδα της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας το 2024.
Αναφερόμενη στους σκοπούς που υπηρετούσε η δημιουργία της Ομάδας Εργασίας, σημείωσε: «Ελήφθη μία κυβερνητική τότε απόφαση να απλουστεύσουμε το επιχειρηματικό περιβάλλον και συγκεκριμένα να βοηθήσουμε τις επιχειρήσεις να συναντούν απλές διαδικασίες όταν πρέπει να αδειοδοτηθούν». Η προσπάθεια αυτή «συστηματοποιήθηκε τέλη του 2015 - αρχές του 2016, όπου με τη βοήθεια του τότε συμβούλου μας της Παγκόσμιας Τράπεζας, που υπήρξα και εγώ μέλος αυτής της ομάδας της Παγκόσμιας Τράπεζας (...), και βεβαίως τα στελέχη της υπηρεσίας, βάλαμε κάτω το πώς θα μπορούσαμε να απλουστεύσουμε πραγματικά και να συστηματοποιήσουμε την απλούστευση της αδειοδότησης σε αυτήν τη χώρα (...) αρχίσαμε να κάνουμε μια ευρύτερη συζήτηση, γιατί τελικά χρειαζόμαστε άδεια για τα πάντα; (...) Αρα, λοιπόν, προτάξαμε την καλή πρακτική τότε της ανάλυσης κινδύνου, και είπαμε ότι θα πρέπει να φτιάξουμε ένα μοντέλο, το οποίο εν συνεχεία ήταν ο νόμος 4442/16».
Στη συνέχεια, μιλώντας με την ιδιότητα της γγ του υπουργείου Ανάπτυξης, επεσήμανε: «Σε εμάς, στο υπουργείο Ανάπτυξης, μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη. Αρα μας ενδιαφέρουν οι επιχειρήσεις». Και εξήγησε το ...όραμα των κυβερνήσεων.
«Πρώτα ξεκινώ την επιχειρηματική δραστηριότητά μου. Δεν περιμένω κανέναν να με ελέγξει και είμαι υπόλογος και υπεύθυνος, το οποίο είναι σημαντικό, γιατί έτσι κάνεις και τον επιχειρηματία υπεύθυνο γι' αυτά που πρέπει να τηρεί. Είμαι υπεύθυνος και υπόλογος και αναμένω τον έλεγχο. Πάμε λοιπόν τώρα στον έλεγχο. Οταν έγινε όλη αυτή η συζήτηση και η άσκηση, η πρώτη αντίδραση ήταν: "Θα αφήσω μια επιχείρηση να ανοίξει χωρίς να την έχω ελέγξει;".
Η απάντησή ήταν ναι. Σαφώς θα αφήσουμε τις επιχειρήσεις να ανοίξουν, να πάρουν την ευθύνη τους, να ξέρουν τη νομοθεσία, να είναι σαφής η νομοθεσία, για να μπορούμε μετά να ελέγξουμε. Και εδώ ερχόμαστε στα εργαλεία που θέσπισε ο 4512/16».
Και ξεκαθάρισε: «Αν πρέπει να ελέγχουμε το 100% των επιχειρήσεων, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Δεν είναι λογικό, και σύμφωνα με τις διεθνείς καλές πρακτικές γίνεται η παραδοχή ότι είναι αδύνατον μία χώρα να ελέγχει το 100% των επιχειρήσεων».
Ως προς την αποτελεσματικότητα του νόμου 4442/2016 για την έναρξη μιας επιχείρησης με απλή «γνωστοποίηση», διαφωτιστική είναι η τοποθέτηση - επίσης στην ημερίδα της Επιθεώρησης Εργασίας - του Διονύση Τσαγκρή, υψηλόβαθμου στελέχους του υπουργείου Ανάπτυξης:
«Η πρώτη πλατφόρμα που ξεκίνησε να λειτουργεί το 2017 όσον αφορά την αδειοδότηση, σήμερα έχει 240.000 γνωστοποιήσεις» επιχειρήσεων οι οποίες έκαναν για πρώτη φορά και «πάνω από 100.000» γνωστοποιήσεις που αφορούσαν τροποποιήσεις.
