Τον παντοτινά «δικό μας» Γιάννη Στεφανίδη, ζωγράφο, χαράκτη και συγγραφέα - εργάτη της μαχόμενης και μαζί ελεύθερης τέχνης, που με τη ζωή και το έργο του συμπύκνωσε την ουσία του κομμουνιστή καλλιτέχνη, τιμά με δύο διαδοχικές εκθέσεις που διοργανώνει η ΚΕ του ΚΚΕ μαζί με την οικογένεια του ίδιου.
Στην πρώτη έκθεση που εγκαινιάζεται αυτή την Τετάρτη 18 Φλεβάρη, στις 6.30 μ.μ., στον Χώρο Πολιτισμού - «Εργαστήρι Γιώργη Βαρλάμου» (Λεάγρου 23, Γούβα) το κοινό θα έχει την ευκαιρία να δει τα έργα του Στεφανίδη από την περίοδο της Κατοχής, της Αντίστασης και της Εξορίας.
Τα έργα περικλείουν μέσα τους τη συγκίνηση της στιγμής που φτιάχτηκαν. Φανερώνουν τη «μεγάλη απόφαση» που είχε στην καρδιά του τόσο ο Γ. Στεφανίδης, όσο και αυτοί που απεικονίζονται στα έργα. Ανεκτίμητα ντοκουμέντα από μια εποποιία αυτοθυσίας, συλλογικότητας, ανθρωπιάς και αφοσίωσης στον σκοπό του αγώνα.
Η ζωγραφική του Γιάννη Στεφανίδη «πατάει» στις γερές βάσεις της μοντέρνας παράδοσης, που τον καιρό που ήταν και ο ίδιος φοιτητής στην ΑΣΚΤ μεταδόθηκε σ' αυτή τη γενιά νέων καλλιτεχνών.
Κατακτώντας τη δεινότητα στις εικαστικές φόρμες της ζωγραφικής, ο Στεφανίδης, όπως και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες της «μαχόμενης» τέχνης των χρόνων της Κατοχής, καταπιάστηκε και με τη χαρακτική. Αυτή η τέχνη συνέβαλε τα μέγιστα στη διάδοση των μηνυμάτων της ΕΑΜικής Αντίστασης όπως και της ΕΠΟΝ, αφού μέσω των πολλαπλών τυπωμάτων κυκλοφορούσαν τρικ, αφίσες κ.ο.κ. Με το χέρι του Στεφανίδη έγιναν το εμβληματικό σήμα της ΕΠΟΝ, όπως και άλλα χαρακτηριστικά έργα - αφίσες εκείνων των ημερών.
Τη ζωγραφική παρ' όλα αυτά δεν την εγκατέλειψε καθόλου. Πορτρέτα των συνανθρώπων, των συναγωνιστών και των συντρόφων, σπουδαστικά τοπία της Μυκόνου αλλά και απ' το Κοντοπούλι της Λήμνου που βρέθηκε εξόριστος, σκηνές από την καθημερινή ζωή των εξόριστων.
Στην τέχνη του Στεφανίδη πήγαιναν «χέρι - χέρι» η αισθητική αρτιότητα με την αναπαράσταση της πραγματικής ζωής όπως την έζησε ο ίδιος, μιας ζωής αφοσιωμένης στον αγώνα και γι' αυτό μιας τέχνης ιδιαίτερα ανθρώπινης.
Η έκθεση είναι επισκέψιμη κάθε Πέμπτη έως και Σάββατο 6 μ.μ. - 8.30 μ.μ. και κάθε Κυριακή, 11 π.μ. - 2 μ.μ.
Υπάρχει δυνατότητα οργανωμένων ξεναγήσεων μετά από επικοινωνία στο τηλέφωνο 2107515584 ή στην διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ergastiri.gvarlamou@gmail.com
Εγκαινιάζεται την Τετάρτη η έκθεση που διοργανώνουν η ΚΕ του ΚΚΕ και η οικογένεια του δημιουργού στον Χώρο Πολιτισμού - Εργαστήρι «Γιώργη Βαρλάμου»
Στα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η οικογένεια του Στεφανίδη ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε με προσφυγικό κλήρο στη Ραφήνα Αττικής. Ακολούθησε το 1933 η εγκατάσταση στην Αθήνα και οι δυσκολίες μεγάλωναν... Μικροπωλητής στην αρχή, παιδί για όλες τις δουλειές στα δεκατέσερά του στην εφημερίδα «Εστία».
