Ο λαός να καταδικάσει όλους αυτούς που παραδίδουν τα δάση μας στο κεφάλαιο και στα σχέδια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ
Κομβικό στοιχείο των διατάξεων αποτελεί η αξιοποίηση της ελεγχόμενης καύσης ως τεχνικής μείωσης της διαθέσιμης καύσιμης ύλης. Μια δεύτερη ανάγνωση όμως αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: Τη θεσμοθέτηση της φωτιάς ως εργαλείου διαχείρισης και την αξιοποίησή της για άλλες επιδιώξεις του κρατικού μηχανισμού, άσχετες με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Η λογική της προδιαγεγραμμένης καύσης βασίζεται στη σκόπιμη και ελεγχόμενη απομάκρυνση μέρους της βλάστησης εκ των προτέρων, ώστε σε περίπτωση μελλοντικής πυρκαγιάς να περιορίζονται το διαθέσιμο καύσιμο φορτίο, η ένταση και η ταχύτητα εξάπλωσης της φωτιάς.
Πρόκειται για πρακτική που εφαρμόζεται διεθνώς, κυρίως όμως σε οικοσυστήματα με διαφορετική δομή βλάστησης, σύνθεση ειδών, οικολογική δυναμική και ιστορικό πυρκαγιών σε σύγκριση με τα μεσογειακά οικοσυστήματα της Ελλάδας.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η χώρα έχει πλέον αποκτήσει την απαιτούμενη τεχνογνωσία ώστε να θεσμοθετήσει την ελεγχόμενη καύση ως γενικευμένη μέθοδο στην αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε πιλοτική εφαρμογή που πραγματοποιήθηκε στη Χίο από περιβαλλοντική οργάνωση - ΜΚΟ τον Δεκέμβρη του 2022 και τον Απρίλη του 2023, σε μία μόνο γεωγραφική περιοχή, με δύο μόλις επαναλήψεις σε διάστημα πέντε μηνών.
Κυρίως, όμως, οι επαναλήψεις αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν σε συνθήκες συνεχούς κατακόρυφης καύσιμης ύλης (δηλαδή σε εκτάσεις όπου συνυπάρχουν χαμηλή βλάστηση θάμνοι και ψηλά δασικά είδη στην ίδια περιοχή), η οποία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των ελληνικών δασικών οικοσυστημάτων που σήμερα βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς.
Παρ' όλα αυτά, η συγκεκριμένη περιορισμένη εμπειρία προβάλλεται ως κύριο επιχείρημα για γενικευμένη εφαρμογή της μεθόδου.
Η γενίκευση συμπερασμάτων που προκύπτουν από μια πιλοτική εφαρμογή τόσο σύντομη χρονικά, που έγινε μόνο σε περιοχή με μικρή δασοκάλυψη, στερείται επιστημονική επάρκεια και εμπεριέχει σημαντικούς κινδύνους. Τα μεσογειακά οικοσυστήματα της Ελλάδας χαρακτηρίζονται από μεγάλη οικολογική πολυπλοκότητα και παρουσιάζουν διαφορετικές αντιδράσεις στη φωτιά, ανάλογα με τη δομή της βλάστησης και τις τοπικές συνθήκες.
Μια πρακτική που μπορεί να αποδίδει σε αραιές εκτάσεις φρυγάνων ή χαμηλών θάμνων δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής ή αποτελεσματική σε πυκνά πευκοδάση, με πυκνή θαμνώδη βλάστηση από κάτω.
Η μετατροπή μιας τέτοιας περιορισμένης πιλοτικής εφαρμογής σε γενικευμένη μέθοδο ισοδυναμεί ουσιαστικά με πειραματισμό, με αβέβαιες και δυνητικά σοβαρές συνέπειες για τα δασικά οικοσυστήματα.
Οσοι υποστηρίζουν την εφαρμογή της μεθόδου, ας απαντήσουν στο βασικό ερώτημα: Μπορεί η ελεγχόμενη καύση να λειτουργήσει ως προληπτικό μέτρο σε δασικά οικοσυστήματα που χαρακτηρίζονται από πυκνό υπόροφο θάμνων και υψηλών και πυκνών πευκοσυστάδων, όπου η κατακόρυφη συνέχεια της καύσιμης ύλης είναι ουσιαστικά αδιάσπαστη, καθώς οι πευκοβελόνες έρχονται σε άμεση επαφή με τον θαμνώδη όροφο;
Ας επιλέξουν μια τέτοια περιοχή στην ελληνική επικράτεια και ας εφαρμόσουν ελεγχόμενη καύση υπό τέτοιες συνθήκες, με την ασφάλεια ότι η φωτιά δεν θα μεταφερθεί στην κόμη των δέντρων ακόμα και υπό ευνοϊκές, υγρές μετεωρολογικές συνθήκες.
