Η τετραετία που πέρασε έφερε τεράστιες προκλήσεις τόσο για την δράση του Κόμματος, όσο και την κοινωνία. Εκτιμάμε ότι μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το Κόμμα μας ανταποκρίθηκε στους καιρούς, βγήκε πιο δυνατό και ταυτόχρονα ανέβασε το κύρος του στις μάζες. Η περίοδος της πανδημίας μας έδειξε πόσο αναγκαία είναι η προσαρμογή της δράσης μας σε κάθε συνθήκη ώστε να μένει αδιάλειπτη η επαφή με τον κόσμο, η λειτουργία των ΚΟΒ και του κινήματος, η διεκδίκηση. Ομοίως τα μεγάλα τραγικά γεγονότα μας βρήκαν στην πρώτη γραμμή για την προστασία του λαού, αλλά και της ανάδειξης των ευθυνών του συστήματος και των μηχανισμών του, ενισχύσαμε μέσα από αυτό την κοινωνική συμμαχία σε γραμμή σύγκρουσης με το σύστημα. Μεγαλώσαμε έτσι τις ρωγμές σε αυτό το σάπιο σύστημα, εντάθηκε με τη συμβολή μας η αμφισβήτηση θεσμών καθώς και ο προβληματισμός για το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τα κόμματα που τα υπερασπίζονται.
Είναι σημαντικό να τονίζουμε ότι όλα αυτά δεν θα ήταν δυνατά να εκφραστούν εάν δεν είχε γίνει η δουλειά του μυρμηγκιού όλα τα προηγούμενα χρόνια. Υπάρχει ο κίνδυνος οι δικές μας δυνάμεις και ο περίγυρός μας, βλέποντας πως στα μεγάλα γεγονότα εκφράζονται διαθέσεις και αλλαγές στον συσχετισμό δύναμης, να υποβαθμίζουν τη σημασία της καθημερινής δουλειάς, τη συζήτηση με τον «Ριζοσπάστη» και το Πρόγραμμα του Κόμματος, την εξόρμηση με το κουπόνι, την οργάνωση εκδηλώσεων και δράσεων, όλα αυτά με επαναστατικούς όρους, από την προετοιμασία μέχρι την αξιοποίησή τους - τη μορφή και το περιεχόμενο.
Η απαξίωση αυτής της δουλειάς ενισχύεται από αλλαγές στην καθημερινότητα που αγγίζουν και τις δικές μας δυνάμεις καθώς και την πολύμορφη ιδεολογική παρέμβαση του συστήματος. Η μείωση του ελεύθερου χρόνου, η πίεση να απαντάμε γρήγορα και ευκαιριακά στον κόσμο που μας περιτριγυρίζει, η αύξηση των μετώπων πάλης, οι απότομες εξελίξεις, ο βομβαρδισμός από πληροφορίες και η αστική επιρροή στον τρόπο ζωής, πολύ εύκολα μπορούν να αποπροσανατολίσουν την δική μας δουλειά. Η μελέτη του «Ριζοσπάστη» και της ΚΟΜΕΠ, του μαρξιστικού βιβλίου και των επεξεργασιών μας, η συζήτηση γύρω από την στρατηγική μας, η συσπείρωση δυνάμεων για την σοσιαλιστική επανάσταση πάνε πίσω μπροστά στις παραπάνω δυσκολίες. Χωρίς αυτά όμως, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι ρωγμές που ανοίξαμε θα κλείσουν και οι διαθέσεις που εκφράστηκαν δεν θα μονιμοποιηθούν σε έναν πυρήνα οργάνωσης μέσα και γύρω από το Κόμμα με βάση την στρατηγική μας.