Από την άλλη, δεν υπάρχει κανένα δημοσιοποιημένο στοιχείο για το πόσοι και τι είδους έλεγχοι έχουν γίνει, έστω και εκ των υστέρων. Με δεδομένα βέβαια τον κατακερματισμό και την απαξίωση των αρμόδιων υπηρεσιών, είναι σίγουρο ότι οι έλεγχοι είναι ελάχιστοι, με ό,τι αυτό σημαίνει για το πόσες «Βιολάντες» λειτουργούν σε όλη τη χώρα.
Με το επόμενο νομοθετικό βήμα γίνεται πλέον ορατή η στενή σχέση των αλλαγών στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων και του ρόλου της Επιθεώρησης Εργασίας. Πρόκειται για τον νόμο 4512/18, που κι αυτός ψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, με τη σύμφωνη γνώμη και ψήφιση από τα άλλα αστικά κόμματα.
Σε ημερίδα της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας στέλεχος της Επιθεώρησης, δείχνοντας πώς συμπλέκονται οι νόμοι προστασίας των εργαζομένων και εγκατάστασης - λειτουργίας των επιχειρήσεων, σημείωσε: «Το πιο σημαντικό γεγονός για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, αυτό το πρώτο έτος της Ανεξάρτητης Αρχής, ήταν η προετοιμασία για την έκδοση της δευτερογενούς νομοθεσίας για τον καθορισμό του νέου Πλαισίου Εποπτείας και Εφαρμογής, ενός πολύ σημαντικού για τη Δημόσια Διοίκηση νόμου, του 4512/18, περί Εποπτείας των Οικονομικών Δραστηριοτήτων».
Πιο κάτω επισήμαινε ότι ο νόμος 4512/18 συνδέεται με τον 4442/2016, γιατί «ένα νέο μοντέλο στην αδειοδότηση θα απαιτούσε και ένα νέο μοντέλο για την εποπτεία των αδειοδοτούμενων επιχειρήσεων (...) αυτοί οι δύο νόμοι συνδέονται μεταξύ τους και κινούνται κατά κάποιον τρόπο παράλληλα και συμπληρωματικά».
Οπως θα φανεί παρακάτω, η εφαρμογή του νόμου 4512/2018 οδηγεί ουσιαστικά στην κατάργηση της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασίας, που είναι τμήμα της Επιθεώρησης Εργασίας.
Πάνω στις ράγες αυτού του νομοθετικού πλαισίου, λοιπόν, έγιναν τα επόμενα βήματα:
- Ο νόμος 4808/2021 (νόμος Χατζηδάκη) μετέτρεψε το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), που μέχρι τότε υπάγονταν στο υπουργείο Εργασίας, σε Ανεξάρτητη Αρχή, η οποία ξεκίνησε επίσημα τη λειτουργία της το 2023. Ετσι, και τυπικά η Επιθεώρηση δεν είναι υποχρεωμένη να λογοδοτεί, ενώ ξεπλένεται και η κυβέρνηση, αφού, επικαλούμενη την «ανεξαρτησία της Αρχής», σε κάθε ερώτημα απαντά ότι «δεν παρεμβαίνει στο έργο της».
- Μόλις τον περασμένο μήνα ψηφίστηκε ο νόμος της ΝΔ 5297/2026, που μεταξύ άλλων στόχο έχει την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 4512/2018, επιφέροντας νέα συντριπτικά πλήγματα στο έργο της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας. Βασικοί άξονες της επίθεσης στο έργο της Επιθεώρησης:
Ο νόμος λοιπόν προβλέπει ότι οι επιθεωρητές:
α) Δεν θα μπορούν να αποφασίζουν οι ίδιοι πότε και σε ποιες επιχειρήσεις θα κάνουν έλεγχο.
