Στις Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής γίνεται, ανάμεσα στα άλλα, ανάλυση του διεθνούς πολιτικο-στρατιωτικού πλαισίου, στη βάση των ανταγωνισμών μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών και συμμαχιών, αλλά και μέσα στο πλαίσιό τους.
Καθημερινά μεγαλώνει ο κίνδυνος ενός ευρύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου και οι εξελίξεις του τελευταίου τετράχρονου, όπως αποτυπώνονται και στο κείμενο των Θέσεων, το επιβεβαιώνουν.
Η θέση του Κόμματος στο ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, καθώς και συνολικά των οξυμένων ανταγωνισμών, είναι κρυστάλλινη. Χρειάζεται, όμως, να «σκαλίσουμε» πώς δουλεύουμε αυτή τη θέση, παίρνοντας υπόψη τον τρόπο που αντιλαμβάνεται αυτά τα ζητήματα ο λαός, ποια αντιπαράθεση πρέπει να ανοίξουμε με την παρέμβαση της αστικής τάξης, τα αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα.
Κάποιες πλευρές αφορούν στα εξής:
Εχει σημασία να δούμε πώς σκέφτεται το ενδεχόμενο ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ειδικά ο νεότερος ηλικιακά κόσμος. Εμφανίζεται μια αντίφαση, η οποία όμως εξηγείται: Από τη μία εφησυχασμός, από την άλλη αγωνία για το πού πάνε τα πράματα.
Πώς εκφράζεται ο εφησυχασμός; Με απόψεις όπως «περάσαμε την εποχή των μεγάλων πολέμων», «στο τέλος μιλάει η διπλωματία», «η επιθετικότητα μιας χώρας οξύνεται απλώς για επίδειξη δύναμης». Ο εφησυχασμός αυτός αιτιολογείται. Καταρχάς, αποτελεί βασική κυβερνητική γραμμή (ανεξαρτήτως κυβέρνησης). Κατά δεύτερον, ο νέος στην Ελλάδα σήμερα έχει μεγάλη απόσταση από «ζωντανές» εμπειρίες πολέμου και ζει σε μια μακρόχρονη περίοδο ιμπεριαλιστικής ειρήνης (τη μεγαλύτερη στην ιστορία της Ελλάδας ως καπιταλιστικό κράτος), όσον αφορά στη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων στο έδαφος της χώρας. Είναι λογικό λοιπόν, το ενδεχόμενο συμμετοχής της Ελλάδας σε πόλεμο να φαίνεται μακρινό, καθώς η συμμετοχή της χώρας μέσω αποστολής στρατευμάτων σε επιχειρήσεις όπου Γης, καθώς και μέσω της εμπλοκής στους οικονομικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς που γεννούν τον πόλεμο, είναι δύσκολο να συνειδητοποιηθεί.
Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζεται μεγάλη αγωνία για τις εξελίξεις. Οι ίδιοι άνθρωποι που «αρνούνται» το ενδεχόμενο πολέμου, όσο ανοίγουμε εμείς αποφασιστικά αυτά τα ζητήματα, ρωτάνε με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον «τι λέτε εσείς για τα γεγονότα στην Ουκρανία;», «πιστεύετε ότι μπορεί να πάμε σε πόλεμο;» κ.ά. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι νέοι ή όσοι υπηρέτησαν τα τελευταία χρόνια τη θητεία τους, παρόλο που πολλές φορές σου λένε «τζάμπα αγχωνόμαστε, στο τέλος πάλι κάπως θα τα βρουν», προβληματίζονται ιδιαίτερα για το αν υπάρχουν δυνατότητες παρέμβασης του λαϊκού παράγοντα ενάντια στα στρατιωτικά σχέδια, που φαίνονται «παντοδύναμα».
Τέτοια παραδείγματα ζούσαμε για παράδειγμα καθημερινά, τον Οκτώβρη του 2024, όταν με αφορμή την άσκηση «Ramstein Flag 24» που διεξαγόταν στη Βόρεια Ηλεία, μιλήσαμε με τον κόσμο της περιοχής για τη συνεχιζόμενη εμπλοκή της χώρας μας. Παρόλο που αρχικά συναντούσαμε μια σειρά ιδεολογήματα, όπως ότι η ΝΑΤΟική παρουσία θα βοηθήσει στην οικονομική ανάπτυξη, ακόμα και στην τουριστική αξιοποίηση της περιοχής, καταφέραμε και τα «χτυπήσαμε», πείθοντας ευρύτερο κόσμο να συμμετέχει στις δραστηριότητες που οργάνωσε το Κόμμα ενάντια στην εμπλοκή της χώρας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την πραγματοποίηση της άσκησης στην Ανδραβίδα.
