Σήμερα η εκδήλωση στον Περισσό | Θα χαιρετίσει ο Μάνος Ζαχαρίας
Μέλη του φωτο-κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ. Από αριστερά: Γιάννης (σκοτώθηκε από νάρκη), Γιώργος Σεβαστίκογλου (υπεύθυνος του κινηματογραφικού συνεργείου, σκηνοθέτης), Απόστολος Μουσούρης (οπερατέρ), Μάνος Ζαχαρίας (σκηνοθέτης) |
Στην εκδήλωση θα προβληθούν οι ταινίες «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας», σε παραγωγή του ΔΣΕ (1948), και «Γωνία Αρμπάτ και Μπουμπουλίνας», σε παραγωγή «Mosfilm» (1972).
Ο Μάνος Ζαχαρίας γεννήθηκε το 1922 στην Αθήνα. Στα χρόνια της Κατοχής οργανώνεται στην ΕΠΟΝ, ενώ την περίοδο του Δεκέμβρη αναλαμβάνει επικεφαλής του Σπουδαστικού Λόχου που μετονομάστηκε σε «Λόρδος Μπάιρον». Συμμετέχει στην τελευταία μάχη στην Αθήνα, στα Εξάρχεια, πριν την υποχώρηση του ΕΛΑΣ.
Το 1945, χάρη στην υποτροφία Μερλιέ, επιβιβάζεται στο πλοίο «Ματαρόα» και βρίσκεται στη Γαλλία. Εκεί γράφεται στο IDHEC (Institut des Hautes Etudes Cinematographiques), ενώ παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη Σορβόνη.
Με την έναρξη του εμφυλίου στην Ελλάδα αποφασίζει να επιστρέψει. «Φεύγω από τη Γαλλία και κατεβαίνω στην Ελεύθερη Ελλάδα κουβαλώντας μια μηχανή δεκαεξάρα και μια Μπόλεξ τριανταπεντάρα μικρή».
Εκεί, μαζί με τους Γιώργο Σεβαστίκογλου, Απόστολο Μουσούρη, Φώτη Ματσάκα και άλλους αποτελούν το φωτο-κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ, το οποίο συγκροτήθηκε το 1948. Το συνεργείο κινηματογραφεί «Επίκαιρα» και τραβάει φωτογραφίες από τη ζωή και τη δράση του ΔΣΕ. Τα φιλμ μεταφέρονταν στο εξωτερικό για την τεχνική επεξεργασία, με σκοπό τη διανομή τους. «Πολλές φορές κάναμε και μια βδομάδα να γυρίσουμε πίσω, αλλά πάντα στα κουτιά μας υπήρχαν καταχωρισμένα ανεπανάληπτα γεγονότα, μοναδικά πρόσωπα, καθημερινές σκηνές πολέμου - κομμάτια Ιστορίας και μνήμης».Μετά την ήττα, εγκαθίσταται στην Τασκένδη. Δηλώνει συμμετοχή σε έναν πανσοβιετικό διαγωνισμό για σπουδές κινηματογράφου στη Μόσχα. Σε αυτόν τον διαγωνισμό οι υποψήφιοι απ' όλες τις Σοβιετικές Δημοκρατίες ξεπερνούν τους 400. Μετά από αλλεπάλληλες κρίσεις προκρίνονται 15, ανάμεσά τους και ο Μάνος Ζαχαρίας, ο μόνος μη Σοβιετικός πολίτης.
Στη Σχολή Κινηματογράφου ευτύχησε να έχει μερικούς από τους κορυφαίους της σοβιετικής κινηματογραφίας, όπως ο Ντοβζένκο και ο Ρομ.
Στην ΕΣΣΔ γύρισε 7 ταινίες μεγάλου μήκους και 3 μικρού. Κάθε περίπου δύο χρόνια ολοκλήρωνε και μια ταινία. Είναι αποκαλυπτικά τα λόγια του για τις συνθήκες που επικρατούσαν, αλλά και για το συντροφικό κλίμα, γεμάτο αλληλεγγύη και σεβασμό που υπήρχε μεταξύ των σκηνοθετών. «Οι σκηνοθέτες είχαν όλα τα μέσα για να γυρίσουν την ταινία τους. Ο προϋπολογισμός καταρτιζόταν επάνω στο σενάριο που είχε δουλέψει ο σκηνοθέτης, το οποίο από τη στιγμή που εγκρινόταν, ο δημιουργός έκανε ό,τι ήθελε»...