Η κήρυξη του πολέμου τον βρήκε φοιτητή στην Καλών Τεχνών. «Οι χρονιές του '40 - '41 και η Κατοχή, που ακολούθησε, στάθηκαν ορόσημο για τους σπουδαστές που μπήκαν τότε στην ΑΣΚΤ. Ζήσαμε τον πόλεμο, την Κατοχή και στη συνέχεια την Αντίσταση και μπορώ να πω ότι - από μια άποψη - αυτό ήταν τύχη για μας. Βρήκαμε ιδανικά που δεν είχαμε, πήραμε στα χέρια μας τη μόρφωσή μας, παλέψαμε για την επιβίωση, δουλέψαμε παράνομα, βγήκαμε στους δρόμους και αντιμετωπίσαμε τους πάνοπλους καταχτητές. Κοντολογίς, ανδρωθήκαμε στην Αντίσταση, γράψαμε ιστορία», έγραψε ο Γ. Στεφανίδης στον «Ριζοσπάστη» μετά από παρότρυνση της αξέχαστης Αριστούλας Ελληνούδη.
Ο αγώνας των ΕΠΟΝιτών καλλιτεχνών ήταν πολυποίκιλος. Μέσα από επιτροπές και κινητοποιήσεις έμπαιναν μπροστά στον αγώνα για την επιβίωση. Για τα συσσίτια, τις σπουδές, την ανάγκη να κρατηθεί ανοιχτή η Σχολή.
Ο τραυματισμός του στη μεγαλειώδη διαδήλωση ενάντια στην επιστράτευση, στις 5 του Μάρτη 1943, έγινε αφορμή να μείνει αρκετό καιρό κλεισμένος στο εργαστήριό του, ασχολούμενος αποκλειστικά με την καλλιτεχνική δουλειά της Οργάνωσης.
Ηταν η περίοδος που «το ατελιεδάκι της οδού Καπλανών μετατράπηκε σε εργαστήρι του καλλιτεχνικού συνεργείου της ΕΠΟΝ». Η κύρια δυσκολία που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν το πώς θα αναπαράγονταν τα σχέδια. Τα ελάχιστα παράνομα τυπογραφεία ήταν απασχολημένα με τις γενικότερες ανάγκες. «Επρεπε, λοιπόν, να γίνουμε αυτάρκεις. Ξεκινήσαμε μόνο με έναν πολύγραφο με στένσιλ. Σκεφτήκαμε κι ένα ταμπόν, σαν του στυπόχαρτου, αλλά πιο μεγάλο, όπου εφαρμόζαμε στην καμπύλη του επιφάνεια ένα χαραγμένο λινόλεουμ. Επαιρνε μελάνι από ένα μελανωμένο μάρμαρο και λειτουργούσε σαν μεγάλη σφραγίδα: Μ' αυτό τυπώναμε με το χέρι επικεφαλίδες για παράνομες εφημερίδες, καθώς και μικροαφισούλες. Για κουπόνια, σκαλίζαμε γομολάστιχες και τις κάναμε σφραγίδες. Τη λύση, όμως, την έδωσε ένα αυτοσχέδιο "ταχυπιεστήριο", που σχεδίασα».
Από την περίοδο αυτή ξεκινά η ενασχόληση του Γ. Στεφανίδη με το λινόλεουμ, υλικό που χρησιμοποιούσε σε όλη του την πορεία.
Πλησιάζοντας η Απελευθέρωση ο Γιάννης Στεφανίδης ανέλαβε να φιλοτεχνήσει το σήμα της ΕΠΟΝ. «Νιώθω ιδιαίτερα ευνοημένος, που, χάρη σε ορισμένες συγκυρίες, έτυχε σε μένα να σχεδιάσω αυτό το σήμα. Εκανα το προσχέδιο, άρεσε, και το προχωρήσαμε. Εγινε σε μπρούντζο, με πράσινο σμάλτο στα χαραγμένα σημεία. Με ένα καρφιτσάκι από πίσω, ήταν έτοιμο για το πέτο. Το φορούσαν με θάρρος - γιατί οι καιροί μετά την "απελευθέρωση" ήταν δύσκολοι - τα παιδιά της Εθνικής Αντίστασης».
Μετά τον Δεκέμβρη τα έργα που φυλάσσονταν στο ατελιεδάκι καταστρέφονται μετά από επιθέσεις. Ο Στεφανίδης συνεργάστηκε ως σκιτσογράφος με την εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα» και με τη «Νέα Γενιά» της ΕΠΟΝ.
Τον Σεπτέμβρη του 1948 και ενώ μαίνεται ο αγώνας του ΔΣΕ, συνελήφθη, όπως και χιλιάδες άλλοι. Συγκεντρώθηκαν στον Πειραιά. Ενα παλιό φορτηγό καράβι τους αποβίβασε στη Λήμνο. Εγκαταστάθηκαν στο Κοντοπούλι.
Μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες ο Γ. Στεφανίδης, όπως και άλλοι ομότεχνοί του, ζωγράφισε, χάραξε, δημιούργησε για να φωτίσουν το μεγαλείο του ανθρώπου που παλεύει για ανώτερα ιδανικά. Πολλά έργα της περιόδου είναι έργα - μαρτυρίες: Αποτυπώνονται μορφές εξόριστων, σκηνές της ζωής στην εξορία, αλλά και την υποδειγματικά οργανωμένη συλλογική ζωή των εξορίστων. Πολλά έργα φιλοτεχνήθηκαν για να καταγγείλουν τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις. Η τέχνη στα χρόνια της εξορίας ήταν ένας χώρος έκφρασης και δημιουργίας, στέλνοντας το μήνυμα ότι «υπάρχουν ακόμα κάστρα άπαρτα». Η πίστη στο δίκιο των ιδανικών τους πυροδότησε μια πρωτόγνωρη για εκείνες τις συνθήκες πολιτιστική δραστηριότητα... «Στα τοπία αυτής της περιόδου, δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο για να δείξω την εξορία. Ομως, τα έβλεπα με το μάτι του εξόριστου. Μέσα από κείνη τη σκιά. Ετσι, σε κανένα έργο μου εκείνης της περιόδου δεν υπάρχει ο ήλιος. Δεν τον είδα κι ας ήταν ο ήλιος όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας».
Φεύγοντας από το Κοντοπούλι, σε μια ξύλινη βαλίτσα με διπλό πάτο έκρυψε όλα τα σχέδιά του. Φτάνοντας στον Μούδρο έμαθαν ότι θα τους στείλουν στη Μακρόνησο. «Εκεί δεν τράβηξα ούτε μια γραμμή και δεν μπορώ να πω τίποτα γι' αυτήν. Η Μακρόνησος ούτε περιγράφεται, ούτε ζωγραφίζεται».
Η κόρη του Γιάννη Στεφανίδη, Φωτεινή, με αφορμή την Εκθεση ανέφερε στον «Ριζοσπάστη»:
«Δυο φορές είπε αυτά τα λόγια ο Γιάννης Στεφανίδης. Τα είπε δημόσια, τα έλεγε συχνά και στο σπίτι μας. Κι αφορούσαν και τις δύο περιόδους της ζωής του έργα τα οποία θα παρουσιαστούν από τις 18 Φλεβάρη στο Α' μέρος της αναδρομικής του έκθεσης στον Χώρο Πολιτισμού "Γιώργης Βαρλάμος".
Ευνοημένος που όταν αναζητήθηκε έμβλημα για την Οργάνωση των Νέων ενάντια στον Κατακτητή, για τη θρυλική ΕΠΟΝ, εκείνος είχε ήδη χαράξει και τυπώσει πλήθος προκηρύξεων για τον Αγώνα, όποτε κρίθηκε ο καταλληλότερος για να ετοιμάσει το Σήμα, το περήφανο παιδί που ανεβαίνει στον ήλιο και οι ακτίνες του γεμίζουν τον μικρό ρόμβο, κατακλύζουν τις καρδιές κι ανεβάζουν το αίσθημα του αγώνα, τη δύναμη για παραπάνω και παραπάνω.
Ευνοημένος δήλωσε και όταν επέστρεψε από την εξορία για όλα αυτά που έζησε εκεί. Για το ότι μπόρεσε και συγκεντρώθηκε σε εικαστικό έργο, κάτι που οι ανάγκες βιοπορισμού του στέρησαν πολλές φορές. Για τη μεγάλη τύχη να συζητά και να ζωγραφίζει πλάι στον Γιάννη Ρίτσο ζώντας από κοντά τη δημιουργία των ποιημάτων του, κατασκευάζοντας το μαντολίνο για τα χέρια του, ακούγοντας τις επιθυμίες του για οτιδήποτε καλλιτεχνικό.
Και σαν τελείωσαν οι περίοδοι της "εύνοιας", δεν σταμάτησαν να δίνουν έμπνευση στη συνέχεια και για όλη του τη ζωή κι αυτό θα φανεί στην έκθεση. Από κατοπινούς πίνακες και χαρακτικά, μέχρι τις εικόνες της μυθολογίας, τα χαρακτικά των βιβλίων του, τα exlibris, από τα γλυπτά και τα ανάγλυφά του, ακόμα κι από τα μαστορέματά του, όλες οι μορφές και οι τρόποι προέρχονται από τις δύσκολες περιόδους της Κατοχής και της Εξορίας.
Τώρα οι ευνοημένοι είμαστε εμείς που μας προσφέρεται η ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με ένα τόσο σημαντικό κομμάτι Ιστορίας και μαζί καλλιτεχνικού έργου».