Πώς εξηγείται, λοιπόν, αυτή η συνύπαρξη του εφησυχασμού με την πηγαία αγωνία, ακόμα και με τη διάθεση για δράση; Μα είναι η ίδια η πραγματικότητα που αντικειμενικά επιδρά στη συνείδηση της εργατικής τάξης, του λαού και της νεολαίας του. Οι κίνδυνοι είναι εδώ, όσο και να τους κρύβουν. Οσο και να προσπαθούν να πείσουν τα αστικά επιτελεία ότι «δουλεύουν για την ειρήνη», το σαράκι της αμφισβήτησης, της πραγματικότητας που τους διαψεύδει καθημερινά, δεν μπορούν να το ξεριζώσουν.
Πού πρέπει άρα να ρίξουμε εμείς το βάρος, μέσα από την κομματική παρέμβαση; Είναι απαραίτητη η αποκάλυψη των αιτιών που γεννούν τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους, με ανάλυση της κατάστασης, με αξιοποίηση των καθημερινών καταιγιστικών εξελίξεων. Δεν αρκεί όμως.
Είναι ανάγκη να αναδειχθεί η στάση που πρέπει να κρατήσει ένας νέος, συνολικά η εργατική τάξη και ο λαός, τόσο σήμερα όσο και στο ενδεχόμενο περαιτέρω όξυνσης της κατάστασης. Γιατί, με μια ευκολία ένας νέος (ή και μεγαλύτερος) άνθρωπος θα σου πει ότι ο πόλεμος γίνεται «για τα συμφέροντα» και όχι για τους λόγους που προσπαθούν να μας πείσουν μέσω της αστικής προπαγάνδας (δήθεν σύγκρουση πολιτισμών, θρησκειών κτλ), όμως ποια είναι αυτά τα συμφέροντα, ποιανών είναι και πώς θα απεμπλακούμε, είναι μια συζήτηση πολύ πιο δύσκολη.
Γιατί χρειάζεται να αναδειχτεί αφενός ότι δεν υπάρχουν κοινά «εθνικά» συμφέροντα, ούτε σε συνθήκες πολέμου, ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη μιας χώρας. Οτι υπάρχει ένα «μπλεγμένο κουβάρι» ανταγωνισμών, σχέσεις ιμπεριαλιστών, που με την ίδια ευκολία που εμφανίζονται σήμερα ως σύμμαχοι, αύριο θα γίνουν θανάσιμοι εχθροί και αντίστροφα. Είναι χαρακτηριστική η συζήτηση για τη συνεκμετάλλευση με την Τουρκία (υπό ΝΑΤΟική «ομπρέλα») των κοιτασμάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η οποία προχωράει κανονικά, παρά την όξυνση της «έντασης» ανάμεσα στις 2 χώρες.
Πρόκειται για έναν «γόρδιο δεσμό» που δεν λύνεται, αλλά μόνο κόβεται, με την απεμπλοκή της χώρας μια και καλή από το ιμπεριαλιστικό σύστημα, με την εργατική τάξη στην εξουσία. Αυτή η προοπτική εξαρτάται από τη θέση που θα πάρει ο λαός την κρίσιμη στιγμή, πράγμα που «χτίζεται» από σήμερα.
Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το πιο κομβικό ζήτημα, στο οποίο το Κόμμα μας με το Πρόγραμμά του και τις σύγχρονες επεξεργασίες του, έχει μετρήσει σημαντικά βήματα. Με αυτόν τον τρόπο, θα είμαστε έτοιμοι στο κάλεσμα της Ιστορίας για τον Σοσιαλισμό.
Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ.
Το «επείγουσας σημασίας» καθήκον για «πιο γρήγορα και κυρίως πιο σταθερά βήματα για την ανάπτυξη της ικανότητας και ετοιμότητας όλου του Κόμματος, πρώτα και κύρια των καθοδηγητικών οργάνων, για την αποτελεσματική προώθηση και προβολή της στρατηγικής του Κόμματος για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό» (σελ. 38), περνάει μέσα από την αντιμετώπιση αδυναμιών και καθυστερήσεων «για να πετύχουμε στην πράξη την άνοδο σε μια ανώτερη ποιοτικά καθοδηγητική δουλειά... ώστε σε καμιά φάση εξέλιξης της καθημερινής ταξικής πάλης αυτή να μην αποσπάται από τη στρατηγική» (σελ. 65).
Το ενοποιητικό στοιχείο όλης της λειτουργίας και δράσης του Κόμματος, από τον προγραμματισμό, τους στόχους, τη διαμόρφωση πλαισίου και στόχων πάλης, την προετοιμασία μιας συνεδρίασης Οργάνου ή ΚΟΒ μέχρι την οικοδόμηση και τη στρατολογία είναι η ιδεολογία μας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό και αποδεικνύει τη διαδικασία ωρίμανσης του Κόμματος και μόνο το γεγονός ότι αυτή διαχέεται στο σύνολο των Θέσεων της ΚΕ.