β) Δεν θα μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις.
γ) Το αντικείμενο, το εύρος και το βάθος του ελέγχου θα είναι προκαθορισμένο και δεν θα λαμβάνει υπόψη τους τις ιδιαίτερες συνθήκες του εκάστοτε χώρου εργασίας.
Σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία, τα κριτήρια και τη διαδικασία ελέγχου, ο νόμος 4512/2018, που ενεργοποιείται με τον νόμο 5297/2026, εξομοιώνει την Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας με άλλες ελεγκτικές υπηρεσίες, αρμόδιες για τον έλεγχο εγκατάστασης και λειτουργίας μιας επιχείρησης, που αφορά κυρίως κτιριακές υποδομές, εγκαταστάσεις και τεχνικές διαδικασίες. Ομως η Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της σχέσης του ανθρώπου με το εργασιακό περιβάλλον, του εργαζόμενου με τον χώρο εργασίας (που με τη σειρά της καθορίζεται από τη σχέση εκμετάλλευσης του εργαζόμενου από τον εργοδότη).
Η αντιμετώπιση του εργαζόμενου σαν απρόσωπο τμήμα μιας διαδικασίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η συνθετότητα αυτής της σχέσης και κυρίως οι άτυπες πλευρές της που επηρεάζουν καθοριστικά το εργασιακό περιβάλλον, αυξάνει τον κίνδυνο που απειλεί την υγεία - σωματική και ψυχική - των εργαζομένων, αλλά και του λαού που συγκατοικεί με τον κίνδυνο αυτόν. Τα παραδείγματα της «Βιολάντα» και των καζανιών του θανάτου στο Πέραμα είναι πολύ πρόσφατα, και μαρτυρούν ότι αυτό που προωθείται είναι άλλος ένας κρίκος στην εγκληματική πολιτική κράτους - εργοδοσίας.
Αλλωστε, η διαμόρφωση των διατάξεων που αφορούν την Επιθεώρηση Εργασίας από ομάδα στελεχών των υπουργείων Ανάπτυξης και Εργασίας με επικεφαλής κεντρικό στέλεχος του υπουργείου Ανάπτυξης, αλλά και η ένταξη της Επιθεώρησης Εργασίας σε ενιαίο εποπτικό μηχανισμό επιβεβαιώνει και το πώς αντιμετωπίζει η κυβέρνηση την Επιθεώρηση - σαν μια υπηρεσία που εντάσσεται στο πλαίσιο στήριξης της επιχειρηματικής δράσης, επομένως αποσυνδέεται και τυπικά από την προστασία των εργαζομένων.
Συγκεκριμένα ο πρόσφατος αυτός νόμος στο άρθρο 126 ορίζει την εφαρμογή του νόμου 4512/2018, που πρακτικά σημαίνει:
- Δυνατότητα ανάθεσης του ελέγχου σε ιδιώτες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ο ελεγκτής μπορεί να είναι «α) ο δημόσιος υπάλληλος της εποπτεύουσας αρχής με αρμοδιότητα την άσκηση εποπτείας, β) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται, κατά παραχώρηση αρμοδιότητας από την εποπτεύουσα ή άλλη δημόσια αρχή, αρμοδιότητα άσκησης ελέγχων» (άρθρο 128).
- Ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του μπορούν μεταξύ άλλων να αρνηθούν τον έλεγχο και να καταγγείλουν τον επιθεωρητή! Συγκεκριμένα:
«Κατά τη διενέργεια εποπτείας ο οικονομικός φορέας, ο νόμιμος εκπρόσωπός του και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον μπορεί:
(...) β. να αρνείται την υποβολή του σε έλεγχο ή σε τμήμα του ελέγχου,
(...) ε. να αρνείται να συμμορφωθεί σε αίτημα ελεγκτή σχετικά με την επίδειξη εγγράφων και υλικών, αν αυτά δεν σχετίζονται με τον έλεγχο ή αν ο ελεγκτής δεν έχει δικαίωμα να ελέγξει τα έγγραφα αυτά,
(...) ζ. να προβαίνει σε καταγγελία (σ.σ. του ελεγκτή) αν ο ελεγκτής υποδεικνύει ανάρμοστη ή παράνομη συμπεριφορά, ή αν προκύπτει σύγκρουση ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος,
η. να αιτείται την εξαίρεση του ελεγκτή, αν υπάρχει εύλογη και αιτιολογημένη αμφιβολία για την αμεροληψία του» (άρθρο 155).
