Συνεδρίασαν χτες οι ηγέτες των Εννέα του Βουκουρεστίου μαζί με αρχηγούς κρατών της Σκανδιναβίας
Η ιμπεριαλιστική σύγκρουση ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ και Ρωσίας στην Ουκρανία «δεν αποτελεί μια μεμονωμένη σύγκρουση», αλλά μάλλον «μια άμεση πρόκληση για ολόκληρη την ευρωατλαντική τάξη ασφαλείας». Με αυτή την επισήμανση συνεδρίασε χτες η σύνοδος κορυφής των Εννέα του Βουκουρεστίου (B9), με τη συμμετοχή ηγετών από την Ανατολική Ευρώπη, τις χώρες της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας.
Το σχήμα αυτό καθιερώθηκε το 2015 και συμμετέχουν ηγέτες της Βουλγαρίας, της Τσεχίας, της Σλοβακίας, της Εσθονίας, της Ουγγαρίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε μια «δυναμική διεθνή κατάσταση», επισημαίνοντας τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, καθώς και τις απειλές που αντιμετωπίζουν οι γύρω χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ρουμανίας, αλλά και της Μολδαβίας, τόνισε ο Ρουμάνος Πρόεδρος, Ν. Νταν, που ήταν οικοδεσπότης μαζί με τον Πολωνό ομόλογό του, Κ. Ναβρότσκι, παρουσία και του γγ του ΝΑΤΟ, Μ. Ρούτε. Επίσης συμμετείχε ο Ουκρανός Πρόεδρος, Β. Ζελένσκι.
Ειδικά για την Ουκρανία και τη Μολδαβία, ο Νταν είπε πως η υποστήριξη του ΝΑΤΟ πρέπει να είναι αποτελεσματική, «επειδή η ασφάλειά μας εξαρτάται από την ασφάλειά τους».
Αλλά και ο Ναβρότσκι σημείωσε πως ο πόλεμος με τη Ρωσία «δεν αποτελεί μεμονωμένη σύγκρουση» και πως η Ανατολική Ευρώπη «δεν είναι πλέον περιφέρεια του ΝΑΤΟ, είναι το στρατηγικό κέντρο βάρους του ΝΑΤΟ».
Υπάρχει «επείγουσα ανάγκη ενοποίησης της αεράμυνας του ΝΑΤΟ κατά πυραύλων και drones», υπογραμμίζουν οι ηγέτες 14 κρατών της Ανατολής Ευρώπης, της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας στην κοινή τους δήλωση, αναφερόμενοι στις «επανειλημμένες παραβιάσεις του εναέριου χώρου κρατών στην ανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ από τη Ρωσία».
Επίσης καταδικάζουν τις «ενέργειες της Ρωσίας εναντίον Συμμάχων και εταίρων», όπως δολιοφθορές, κυβερνοεπιθέσεις, υβριδικές επιθέσεις και αποσταθεροποιητικές δραστηριότητες.
Ο Ρούτε εμφανίστηκε «συγκρατημένα αισιόδοξος» για την επερχόμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, επαναλαμβάνοντας τη θεωρία του «ΝΑΤΟ 3.0», σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά της, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να στραφούν προς τα άλλα συμφέροντά τους χωρίς να εγκαταλείψουν την Ευρώπη.
Χτες η Ρωσία εξαπέλυσε μεγάλης κλίμακας επίθεση στην Ουκρανία στοχεύοντας ζωτικής σημασίας υποδομές και βασικές υπηρεσίες στις μεγάλες πόλεις, όπως ενεργειακές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις της αμυντικής βιομηχανίας και κυβερνητικά κτίρια.
Σύμφωνα με την ουκρανική πλευρά, σ' ένα πρώτο κύμα η Ρωσία χρησιμοποίησε έναν μεγάλο αριθμό μη επανδρωμένων αεροσκαφών, προσπαθώντας να κατακλύσει το σύστημα της αντιαεροπορικής άμυνας της Ουκρανίας και να χρησιμοποιήσει αργότερα έναν σημαντικό αριθμό πυραύλων συμπεριλαμβανομένων και βαλλιστικών.