Είναι σαφή τα βήματα που έχουν γίνει από το 21οΣυνέδριο, το οποίο έθεσε σε προτεραιότητα την ιδεολογική - πολιτική δουλειά, μέχρι σήμερα. Τα μαθήματα στις ΚΟΒ, η αξιοποίηση περισσότερων δασκάλων από ΤΓ, ΤΕ και ΙΕ, η επιμονή στα εσωκομματικά συστήματα μόρφωσης, η οργανωμένη διακίνηση τίτλων, η επεξεργασία της ιδεολογικής -πολιτικής διαπάλης, η επεξεργασία σύγχρονων ζητημάτων με βάση τον μαρξισμό - λενινισμό κ.ά. συνέβαλαν καθοριστικά στο να κατανοείται καταρχήν ότι η ιδεολογική δουλειά δεν είναι για ειδικούς ή ένα παράλληλο καθήκον αλλά οργανικό στοιχείο της καθημερινής λειτουργίας και δράσης. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι περίπου το 85% των μελών της ΤΕ Ηρακλείου έχει ολοκληρώσει κάποιο ανώτερο σύστημα εσωκομματικής μόρφωσης είναι μία σημαντική υποδομή που αργά ή γρήγορα θα εκφραστεί - άλλωστε τα αποτελέσματα της ιδεολογικής δουλειάς αποκρυσταλλώνονται αργότερα, όπως και από την αρνητική πλευρά «τα κενά στην ανάπτυξη της θεωρητικής, ιδεολογικής θωράκισης... έχουν αρνητικές συνέπειες μακράς πνοής... διορθώνονται πιο δύσκολα».1
Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν ακόμα πολλά να κάνουμε στον τομέα της ιδεολογικής δουλειάς για να προχωρήσουμε προς την υλοποίηση των καθηκόντων που θέτουν οι Θέσεις της ΚΕ. Πιο συγκεκριμένα και με βάση την πείρα από την ΚΟ Ηρακλείου Κρήτης:
Να εντάξουμε και να επιμείνουμε στην ανάδειξη και αφομοίωση της βασανιστικής πορείας αποκατάστασης των επαναστατικού χαρακτήρα και διαμόρφωσης της σύγχρονης, επεξεργασμένης, επαναστατικής στρατηγικής του ΚΚΕ, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαμε σήμερα να συζητάμε σχετικά αυτοτελώς για το ΚΟΜΜΑ και τα καθοδηγητικά ζητήματα.
Οτι το Πρόγραμμά μας αποτελεί επιστημονικό ορόσημο στην πορεία του Κόμματος - ως τέτοιο πρέπει να αξιοποιείται - που βασίστηκε στη μελέτη της Ιστορίας του Κόμματος, της ανάπτυξης του ίδιου του μαρξισμού - λενινισμού, στη μελέτη της πείρας της ταξικής πάλης σε όλες τις συνθήκες, του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, στη μελέτη των αιτιών νίκης της αντεπανάστασης με την Απόφαση - σταθμό του 18ου Συνεδρίου του Κόμματος, την οποία και πρέπει να την επαναφέρουμε.
Να αφομοιώνεται στην πράξη η ανάγκη να δυναμώσει η ιδεολογική - πολιτική συζήτηση πρώτα και κύρια στα Οργανα. Δεν είναι τυχαίο ότι αναβαθμισμένη διεξαγωγή του μαθήματος «Ανάπτυξη για ποιον» είχαμε στις ΚΟΒ Κατασκευών, Τουρισμού, στην Υγεία, Πανεπιστημίου - Ερευνας, Παιδείας. Για όλα αυτά τα ζητήματα έχει συζητήσει θεματικά το ΤΓ και η ΤΕ, έχει προχωρήσει σε έναν βαθμό η μελέτη των εξελίξεων, της διαπάλης, του περιεχομένου της παρέμβασής μας, κατανοούνται καλύτερα - με όρους καθοδήγησης - ως «χώρος ευθύνης» και «όχι απλώς κάποιες ΚΟΒ» (σελ. 60).