- Οι εργοδότες θα προειδοποιούνται για τη διενέργεια ελέγχου, με αποτέλεσμα να μπορούν να «κουκουλώσουν» τα «κακώς κείμενα».
Δίνεται έτσι ένα ακόμα συντριπτικό χτύπημα στο έργο του επιθεωρητή και στην όποια «ανεξαρτησία» τους, αφού μέχρι τώρα μπορούσε, τουλάχιστον σύμφωνα με τα οριζόμενα, να ερευνά «οποιαδήποτε ώρακατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας τους χώρους εργασίας, όταν κρίνει αναγκαίο, χωρίς προειδοποίηση προς τον εργοδότη, και έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιοδήποτε από τα βιβλία, μητρώα, έγγραφα, αρχεία και κάθε άλλου είδους στοιχείο που τηρούνται από την επιχείρηση, λαμβάνει αντίγραφα και έχει πρόσβαση στη δομή της παραγωγικής διαδικασίας...».
Οι αρμοδιότητες αυτές περιορίζονται ασφυκτικά από τον 4512/2018, που ορίζει:«1. Οι έλεγχοι διενεργούνται ύστερα από απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, η οποία αναφέρει κατ' ελάχιστον τον εποπτευόμενο οικονομικό φορέα, το προϊόν, την εγκατάσταση, το αντικείμενο του ελέγχου, την ημερομηνία του ελέγχου, τα ονόματα των ελεγκτών, τα φύλλα ελέγχου που θα χρησιμοποιηθούν και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εποπτευόμενου φορέα.
2. Αντίγραφο της απόφασης κοινοποιείται στον εποπτευόμενο φορέα πριν από τη διενέργεια του ελέγχου, εφόσον κατά την κρίση της εποπτεύουσας αρχής η κοινοποίηση δεν ματαιώνει τον σκοπό του ελέγχου» (άρθρο 146).
Ακόμα, ο επιθεωρητής δεν θα μπορεί πλέον να επιβάλλει κυρώσεις, αφού «τα μέτρα και οι κυρώσεις που επιβάλλονται συνοδεύονται από πράξη (απόφαση) που εκδίδεται από την εποπτεύουσα αρχή, η οποία επικυρώνει την επιβολή τους» (άρθρο 151).
Ιδιαίτερη είναι η ...φροντίδα που επιδεικνύουν οι κυβερνήσεις για την υπονόμευση στην πράξη του έργου των επιθεωρητών Εργασιακών Σχέσεων και των επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας, κρατώντας μονίμως υποστελεχωμένη και χωρίς την αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή την Επιθεώρηση Εργασίας στο σύνολό της.
Βασική πλευρά του προσανατολισμού που δίνεται από όλες τις αστικές κυβερνήσεις είναι η κατεύθυνση ότι τα προβλήματα στους χώρους δουλειάς μπορούν να λυθούν με «κοινωνική συναίνεση», και ότι ο επιθεωρητής Εργασίας πρέπει να έχει έναν «συμφιλιωτικό» ρόλο ανάμεσα στον εργαζόμενο και στον εργοδότη. Αυτός ο προσανατολισμός υπονομεύει την ουσιαστική εφαρμογή μέτρων που θα μπορούσαν να αποτρέψουν όσο γίνεται τους κινδύνους στους χώρους δουλειάς.