Οι περιοχές όπου εντοπίζονται τα πλέον ευάλωτα δασικά οικοσυστήματα - όπως η Χαλκιδική, η Θάσος, το Πήλιο, η Σκόπελος, η Αττική, η Δυτική Πίνδος ή μεγάλες εκτάσεις της ήδη επιβαρυμένης Πελοποννήσου - παρουσιάζουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά.
Οι επιπτώσεις από επαναλαμβανόμενες καύσεις δεν περιορίζονται μόνο στη δασική βλάστηση. Επηρεάζουν τους σπόρους του εδάφους, τους μικροοργανισμούς, τα ασπόνδυλα είδη που ζουν στο έδαφος κ.λπ., και συνολικά τη βιοποικιλότητα που δεν είναι άμεσα αντιληπτή, αλλά αποτελεί βασικό παράγοντα διατήρησης της λειτουργικότητας των οικοσυστημάτων. Η απώλειά τους παραμένει μακροχρόνια, συμβάλλοντας στην υποβάθμιση των δασών.
Τελικά, το ζήτημα αφορά τη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων που αποτελούν φυσική κληρονομιά. Σε άλλες μεσογειακές χώρες παρόμοιες πρακτικές εξετάστηκαν σε ερευνητικό επίπεδο, χωρίς όμως να υιοθετηθούν ως υποχρεωτικό εργαλείο πολιτικής μέσω νομοθεσίας, ακριβώς επειδή πρόκειται για οικοσυστήματα που δεν επιτρέπουν απλουστευμένες ή βεβιασμένες λύσεις.
Ποιος και με τι κριτήρια θα εφαρμόσει αυτές τις πρακτικές;
Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη όταν ξεφύγει η φωτιά (γιατί σίγουρα θα ξεφύγει);
Αν ο στόχος ήταν η αντιπυρική προστασία, τότε η Δασική Υπηρεσία θα σχεδίαζε και θα υλοποιούσε στο πλαίσιο της διαχείρισης των δασών τον ενιαίο αντιπυρικό σχεδιασμό, ιδιαίτερα της πρόληψης, την επιλογή των μεθόδων.
Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση με το νομοσχέδιο επιδιώκει ταυτόχρονα να μετακυλίσει την πολιτική ευθύνη της στους εργαζόμενους στο πεδίο, χωρίς μάλιστα να κρατάει τα προσχήματα: Χωρίς εφόδια, χωρίς πλαίσιο, χωρίς σοβαρή επιστημονική υποστήριξη.
Με αυτές τις ρυθμίσεις, αφαιρείται στην πράξη από τη Δασική Υπηρεσία και το ήδη διασπασμένο αντικείμενο της πρόληψης, υποβαθμίζεται ο ρόλος της και ανοίγει ένας ακόμη δρόμος προς την πλήρη διάλυσή της, ως προϋπόθεση για την εκχώρηση της διαχείρισης των δασών στους ξυλοβιομηχάνους και ξυλεμπόρους, όπως έχει ήδη αποφασιστεί.
Η μεταφορά της πρόληψης και της αντιπυρικής προστασίας των δασών ως αρμοδιότητα σε επιτελικά όργανα της Πυροσβεστικής δεν υπηρετεί την προστασία των δασών.
Οσοι ισχυρίζονται ότι η προδιαγεγραμμένη καύση είναι η λύση, εργαλειοποιούν την επιστήμη, υποτάσσοντάς την στις γενικότερες επιδιώξεις της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ, των αποφάσεων ΕΕ και ΝΑΤΟ για την ανθεκτικότητα μέσων και υποδομών στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας.
Απέναντι σε αυτήν την πολιτική, προβάλλει ως αναγκαιότητα η ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών με κριτήριο την εξυπηρέτηση των κοινωνικών - λαϊκών αναγκών και την προστασία του περιβάλλοντος, που είναι τελικά υπόθεση του λαού, σε σύγκρουση με τις αντιλαϊκές επιλογές.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 1 Μαρτίου στις 13.00 στον Εκθεσιακό Χώρο του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ).
Θα πραγματοποιηθεί κοπή πίτας, με φαγητό, ποτό και γλέντι με παραδοσιακά και λαϊκά τραγούδια από το συγκρότημα της «Ρωμιοσύνης» και τους «Ζυγιά Αντράλα».
Θα παρευρεθεί και θα μιλήσει ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας.
Η είσοδος θα γίνεται με προσκλήσεις.