Με κείμενα του πρωτόβγαλτου συγγραφέα διασκεδάζει τις μαχήτριες και τους μαχητές στην πρώτη γραμμή του πυρός με τον ταξικό εχθρό
Μεσοπολεμική προσωπογραφία του Αντώνη Γιαννίδη (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο) |
Ο Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής, μόλις το βλέπει, δεν το πιστεύει κι επειδή καταλαβαίνει ποιος είναι ο εικονιζόμενος νεκρός, βυθίζει το πρόσωπό του στις παλάμες του και ξεσπάει σε κλάματα. Μέχρι τότε, εφτά χρόνια μετά τον θάνατό του, κανένα ελληνόφωνο έντυπο δεν έχει κάνει εκτενή νεκρολογία στο πρόσωπο του κομμουνιστή θεατράνθρωπου Αντώνη Γιαννίδη (17 Μάρτη 1901-14 Σεπτέμβρη 1968).
Για τον 50χρονο Μίμη, ο χρόνος γυρίζει πίσω. Ο Αντώνης είναι ο άνθρωπός του, ο ολοκληρωμένος καλλιτέχνης, ο μεγάλος της θεατρικής πράξης, ο οποίος παρά τη διαφορά της ηλικίας τους - τους χωρίζουν είκοσι τέσσερα χρόνια - εμπιστεύτηκε τα κείμενα του πρωτόβγαλτου συγγραφέα. Μ' αυτόν μοιράστηκαν τα πεδία των μαχών, με όπλα τους τα θεατρικά έργα, τις παραστάσεις, την ποίηση, τη μουσική, τα τραγούδια.
Στη σελίδα 9 του περιοδικού «Θέατρο», το οποίο εκδίδει και διευθύνει ο προοδευτικός δημοσιογράφος κι άνθρωπος του θεάτρου από διαφορετικά μετερίζια Κώστας Νίτσος (1920-2015), διαβάζουμε τη λεζάντα του εξώφυλλου:
«Αντώνης Γιαννίδης, διακεκριμένος Ελληνας ηθοποιός, 1901-1968. Η πλάκα που σκεπάζει την τέφρα του, στο Μοναστήρι Νοβοντέβιτσιε, στη Μόσχα».
Πώς, όμως, υποδέχθηκε και ανακοίνωσε το περιοδικό «Θέατρο» την αργοπορημένη ανακοίνωση του θανάτου του Σοβιετικού πολίτη Αντώνη Γιαννίδη;
Χειμώνας 1948. Ο Αντώνης Γιαννίδης στην έδρα του Καλλιτεχνικού Συγκροτήματος του Γενικού Αρχηγείου, στο χωριό Πυξός, κοντά στην Πρέσπα. Στρίβει τσιγάρο, ενώ ακούει τον Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή να διαβάζει μια σκηνή από θεατρικό του. Ο τρίτος δεξιά είναι ο πρώην αστυφύλακας Γιώργος Κοσκινάς, ηθοποιός, τραγουδιστής και μαχητής που σκοτώθηκε στο Βίτσι (Αρχείο Περιοδικού «Θέατρο») |
Οι γραμμές που ακολουθούν δεν γράφτηκαν για ν' αποκαταστήσουν την αδικημένη μορφή του Αντώνη Γιαννίδη. Αλλού σκοπεύουν:
Επισημαίνουν την αδιαφορία της Πολιτείας μας σ' ό,τι θα 'πρεπε ιδιαίτερα να τη σταματάει. Καταγγέλλουν τη συνωμοσία της ντροπής που αντιμετωπίζουν - ακόμα και νεκροί - οι άξιοι και οι ασυμβίβαστοι. Αποδοκιμάζουν τη μισαλλοδοξία, την έλλειψη ήθους, τη χυδαιότητα της πνευματικής μας ζωής.
Ο Αντώνης Γιαννίδης υπήρξε θύμα των ανώμαλων καιρών. Εζησε και δημιούργησε ανάμεσα σε δύο εξωτερικούς πολέμους κι έναν οδυνηρό εμφύλιο, που του προσπόρισε εικοσάχρονη προσφυγιά και θάνατο εις την ξένην...