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσιοποιημένη Εκθεση Πεπραγμένων, το 2024 υπηρετούσαν 369 επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων και μόλις 233 επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας.
Επίσης σύμφωνα με το Ειδικό Ετήσιο Τεύχος του «Εργάνη» του 2025, των φορέων Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας - ΔΥΠΑ - ΕΦΚΑ, ο αριθμός των καταγεγραμμένων επιχειρήσεων είναι 355.509 και ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είναι σχεδόν 2,6 εκατομμύρια.
Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν μπορούσαν να βγουν όλοι οι επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας για έλεγχο καθημερινά, όλες τις μέρες του χρόνου και σε κάθε έλεγχο να υπάρχει μόνο ένας επιθεωρητής, αυτό σημαίνει ότι σε κάθε επιθεωρητή αναλογεί να ελέγξει 1.525 επιχειρήσεις με 11.585 εργαζόμενους. Είναι δηλαδή ανθρωπίνως αδύνατο να ελέγξει σε βάθος έστω ένα ελάχιστο κλάσμα από αυτές, πολύ περισσότερο όταν δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για να κάνει ελέγχους π.χ. χημικών, φυσικών και βιολογικών παραγόντων στους χώρους εργασίας.
Οι αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας, μετά την μετατροπή της σε Ανεξάρτητη Αρχή και πριν τον τελευταίο νόμο, αποτελούν άμεση αντανάκλαση των γενικότερων τροποποιήσεων των δύο νομοθετικών πλαισίων.
Αλλωστε, η διορισμένη από την κυβέρνηση διοίκηση της Ανεξάρτητης Αρχής ρίχνει τις πρώτες τροχιοδεικτικές βολές από την αρχή της λειτουργίας της:
- Τον Γενάρη του 2023, με έγγραφό της προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επικαλούμενη μεταξύ άλλων την έλλειψη προσωπικού σημειώνει: «Επισημαίνεται ιδιαίτερα πως δεδομένων και των δυνατοτήτων του υπηρετούντος στην Επιθεώρηση Εργασίας προσωπικού, η ανάλωση δυσανάλογου χρόνου εργασίας των επιθεωρητών πανελλαδικά για τον χειρισμό χιλιάδων υποθέσεων αναγγελλόμενων εργατικών ατυχημάτων ήσσονος σοβαρότητας (τουτέστιν, της μεγάλης πλειοψηφίας των αναγγελλόμενων ατυχημάτων, που εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τον αριθμό των 14.000 κατά το τρέχον έτος) αποβαίνει σε βάρος του κύριου έργου τους, που είναι η διενέργεια προληπτικών ελέγχων τήρησης της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία».
Ακολούθως ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, απευθυνόμενος προς τους εισαγγελείς Πρωτοδικών της χώρας, τους ζητά «να συστήσετε στους υπό τις οδηγίες και παραγγελίες σας δρώντες προανακριτικούς υπαλλήλους ότι δεν προβλέπεται κατά τον νόμο η σύνταξη έκθεσης έρευνας επί των ήσσονος σοβαρότητας εργατικών ατυχημάτων»!
Τον ίδιο μήνα γίνεται γνωστό έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης στα Αστυνομικά Τμήματα και στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης, με το οποίο τους καλεί να μη δίνουν παραγγελία για «έρευνα αιτιών και συνθηκών» εργατικών «ατυχημάτων», αν αυτά εντάσσονται στην κατηγορία «ήσσονος σημασίας»!
Τι σημαίνει όμως «ήσσονος σημασίας ατυχήματα»; Σημαίνει ότι η εργοδοσία απαλλάσσεται από τάχα «περιττούς ελέγχους» για συμβάντα που κατά κανόνα «προειδοποιούν» για κάτι πολύ πιο σοβαρό. Υπενθυμίζεται ότι στην περίπτωση της «Βιολάντα», με τις πέντε νεκρές εργάτριες, το προσωπικό προειδοποιούσε πολλούς μήνες πριν για διάφορα τάχα «μικροσυμβάντα», από καλώδια που μπερδεύονταν στα πόδια τους μέχρι ύποπτες οσμές κ.λπ. Αυτά τα «ήσσονος σημασίας» αποδείχθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο ότι ήταν προάγγελος της έκρηξης...