Από την άλλη, ο καπιταλισμός φέρνει ταυτόχρονα νέα πεδία αντιπαράθεσης. Η εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει εμφανίσει τόσο θεωρητικά - φιλοσοφικά όσο και πρακτικά και κοινωνικά ζητήματα. Η συζήτηση με τον κόσμο έχει νέες απαιτήσεις. Εκεί που υπήρχε φόβος αντικατάστασης της επαναλαμβανόμενης βαρετής χειροκίνητης εργασίας, τώρα υπάρχει ο φόβος και για την ζωντανή δημιουργική πνευματική εργασία. Οι εργαζόμενοι χωρίζονται από τη μία σε αυτούς που θα τους πετάξει στην ανεργία και τη μισοδουλειά και από την άλλη σε αυτούς που θα δουλεύουν ακόμα πιο εντατικά, μέχρι εξάντλησης δίπλα στις νέες τεχνολογίες. Ανοίγουν συζητήσεις πάνω στην κατεύθυνση της τεχνολογίας, στην εφαρμογή της σε προϊόντα και υπηρεσίες:
- Πώς θα γίνονται πιο ικανά τα κράτη να υπερασπίζονται το κεφάλαιο και το σύστημά του απέναντι στην εργατική τάξη και τον λαό
- Πώς θα ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα και εκμετάλλευση μέσα στις επιχειρήσεις
- Πώς θα εμπορευματοποιούνται όλες οι ανθρώπινες δράσεις αλλά και να ελέγχονται και οι ίδιες οι διαθέσεις τους
- Πώς να δημιουργούνται πιο φονικά και καταστροφικά όπλα
Οι εργαζόμενοι ακροβατούν ανάμεσα στον παραλυτικό φόβο ενός ζοφερού μέλλοντος και της ψευδεπίγραφης ελπίδας ότι η τεχνολογία καταστρέφει ή ελευθερώνει, μια απόφαση που θα πάρουν και θα καθορίσουν δήθεν επίλεκτες ομάδες επιστημόνων και επενδυτών σε αυτό το σύστημα. Το πρόγραμμά μας και η κοσμοθεωρία μας είναι τα μοναδικά όπλα που μπορούν να φωτίσουν το στέρεο έδαφος να πάει μπροστά η ανθρωπότητα. Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν τον αντιδραστικό χαρακτήρα αυτού του συστήματος, ότι δεν έχει να προσφέρει τίποτα διαφορετικό παρά ένταση της εκμετάλλευσης και της αδικίας χωρίς όρια και πως είναι το ίδιο που βάζει εμπόδια στην ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Σε αυτό το κομμάτι πρέπει να ανεβάσουμε τον πήχη μέσα στην ίδια την εργατική τάξη, στους μισθωτούς μηχανικούς και επιστήμονες, ότι έχουν την δύναμη να κατευθύνουν και να διευθύνουν την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, της τεχνολογίας χωρίς να υποτάσσονται στο κέρδος του καπιταλιστή αλλά με γνώμονα το κοινωνικό συμφέρον, αναδεικνύοντας ότι αυτό μπορεί να γίνει κανόνας όταν οι ίδιοι μαζί με όλη την εργατική τάξη γίνουν κυρίαρχοι στα μέσα παραγωγής. Αλλά και στο σήμερα να εκφραστεί με συγκεκριμένες διεκδικήσεις, π.χ. για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου και την προστασία της κοινωνίας, αιτήματα που βρίσκονται σε σύγκρουση με τα παραπάνω σχέδια του κεφαλαίου.
Η αστική τάξη, οι εκπρόσωποί της, οι επιχειρηματίες και τα διευθυντικά στελέχη τους ξέρουν μια χαρά να περιγράφουν το ασταθές περιβάλλον, τις περιφερειακές απειλές και προκλήσεις, και απαιτούν από τους εργαζόμενους να στρατευτούν μαζί τους, σαν μια οικογένεια, σαν ο εργάτης και ο καπιταλιστής να είναι ένα. Κρύβουν εντέχνως:
1. Οτι οι ίδιοι παρεμβαίνουν και ευθύνονται για τις ίδιες τις εξελίξεις, διεκδικούν απέναντι σε άλλους καρχαρίες μερίδια αγορών, η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη τους δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια επόμενη κρίση.
2. Οτι οι ίδιοι βγαίνουν κερδισμένοι στις πλάτες των άλλων, των ίδιων των εργαζομένων, του ελληνικού αλλά και άλλων λαών
3. Οτι υπάρχει και άλλος δρόμος πέρα από την υποταγή στους νόμους αυτού του συστήματος, αυτός της ανατροπής.
Πρέπει να αποκτήσουμε και να καλλιεργούμε αδιάλειπτα τα αντανακλαστικά και την ετοιμότητα να αποκαλύπτουμε και να απαντάμε σε όλα τα παραπάνω.