Στο μεταξύ, ο Ρώσος Πρόεδρος Βλ. Πούτιν δήλωσε χτες ότι η Μόσχα θα συνεχίσει να εκσυγχρονίζει τις στρατηγικές πυρηνικές δυνάμεις της και να αναπτύσσει πυραυλικά συστήματα τα οποία θα είναι σε θέση να ξεπεράσουν όλα τα υφιστάμενα και μελλοντικά αμυντικά συστήματα. Μια μέρα νωρίτερα είχε ανακοινώσει ότι η Ρωσία θα είναι έτοιμη να αναπτύξει έως το τέλος του έτους τον νέο διηπειρωτικό πύραυλο Sarmat, που θα μπορεί να μεταφέρει πυρηνική κεφαλή και να πλήττει στόχους χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Παρ' όλα αυτά ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντ. Τραμπ συμφώνησε με τον Πούτιν ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι πολύ κοντά στο τέλος του, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος πιστεύει πως θα υπάρξει μια διευθέτηση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, όπως μεταδίδει το Reuters.
Από την πλευρά του ο Ρώσος ΥΠΕΞ, Σ. Λαβρόφ, έστειλε το δικό του μήνυμα στην Ουάσιγκτον, λέγοντας πως οι «καλές συνομιλίες» για συνεργασία σε τεχνολογία, Ενέργεια και άλλα σχέδια δεν έχουν οδηγήσει σε αποτελέσματα.
Αντ' αυτού «οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν επί της προεδρίας Μπάιντεν παραμένουν σε ισχύ. Επιπλέον η κυβέρνηση Τραμπ έχει αναλάβει δικές της πρωτοβουλίες για να τιμωρήσει την οικονομία της Ρωσίας».
Προσγειώθηκε χτες στο Πεκίνο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ
2026 The Associated Press. All |
Από την άφιξη του Τραμπ στην κινεζική πρωτεύουσα |
Τον Αμερικανό ηγέτη συνοδεύουν μια σειρά υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησής του, συμπεριλαμβανομένων των υπουργών Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ κ.ά., ενώ στο αεροδρόμιο τον υποδέχτηκε ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Χαν Ζενγκ.
Ιεραρχώντας τη διαπραγμάτευση των όρων οικονομικής συνεργασίας προς όφελος των αμερικανικών μονοπωλίων σε μια περίοδο που η αναμέτρηση για την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία κλιμακώνεται μέσα από πυρετώδεις πολεμικές προπαρασκευές, ο Αμερικανός ηγέτης έφτασε στην Κίνα μαζί με ευρεία αντιπροσωπεία επιχειρηματικών στελεχών, κολοσσών όπως «Tesla» - «SpaceX», «Apple», «Blackrock», «Citi», «Goldman Sachs», «Meta», «Qualcomm», «Blackstone», «Boeing», «Cargill», «GE Aerospace», «Mastercard» και «Visa». Οπως περιέγραφε σε δηλώσεις του κατά το ταξίδι, επιδίωξη είναι να παροτρύνει τον Σι, «έναν εξαιρετικό ηγέτη, να "ανοίξει" την Κίνα, ώστε αυτοί οι λαμπροί άνθρωποι να μπορέσουν να κάνουν τα μαγικά τους»...
Κεντρικό άρθρο στο κινεζικό πρακτορείο «Σινχουά» υπογράμμιζε χτες ότι «όπως σημείωσε ο Σι, ο διάλογος είναι καλύτερος από την αντιπαράθεση. Οι δύο πλευρές θα πρέπει να σκεφτούν ευρέως και να αναγνωρίσουν το μακροπρόθεσμο όφελος της συνεργασίας. Εξάλλου, ο κόσμος σήμερα αντιμετωπίζει πολλές σύνθετες προκλήσεις». Ανάλυση δε της «Λαϊκής Ημερησίας» επισημαίνει όλο νόημα ότι «σήμερα οι σχέσεις Κίνας - ΗΠΑ και ο διάλογος πραγματοποιούνται σε πιο δίκαιη βάση. Η επικοινωνία γίνεται όλο και πιο ρεαλιστική, με σαφέστερη καταγραφή των ορίων που κάθε πλευρά θέτει».