- Αφού λοιπόν απαλλάχθηκε από τη διερεύνηση των «ήσσονος σημασίας» εργατικών «ατυχημάτων», το επόμενο βήμα ήταν να ανακοινώσει και τη μη διερεύνηση ακόμα και θανατηφόρων εργατικών «ατυχημάτων». Τούτη τη φορά το πρόσχημα δεν ήταν η έλλειψη προσωπικού, αλλά τα αίτια των «ατυχημάτων».
Συγκεκριμένα, στην Εκθεση Πεπραγμένων 2024 της Επιθεώρησης Εργασίας αναφέρεται ότι «από τα εργατικά ατυχήματα που αναγγέλλονται στην Επιθεώρηση Εργασίας, καταχωρίζονται μεν αλλά δεν διερευνώνται ως προς τα αίτιά τους όσα έχουν παθολογική ή τροχαία αιτιολογία, ατυχήματα σε βάρος απασχολουμένων χωρίς κάποια μορφή εξαρτημένης σχέσης εργασίας (ελεύθεροι επαγγελματίες, εργοδότες, αυτοαπασχολούμενοι κ.λπ.), καθώς και τα ατυχήματα ήσσονος σοβαρότητας».
Στην προσπάθεια εξαφάνισης των εργατικών «ατυχημάτων» που οφείλονται σε παθολογικά ή τροχαία αίτια έχουν συμβάλει όλες οι κυβερνήσεις.
Καταρχάς, οι θάνατοι με τροχαία αίτια δεν δημοσιοποιούνται από το 2006 και μετά! Επίσης, όλες οι κυβερνήσεις κάνουν αυτόν τον εσκεμμένο διαχωρισμό, που αθωώνει τις συνθήκες εργασίας για τους θανάτους με παθολογικά ή τροχαία αίτια.
Ενδεικτικό είναι ότι το 2017 η διορισμένη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ηγεσία του ΣΕΠΕ στην Εκθεση Πεπραγμένων διαχώρισε τα θανατηφόρα σε «παθολογικά» και «μη», για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι η αύξηση συνολικά των εργατικών «ατυχημάτων» της περιόδου 2015 - 2017 «δεν αντανακλάται στην αντίστοιχη πορεία των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων» αλλά στα θανατηφόρα «παθολογικής αιτιολογίας». Αρα όλα καλά!
Βέβαια, στον αντίποδα αυτού του αντιεπιστημονικού διαχωρισμού, που θάβει όχι μόνο τα εργατικά «ατυχήματα» αλλά και ασθένειες και θανάτους που συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με την εργασία, το ίδιο το ΣΕΠΕ το 2001 πρότεινε: «Μια τέτοια αυξητική μεταβολή (σ.σ. των εργατικών "ατυχημάτων" με παθολογικά και τροχαία αίτια) χρήζει περαιτέρω διερεύνησης (...) ίσως θα έπρεπε να εξεταστεί η πιθανότητα τα ατυχήματα αυτά να οφείλονται σε επαγγελματικές ασθένειες (που προκλήθηκαν δηλαδή από την εργασία που εκτελούσαν οι παθόντες και εξελίχθηκαν στο πλαίσιο αυτής) ή στις συνθήκες εργασίας (π.χ. ελάττωση προσοχής λόγω κόπωσης και εξουθενωτικών ωραρίων, για την περίπτωση των τροχαίων)».
Αυτά βέβαια δεν έγιναν ποτέ πράξη, με παρέμβαση όλων των κυβερνήσεων, είτε η Επιθεώρηση ήταν τυπικά κρατική υπηρεσία είτε «ανεξάρτητη αρχή» σήμερα.