Επίσης, είναι σημαντικό να δρούμε με επαγρύπνηση, προστατεύοντας τον εαυτό μας, τις δυνάμεις μας από αχρείαστη και απερίσκεπτη έκθεση στον αντίπαλο, χωρίς αυτό να σημαίνει τον περιορισμό της δράσης μας σε καμία περίπτωση, αλλά κατάλληλη προετοιμασία, ενίσχυση των πολιτικών και προσωπικών δεσμών με τον λαό. Η επίθεση στο Κόμμα μας μεγαλώνει και θα γίνεται όλο και πιο ύπουλη, είτε μέσα από επιθέσεις πάνω στις θέσεις και στο Πρόγραμμά μας, είτε απευθείας στις δυνάμεις μας, από τα κομματικά μέλη, συνδικαλιστές, εκλεγμένους μέχρι και τους βουλευτές μας, όπως τις προτάσεις άρσης ασυλίας.
Βασικό ζήτημα του συνεδρίου είναι η λειτουργία του κόμματος και πώς αυτή αντιστοιχίζεται με το επαναστατικό του πρόγραμμα, δηλαδή πώς στην πράξη εκφράζεται η συμφωνία των κομματικών μελών και στελεχών με την πάλη σήμερα για σοσιαλισμό - κομμουνισμό.
Είναι σωστό ότι η αναβάθμιση της καθημερινής δουλειάς των οργανώσεων του κόμματος, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό στους επαναστατικούς μας σκοπούς - στη στρατολογία στους χώρους που ιεραρχούμε, στην ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και την οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας - περνάει μέσα από την αναβάθμιση της ιδεολογικής - μορφωτικής δουλειάς, τόσο καθοδηγητικά στις ΤΕ και τα ΤΓ όσο και στις ΚΟΒ. Είναι, για παράδειγμα, κρίσιμο σε ένα χώρο δουλειάς να έχουμε την ικανότητα να συζητάμε το μηχανισμό εκμετάλλευσης και να τον εξειδικεύουμε με βάση την επιχείρηση και τον κλάδο. Να μπορούμε να καταλαβαίνουμε πώς η μία ή η άλλη εξέλιξη (π.χ. 13ωρο, εμπλοκή στην πολεμική οικονομία) θα επιδράσει στους εργαζόμενους και να αναδεικνύουμε τις σύγχρονες δυνατότητες. Να μπορούμε να περιγράψουμε τη δικιά μας πρόταση για το πώς μπορεί να οργανωθεί ο κλάδος στο σοσιαλισμό στο πλαίσιο της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας και να πείθουμε για την ανωτερότητά του. Χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε ότι η ιδεολογική παρέμβαση δεν έχει να κάνει μόνο με ζητήματα που άπτονται άμεσα του χώρου εργασίας αλλά με όλο το φάσμα της ιδεολογικής σφαίρας (ζητήματα ιστορίας, φιλοσοφίας, κοσμοαντίληψης κ.λπ.). Ολα αυτά προϋποθέτουν ιδεολογικοπολιτικό εξοπλισμό στις ΚΟΒ και αντίστοιχο καθοδηγητικό προσανατολισμό και προσπάθεια.
Από την πείρα μας στον κλάδο της ιδιωτικής υγείας, μπορούμε να συμβάλλουμε στην αποκάλυψη των αδιεξόδων του καπιταλισμού μέσα από τη δράση στο κίνημα. Για παράδειγμα, μπορεί να αποκαλυφθεί στους εργαζόμενους η τεράστια κερδοφορία του κλάδου σε αντίθεση με τους πολύ χαμηλούς μισθούς. Επιπλέον, είναι ζητούμενο να ανοίξει η αντιπαράθεση με την πρόταση ΣΣΕ της πλειοψηφίας της ομοσπονδίας (ΟΣΝΙΕ), η οποία είναι πολύ πίσω από τις ανάγκες των εργαζομένων του κλάδου, ενώ προβλέπει και τη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου. Ομως είμαστε ακόμη αδύναμοι στο πώς ακουμπάει στον κλάδο η συνολική μας πρόταση και έχουμε ευθύνη για την πλατύτερη και πιο αποτελεσματική προβολή της. Είναι στοίχημα πόσοι περισσότεροι εργαζόμενοι στην ιδιωτική υγεία θα έρθουν σε επαφή με την πρότασή μας για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία και πιο συγκεκριμένα τι σημαίνει αυτό για τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων, τη δυνατότητα πρόσβασης του λαού σε υγεία, την ποιότητα των υπηρεσιών και το ίδιο το περιεχόμενο της δουλειάς του νοσηλευτή, της μαίας, του φυσικοθεραπευτή, του γιατρού.