Η πλατιά δουλειά με την ιδεολογία και το Πρόγραμμά μας περνάει αναγκαστικά μέσα από τις ΚΟΒ - που σωστά οι Θέσεις τη θέτουν στο επίκεντρο. Υπάρχουν θετικά παραδείγματα που ταυτόχρονα αναδεικνύουν και τις αδυναμίες της καθοδηγητικής μας δουλειάς που αντανακλώνται στη δράση της ΚΟΒ. Για παράδειγμα, οι ΚΟ των εκπαιδευτικών, μαζί με τον Μαθητικό Τομέα της ΚΝΕ και τις ΚΟ των Ενώσεων Γονέων του Ηρακλείου οργανώσαμε εκδήλωση με τίτλο «Τι μαθαίνουν τα παιδιά μας στο σχολείο», με αφορμή την έκδοση με τα υλικά της ημερίδας για τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών. Στην ΚΟΒ και την ΚΟ που συζήτησαν θεματικά σε συνεδρίαση με υλικό και βιβλιογραφία που δόθηκε στα κομματικά μέλη για να προετοιμαστούν, με έγκαιρη παραγγελία και διακίνηση του αντίστοιχου τίτλου και της προγραμματικής μας εξειδίκευσης (Ενιαίο 12χρονο Σχολείο) μπορέσαμε να μετρήσουμε - με αδυναμίες και ανομοιομορφία βέβαια - μεγαλύτερη συσπείρωση μελών, μαχητικοποίηση δυνάμεων και οπαδών, αυξημένη απεύθυνση στον περίγυρο, καλύτερους όρους στη διεξαγωγή της ιδεολογικής - πολιτικής διαπάλης με την αστική ιδεολογία και στρατηγική όσον αφορά το περιεχόμενο της μόρφωσης. Οπου δεν το κάναμε δεν είχαμε αυτά τα αποτελέσματα. Αντίστοιχη πείρα έχουμε και από τη βιβλιοπαρουσίαση της έκδοσης «Η Δημόσια Υγεία στην ΕΣΣΔ» που οργάνωσαν οι ΚΟ της Υγείας. Η καθοδηγητική αδυναμία που πρέπει να ξεπεραστεί - για να αποφεύγουμε και την αποσπασματικότητα και ασυνέχεια στη δουλειά μας - είναι η μη οργανική ένταξη και αξιοποίηση αυτής της δουλειάς στην καθημερινή μας δράση για τα οξυμένα προβλήματα. Πολλές φορές περιοριζόμαστε στη ζύμωση αιτημάτων αποσπασμένων από τη συνολική αστική στρατηγική, αφυδατώνοντας τη ζωντανή ιδεολογική διαπάλη. Με άλλα λόγια, δεν εντάσσουμε σταθερά στη δουλειά μας τη «δουλειά με την ουσία του Προγράμματος» (σελ. 45), δεν αξιοποιούμε πλευρές που αναδείχθηκαν στις εκδηλώσεις αυτές στη συζήτηση στις ΚΟΒ, τις συνεργασίες με τα κομματικά μέλη, στις παρεμβάσεις μας για την οργάνωση του αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα. Αδυναμία που εκφράζεται και με τη χαμηλή διακίνηση αντίστοιχων τίτλων (π.χ. Οκτωβριανή Επανάσταση και Παιδεία) ή του ίδιου του τίτλου που παρουσιάζουμε, όπως έγινε με τη Δημόσια Υγεία στην ΕΣΣΔ, την Τεχνητή Νοημοσύνη κ.ά.
Καλύτερα να δουλέψουμε με την ιδεολογική δουλειά ως οργανωτικό παράγοντα που συνδέεται και με τους δείκτες ανασύνταξης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος. Οπου καταφέραμε καθοδηγητικά να συνδέσουμε την ιδεολογική - πολιτική παρέμβαση με τη μαζική δράση, να συνδυάσουμε με σχέδιο την αυτοτελή και τη συνδικαλιστική δράση μετρήσαμε αποτελέσματα, όπως στο νέο αεροδρόμιο σε Καστέλι, Mart, Αστόρια, όπου μαζί με το ανέβασμα της επιχειρησιακής οργάνωσης των εργαζομένων με τη δημιουργία και σωματείων, προχώρησε και η κομματική οικοδόμηση και στρατολογία.
Τέλος, σημαντικό ρόλο παίζουν οι Ιδεολογικές Επιτροπές στο επίπεδο των Τομεακών Επιτροπών, όταν καταφέρνουμε να τους δώσουμε συγκεκριμένο περιεχόμενο και βοήθεια ώστε όντως να λειτουργούν ως επιτελεία που μπορούν να συμβάλουν στην κωδικοποίηση του ιδεολογικού μετώπου - έχουμε πολλά βήματα να κάνουμε - ανεβάζοντας ταυτόχρονα τη «συλλογικότητα στην επεξεργασία, εξειδίκευση, σχεδιασμό» της ιδεολογικής - πολιτικής - μαζικής παρέμβασης στον χώρο ευθύνης της» (σελ. 60).
1. Αλέκα Παπαρήγα, «Για τη σχέση του καθημερινού αγώνα με την πάλη για την εργατική εξουσία», ΚΟΜΕΠ 4-5/2020.