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1979. Από τότε μέχρι και σήμερα, στα 104 του χρόνια, ο κινηματογράφος εξακολουθεί να είναι η μεγάλη του αγάπη...
Ωστόσο ο κεντρικός πυρήνας στο περιεχόμενο του έργου παραμένει ο ίδιος: Ολοι φοράμε προσωπεία, αναπαριστούμε κοινωνικούς ρόλους και οτιδήποτε δεν εντάσσεται σε αυτήν τη «φόρμα» (όπως η Υβόννη) πρέπει να εξοντωθεί. Στο φανταστικό βασίλειο της «Βουργουνδίας» του έργου του Κυριακού, οι υπηρέτες παίζουν τους ρόλους των αφεντικών τους, αναπαράγοντας τη βία που έχουν δεχθεί και μάθει από την πειθαρχία τους στην εξουσία, στους νόμους και στη θρησκεία.
Οι ερμηνείες, γύρω από τις «κοινωνικές κατασκευές» και τους «πειθαρχικούς θεσμούς» κ.λπ., παρόλο που διόλου νέες δεν είναι, φαίνεται ότι ταλανίζουν τους δημιουργούς φιλοσοφικά, αισθητικά και κυρίως πολιτικά. Και σε αυτήν την περίπτωση προσπαθούν μέσα από αυτήν την ερμηνεία να «τακτοποιήσουν» στο κεφάλι τους το ζήτημα της αναπαραγωγής της ταξικής βίας: Ο υπηρέτης πειθαρχεί, μιμείται τον εξουσιαστή του και εξουσιάζει με τη σειρά του - και έτσι βία και εξουσία δεν έχουν τέλος, παρά μόνο μέσω ατομικών αποφάσεων ηθικής εναντίωσης.
Μπορούμε να αισθανθούμε την ανάγκη της ομάδας «Αθώο Σώμα» να μιλήσει για το σήμερα, καθώς και την αγωνία της για το πώς θα σταματήσουν να υπάρχουν απάνθρωπες «Βουργουνδίες». Ομως η αδυναμία τους να δουν τις σχέσεις εξουσίας έξω από τις κυρίαρχες αστικές θεωρήσεις, δυστυχώς αναπόφευκτα παρασύρει το περιεχόμενο της παράστασης σε μία ακόμα αναπαραγωγή τους.
Είναι κρίμα, γιατί πριν ξεδιπλωθεί η παραπάνω οπτική, το πρώτο μέρος της παράστασης - όπου οι βασιλείς, σιχαμένοι όσο και τιποτένιοι μέσα στην κούφια μεγαλοπρέπεια της ώρας του δείπνου, ταράζονται από την έλευση της Υβόννης, που δεν υποκλίνεται μπροστά τους - δημιούργησε προσδοκίες για μια άλλη αντιμετώπιση.
Το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μορφικά κράμα, καθώς ο λόγος από υπαινικτικός και ποιητικός γίνεται ωμός και καθημερινός, κάτι που συμπλέει με τη σκηνοθεσία.
Σκηνοθετικά, η Κ. Σκουρλή κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, εικαστικά ποιητική αλλά και σκληρά ωμή, όπου η στυλιζαρισμένη κινησιολογία σπάει την ασφυκτική της φόρμα για να φανερώσει την καταπιεσμένη οδύνη του ανθρώπου. Μοιάζει λες και έχει παρεισφρήσει μέσα σε αυτό το «θέατρο μέσα στο θέατρο» το πραγματικό παγκόσμιο θέατρο - ο Ζενέ, ο Μπέκετ, ο Μολιέρος - και με μια γοητευτική θρασύτητα «παίζει» κι αυτό με τους ήρωες.
Η μουσική του Κ. Σελαμσή, η οποία κυριαρχεί σε όλη την παράσταση - μια αυλική μουσική που παραμορφώνεται, διαλύεται και ανασυντίθεται - άλλοτε λειτουργεί ως παρτιτούρα που συντονίζει τη δράση διαμορφώνοντας τον ρυθμό και άλλοτε ως σχόλιο στα δρώμενα.