Από την άλλη μεριά, σε ανάλυση της αμερικανικής «δεξαμενής σκέψης» «Atlantic Council» τονίζεται ότι «Ουάσιγκτον και Πεκίνο έχουν κολλήσει σε μια άβολη δυναμική, την οποία χαρακτηρίζουν βαθιά δυσπιστία, αμοιβαία οικονομική έκθεση και αυξανόμενες προσπάθειες των δύο πλευρών να "απεγκλωβίσουν" τις οικονομίες τους προτού αυτή η εξάρτηση μπορέσει να χρησιμοποιηθεί (σ.σ. από αντιπάλους τους) ως όπλο. Κοινά συμφέροντα είναι δύσκολο να βρεθούν, και η μετατροπή των λίγων που υπάρχουν σε κάτι που μοιάζει με πραγματική συνεργασία θα απαιτούσε περισσότερο πολιτικό κεφάλαιο απ' ό,τι κάθε πλευρά φαίνεται να είναι διατεθειμένη να επενδύσει αυτήν τη στιγμή». Αναφέρει ακόμα ότι οι δύο ηγέτες θα αναζητήσουν «κέρδη τακτικής» από τη συνάντησή τους: «Ο Σι πιθανότατα θα επιδιώξει παραχωρήσεις από τις ΗΠΑ για τους ελέγχους των εξαγωγών τεχνολογίας, την Ταϊβάν και τους δασμούς. Ο Τραμπ πιθανότατα θα επιδιώξει μεγάλες κινεζικές αγορές αμερικανικών αγαθών, περισσότερη πρόσβαση των ΗΠΑ στις σπάνιες γαίες της Κίνας και πρόοδο στη συνεργασία για τη φαιντανύλη».
Η ίδια ανάλυση υπογραμμίζει ότι «είναι επίσης απίθανο να υπάρξουν σημαντικές επενδυτικές ανακοινώσεις» και ότι μπορεί τον Απρίλη «ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκριρ να δήλωσε ότι οι δύο πλευρές εργάζονται για να ξεκινήσουν ένα "Συμβούλιο Επενδύσεων" για τη διευκόλυνση έργων μεταξύ των δύο χωρών, αλλά αυτή η προσπάθεια φαίνεται να έχει σταματήσει», καθώς «είναι δύσκολο για τις εταιρείες και τους αξιωματούχους και των δύο πλευρών να εντοπίσουν εφικτούς για κάτι τέτοιο τομείς ή έργα».
Πάντως η Ντέμπι Ντίγκελ, βουλευτής Ρεπουμπλικάνων, σε άρθρο της στο φιλοκυβερνητικό αμερικανικό δίκτυο «Fox News» με τίτλο «Γιατί οι Αμερικανοί πρέπει να ανησυχούν για τη σύνοδο κορυφής του Προέδρου Τραμπ με την Κίνα» υποστηρίζει ότι «ο Πρόεδρος πρέπει να τηρήσει τον λόγο του απέναντι στον αμερικανικό λαό και να μην επιτρέψει στην Κίνα να "κατασκευάζει" στις ΗΠΑ» (δηλαδή να αποκτήσει πρόσβαση ή βασικά κεφάλαια σε μεγάλους ομίλους μεταποίησης στις ΗΠΑ).
Η Ντίγκελ ανέφερε ότι «πρόσφατες σκέψεις» για την προθυμία Τραμπ «να επιτρέψει στους Κινέζους κατασκευαστές να παράγουν στις ΗΠΑ» συνιστούν «σοβαρή απειλή τόσο για την οικονομική όσο και για την εθνική μας ασφάλεια», αναγγέλλοντας μάλιστα και «μια σπάνια δικομματική προσπάθεια» Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών βουλευτών με την οποία «θα πολεμήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις».
Μεταξύ άλλων έκρινε σκόπιμο να υποστηρίξει ότι αν και «για δεκαετίες οι Ηνωμένες Πολιτείες αγκάλιασαν την παγκοσμιοποίηση, με την υπόθεση ότι η βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση θα ήταν αμοιβαία επωφελής και θα δημιουργούσε αμερικανικές θέσεις εργασίας», τελικά «η πραγματικότητα απέχει πολύ από αυτό που είχε προβλεφθεί». Υπογράμμισε δε ότι «η Κίνα δεν παίζει με τους ίδιους κανόνες ελεύθερης αγοράς που παίζει η Αμερική. Η παγκόσμια κυριαρχία της αυξήθηκε επειδή κανείς που την ανταγωνίζεται δεν παίζει επί ίσοις όροις και η παγκόσμια αγορά βρίσκεται σε σημαντικό μειονέκτημα. Οι κινεζικές εταιρείες λαμβάνουν τεράστιες επιδοτήσεις από την κυβέρνησή τους, προνομιακή χρηματοδότηση (...) Το να επιτραπεί στις ίδιες εταιρείες να παράγουν εντός των Ηνωμένων Πολιτειών θα δώσει σε έναν γεωπολιτικό αντίπαλο μόχλευση στην οικονομία της Αμερικής εκ των έσω...».