Οσον αφορά τη στρατολογία, οι χαμηλοί ρυθμοί της δεν οφείλονται μόνο στην αντίληψη ότι η συζήτηση πάνω στο πρόγραμμα του κόμματος αφορά στενά μία μερίδα κοντινών επιρροών. Πολλές φορές σχετίζονται με την αδυναμία που νιώθει ο σύντροφος να ανοίξει αυτή τη συζήτηση ή/και στην έλλειψη προσανατολισμού ότι αυτό είναι ουσιαστικό καθήκον. Πλευρές οι οποίες φανερώνουν πως συχνά δεν είναι επαρκής η αφομοίωση του προγράμματος και των επεξεργασιών του κόμματος. Παράλληλα, άλλα φαινόμενα που συναντάμε στην οργανωμένη ζωή (μέλη με χαλαρότητα και ασυνέπεια στην εφαρμογή συλλογικών αποφάσεων, μη αξιοποίηση και υποτίμηση του «Ριζοσπάστη» και της ΚΟΜΕΠ κ.ά.) σχετίζονται με τον βαθμό αφομοίωσης των επαναστατικών σκοπών του κόμματος.
Σαφώς ο πήχης ανεβαίνει και καθοδηγητικά, ιδιαίτερα για τη συζήτηση σε ΤΕ και τα ΤΓ, ώστε να αποτυπώνεται στο περιεχόμενο των συνεδριάσεων η κατεύθυνση αφομοίωσης των επεξεργασιών του κόμματος και καθοδήγησης των ΚΟΒ με αυτές. Η βελτίωση της δουλειάς στις ΤΕ σίγουρα θα μεταφραστεί σε βελτίωση της δουλειάς στις ΚΟΒ. Σε αυτό το πλαίσιο η πολυχρέωση των Ιδεολογικών Επιτροπών των ΤΟ δεν βοηθάει και καθυστερεί τη δουλειά.
Η απαίτηση η καθημερινή δουλειά να αποκτήσει ανώτερο πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο αφορά και τη δουλειά στο κίνημα, η οποία αφελώς αρκετές φορές θεωρείται πιο εύκολη ή με λιγότερες απαιτήσεις. Εκτιμάμε στις Θέσεις ότι το επόμενο διάστημα υπάρχει δυνατότητα να δυναμώσει το ρεύμα του ρεφορμισμού και να οξυνθεί η καταστολή, με την καπιταλιστική κρίση να πλησιάζει και τα πολεμικά μέτωπα να γενικεύονται. Αυτό σημαίνει ότι η παρέμβαση στο κίνημα, για να κρατήσει και να διευρύνει δυνάμεις, πρέπει να απαντάει σε ζητήματα «προοδευτικών κυβερνήσεων», για το ρόλο των κρατικοποιήσεων στον καπιταλισμό, για τη στάση που πρέπει να κρατήσουν οι εργαζόμενοι απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να σπάει το φόβο και τις αυταπάτες. Χρειάζεται δηλαδή να πείθουμε για τη γραμμή πάλης που προτείνουμε, πράγμα το οποίο έχει σοβαρές ιδεολογικοπολιτικές προϋποθέσεις και απαιτήσεις, οι οποίες δεν είναι αυτονόητες. Απαιτεί, π.χ., προσπάθεια και σχέδιο να καταφέρουμε ένα σωματείο να συζητήσει για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και να ξεφύγει από τη γραμμή ότι «αυτά δεν μας αφορούν».
Κλείνοντας, πιστεύω ότι η μελέτη για την οικονομία της Κίνας που προτείνεται στις Θέσεις για το 22ο Συνέδριο μπορεί να δράσει ενισχυτικά στην επιχειρηματολογία μας το επόμενο διάστημα. Το άρθρο για την οικονομία της Ρωσίας (ΚΟΜΕΠ 5-6/2022) είχε επίσης βοηθήσει. Η πλατιά διακίνηση των Θέσεων του Συνεδρίου δείχνει τη δυνατότητα το επόμενο διάστημα να συζητήσουμε με ακόμα περισσότερους εργαζόμενους με το πρόγραμμα και τους επαναστατικούς σκοπούς του Κόμματος.