Εφτά χρόνια αγνοούν τον θάνατό του. Πολύ περισσότερα, την προσφορά και τη ζωή του. Ο Αντώνης Γιαννίδης, από τους πιο προικισμένους, τους πιο στέρεους εργάτες του Ελληνικού Θεάτρου, δεν αναφέρεται ούτε στο επαγγελματικό Who's Who. Κ' υπάρχουν ολόκληρα κατεβατά για... 1.031 άλλους θεατρικούς παράγοντες. Τι ντροπή... Το όνομα του Αντώνη Γιαννίδη δεν βρίσκεται σε κ α μ ι ά Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια!».
Απαγγελία σε χωριό της Ελεύθερης Ελλάδας (Αρχείο «Ριζοσπάστη») |
«Αργότερα στο βουνό ο Αντώνης θα παραπονιέται (...), "πως οι άλλοι πολεμάνε, ενώ εμείς..." Μα, να ένα περιστατικό τον κάνει ν' αλλάξει γνώμη:
Για να πάμε στα "τμήματα" να δώσουμε παράσταση, ξεκινούσαμε πριν το χάραμα, να μην μας προλάβει ο "γαλατάς" που ερχότανε να ρίξει μερικές οβίδες έτσι, πρωί-πρωί, για να μην ξεχνιέται η συνήθεια.
Ενα πρωινό όμως μας πρόλαβε. Είμαστε κοντά σ' ένα ξεροπόταμο. Μόλις το βλέπουμε, να βγαίνει από τα σύννεφα, αρχίζουμε να τρέχουμε. Αν περνούσαμε το ρέμα, θα 'χαμε πού να κρυφτούμε. Δεν προλαβαίνουμε, όμως. Καθώς ανεβαίναμε την απότομη όχθη, ακούγεται το σφύριγμα της μπόμπας. Πέφτουμε τα μπρούμυτα και σκεπάζουμε τα κεφάλια με τα χέρια μας. Ξέρουμε ότι χειρότερο μέρος δεν μπορούσαμε να βρούμε. Ετσι όπως είμαστε στην όχθη, γινόμαστε θαυμάσιος στόχος. Οι οβίδες πέφτουν όλες μέσα στην κοίτη. Ευτυχώς, το χώμα εκεί ήταν μαλακό, και χώθηκαν βαθειά. Τα βλήματα κάνανε μεγάλη ομπρέλα.
- Το παράσημό μου, λέει ο Αντώνης, και μας δείχνει τη θήκη του πιστολιού του: ένα βλήμα την είχε τρυπήσει, και είχε εξοστρακιστεί στο παραμπέλουμ.
Το εξώφυλλο του περιοδικού «Θέατρο», με την πλάκα που σκεπάζει τον τάφο του κομμουνιστή καλλιτέχνη (Αρχείο Περιοδικού «Θέατρο») |
Ο Αντώνης δεν βαρυγκόμησε ποτέ. Μάς έδινε κουράγιο. Κι ήταν κι άρρωστος. Εκείνο το έκζεμα στα χέρια τον τρέλαινε. Μια μέρα έρχεται ο Πορφυρογένης στο χωριό μας στους Πυξούς και του φέρνει μια μπουκάλα με φάρμακο για τα χέρια του. Ηταν τόση η χαρά του, κι η δική μας χαρά, που παρ' ολίγο να πιούμε, να κεραστούμε!».
Μετά το 1949, χώρισαν οι δρόμοι τους κι έκτοτε δεν ξανασυναντήθηκαν. Ο Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής είχε περάσει «"μέσα" για νοσοκομείο. Του 'χα αφήσει και τα "έργα" μου, να μου τα φυλάει όσο να γυρίσω και αντί να γυρίσω εγώ περάσανε κι εκείνοι "μέσα"...».
Ο Μίμης τράβηξε για το Βουκουρέστι και ο Αντώνης για την Τασκένδη. «Του 'γραψα στην Τασκένδη ύστερα από χρόνια και μου απάντησε. Είπαμε να γράφουμε. Δεν ξαναγράψαμε. Δεν τον ξανάδα... παρά στο περιοδικό "Θέατρο", του Κώστα Νίτσου, στο εξώφυλλο: την πέτρα με τα ρωσικά στοιχεία...».
Δίκαια, το αφιέρωμα στον Αντώνη Γιαννίδη θα συνεχιστεί και το ερχόμενο Σαββατοκύριακο.
Το λήμμα για τον Ελληνα θεατράνθρωπο, όπως καταχωρείται στον πέμπτο και τελευταίο τόμο της Σοβιετικής Θεατρικής Εγκυκλοπαίδειας (Αρχείο Περιοδικού «Θέατρο») |