Τα σκηνικά της Μ. Αυγερινού - ειδικά αυτό το μεγάλο τραπέζι ως πεδίο μάχης και υποταγής των ηρώων - και τα υπνωτιστικά όμορφα κοστούμια της Β. Σύρμα αποτέλεσαν ουσιαστικά στοιχεία στη σκηνική δράση, σηματοδοτώντας τα όρια μεταξύ απόλυτης θεατρικότητας και πραγματικότητας. Οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν επάξια στο απαιτητικό κινησιολογικά και εκφραστικά ζητούμενο, καθώς και στη δυσκολία διατήρησης του ρυθμού.
Γιατί άραγε οι συντελεστές δεν έδωσαν την ίδια φροντίδα, το ίδιο βάθος και στο περιεχόμενο; Και γιατί άραγε, σε έναν κόσμο που φλέγεται, να επιλέξεις να μιλήσεις για το πώς οι υπηρέτες γίνονται βασιλιάδες σε κάποιους άλλους; Σε κάθε περίπτωση, η πραγματικότητα είναι εκεί έξω για να τη δούμε. Οι καιροί και οι «υπηρέτες» το έχουν ανάγκη...
Ταυτότητα παράστασης
Κείμενο: Βαγγέλης Κυριακού. Σκηνοθεσία - επιμέλεια κίνησης: Κατερίνα Σκουρλή. Σκηνικά: Μαγδαληνή Αυγερινού. Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα. Πρωτότυπη μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής. Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας.
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Λυδία Βύρλα, Νατάσα Βλυσίδου, Μαντώ Γιαννίκου, Πάνος Θεοδωρακόπουλος, Πάνος Χατσατριάν.
Θέατρο «Σφενδόνη»: Σάββατο 16/5 στις 8 μ.μ., Κυριακή 17/5 στις 7 μ.μ.
Το Θέατρο Τέχνης «Καρόλου Κουν», στις 11, 12 και 13 Μαΐου, μήνα των γενεθλίων της πεζογράφου, αγωνίστριας και παιδαγωγού Ελλης Αλεξίου, φωτίζει για πρώτη φορά στη σκηνή του Υπογείου τη ζωή, το έργο και το ανθρώπινο αποτύπωμά της, μέσα από τη σκηνική ανάγνωση «Εκμυστηρεύσεις της Ελλης Αλεξίου» της Εύας Νικολαΐδου, σε σκηνοθετική επιμέλεια του Αγγελου Μπούρα και ερμηνεία της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου. Ενα αναλόγιο - φόρος μνήμης, που ακολουθεί τη διαδρομή μιας γυναίκας που υπερασπίστηκε με όλες τις δυνάμεις της τον άνθρωπο, τη γνώση, τη δικαιοσύνη και την παιδεία.
Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Εύα Νικολαΐδου γνώρισε την Ελλη Αλεξίου, συνομίλησε μαζί της, την έζησε από κοντά και κατέγραψε στο βιβλίο της «Εκμυστηρεύσεις της Ελλης Αλεξίου» μνήμες, αφηγήσεις και πολύτιμα στοιχεία από τη συναρπαστική διαδρομή της.
Στο σκηνοθετικό του σημείωμα ο Αγγελος Μπούρας σημειώνει μεταξύ άλλων: «Η συνάντησή μου με την Ελλη Αλεξίου υπήρξε βαθιά συγκινητική. Οχι ως επαφή με μια ιστορική μορφή, αλλά ως συνάντηση με έναν άνθρωπο που έζησε και πάλεψε με συνέπεια, πίστη και χαρά για τη ζωή.
Μέσα από τον λόγο της αναδύεται μια ακλόνητη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και, κυρίως, στο παιδί. Το παιδί ως οντότητα, ως ύπαρξη που αξίζει σεβασμό, κατανόηση και αγάπη - όχι φόβο και καταπίεση. Αυτή η στάση διατρέχει όλο το έργο και τη ζωή της και γίνεται για μας μια αφορμή να αφηγηθούμε την ιστορία της.
Αυτό που κρατώ περισσότερο είναι η αντοχή της. Η επιμονή της να στέκεται όρθια μέσα στις δυσκολίες, να επιλέγει την αγάπη απέναντι στη σκληρότητα, τον διάλογο απέναντι στην επιβολή. Και κάπου εκεί, μια φράση σχεδόν συγγενική μας, "και αυτό θα περάσει". Οχι ως παρηγοριά, αλλά ως βαθιά γνώση της ζωής.
Η παράσταση αυτή είναι μια προσπάθεια να πλησιάσουμε τον παλμό αυτής της σκέψης και αυτής της στάσης. Να φέρουμε στο σήμερα μια φωνή που επιμένει να μας αφορά».