Γεννημένος στα 1896 στην Αθήνα με καταγωγή από τη Μελισσόπετρα της ορεινής Γορτυνίας, ο Μητρόπουλος σπούδασε πιάνο και Ανώτερα Θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών στις τάξεις μεταξύ άλλων των Λουδ. Βασσενχόβεν (πιάνο), Φιλοκτ. Οικονομίδη και Αρμάνδου Μαρσίκ (Ανώτ. Θεωρητικά), αποφοιτώντας στα 1919 με το Χρυσό Μετάλλιο «Ανδρ. & Ιφ. Συγγρού». Με υποτροφίες Συγγρού και Μπενάκη συνέχισε ανώτερες σπουδές στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, παίζοντας μάλιστα τύμπανα στην Ορχήστρα της Κρατικής Οπερας, στην οποία προσλήφθηκε σύντομα ως προγυμναστής και 3οςμαέστρος, ενώ μαθήτευε δίπλα και στον διάσημο πιανίστα, συνθέτη και παιδαγωγό Μπουζόνι. Από καιρού διηύθυνε ήδη και την ΣΟ του Ωδείου Αθηνών.
Στα 1924 επιστρέφει στην Αθήνα και αρχίζει έναν συνεχή αγώνα μελέτης, διδασκαλίας, διευθύνσεως, επιβίωσης. Εως το 1937 που φεύγει οριστικά για την Αμερική, διηύθυνε 127 συναυλίες, ενώ διετέλεσε και καθηγητής του Ωδείου Αθηνών επί 8ετία με πάμπολλους κορυφαίους μετά μαέστρους, συνθέτες, καθηγητές ως μαθητές του, όπως τους Αλ. Ξένο, Λεων. Ζώρα, Θεόδωρο Βαβαγιάννη, Κ. Κυδωνιάτη, Δ. Χωραφά, Γ. Καζάσογλου, Θ. Δ. Καρυωτάκη κ.λπ.
Είχε ξεκινήσει εμφανίσεις και στην Ευρώπη με σπουδαία συμφωνικά και οπερατικά συγκροτήματα, δρέποντας δάφνες πάντοτε και αναζητώντας όλο και περισσότερο τον μοναχικό βίο, για μελέτη, αφοσίωση, αποστολική διακονία στην Τέχνη του. Μόνον έτσι άλλωστε, κατακτάται η κορυφή του Παρνασσού.
Τα 23 χρόνια που έζησε στην Αμερική διετέλεσε επί πολλά έτη καλλιτεχνικός διευθυντής και 1οςαρχιμουσικός στην ΣΟ της Μινεάπολης και την Φιλ. Ορχ. της ΝΥ, φτάνοντας να είναι ο 1ος και καλύτερος μαέστρος του κόσμου! Οι εκατοντάδες ακόμη παραστάσεις του στην Μετροπόλιταν της ΝΥ, στην Κρατική Οπερα της Βιέννης και στην «Σκάλα» έχουν μείνει αξεπέραστες ερμηνευτικά, όπως άλλωστε και οι συμφωνικές του με διάφορες κορυφαίες Ορχήστρες.
Στην Ελλάδα γύρισε θριαμβευτής στα 1955 και '58 επικεφαλής της Φιλ. Ορχ. της ΝΥ και της Βιέννης αντίστοιχα, με τους Αθηναίους να τον υποδέχονται ως εθνικό ήρωα!
Εκτός αυτών, υπήρξε και ιδιοφυής συνθέτης 45 περίπου έργων με κορυφαία την όπερά του «Αδερφή Βεατρίκη», την ορχηστρική «Ταφή», τις μουσικές για τον «Ιππόλυτο Στεφανηφόρο» και την «Ηλέκτρα», την «Οστινάτα σε 3 μέρη» για βιολί και πιάνο κ.ά.
Μην ξεχνάμε την πίστη του στους νέους δημιουργούς, διευθύνοντας εκατοντάδες έργα σε άριστες εκτελέσεις με τις καλύτερες ορχήστρες, αποδεικνύοντας έτσι την ιεραποστολική του δράση επί της Γης, προσθέτοντας τις μνημειώδεις εκτελέσεις του στις συμφωνίες των Μάλερ, Ρ. Στράους, Προκόφιεφ και Σοστακόβιτς.
Ηταν όμως, 2 Νοεμβρίου 1960, πρωί, όταν ο Μαέστρος κατέρρευσε στο πόντιουμ, μετά από 2ηκαρδιακή προσβολή, στην πρόβα για την 1η εκτέλεση στο Μιλάνο της «3ηςΣυμφωνίας» του Γκούσταβ Μάλερ, διευθύνοντας την Ορχήστρα της «Σκάλας». «Είμαι σαν ένα παλιό αυτοκίνητο», είπε στους μουσικούς του χαμογελώντας εκείνο το πρωινό, «που έχει τα εξαρτήματά του σε αταξία, αλλά όπως βλέπετε, παρ' όλα αυτά είμαι ακόμα όρθιος».
Ο Μαέστρος ξεκίνησε πρόβα φτάνοντας στο 80ό μέτρο, όπου είχε ένα «σάλπισμα» η τρομπέτα, και ύστερα από κάποια μέτρα, σταμάτησε. Αντί, ως συνήθως, να ανακεφαλαιώσει τις μελλοντικές παρατηρήσεις προς τους μουσικούς του, εκείνος έπεσε μπροστά μονομιάς, «[...]σαν το άγαλμα που γκρεμίζεται από το βάθρο του.[...] Χτύπησε με το πρόσωπο στο πάτωμα και πληγώθηκε ελαφρά στο κεφάλι, αλλά το σώμα του είχε ήδη κεραυνοβοληθή από την ώρα που ήταν ακόμα πάνω στο PODIUM. [...]». Αμέσως τον προσέτρεξε ο γιατρός του Θεάτρου, εις μάτην. «Κατά την μεταφορά του, μετά από λίγο, στην Πολυκλινική, ξεψύχησε».
Τα δυσάρεστα νέα μεταφέρθηκαν σε όλο τον κόσμο αστραπιαία και οι εκδηλώσεις μνήμης από τις διάφορες ορχήστρες, λυρικά θέατρα, συναδέλφους του νεκρού και από τους χιλιάδες θαυμαστές της Τέχνης του, άρχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη. Το ίδιο έγινε και στη Μόσχα, όπου έξι κορυφαίοι συνθέτες που τον είχαν συναναστραφεί στις εμφανίσεις του στις αρχές της δεκαετίας του '30, στο Λένινγκραντ και την πρωτεύουσα, υπέγραψαν τηλεγράφημα αποστελλόμενο στην Μετροπόλιταν Οπερα της ΝΥ. Εγραφαν: «Ενθυμούμενοι την τελευταίαν συνάντησίν μας με τον μεγάλον αυτόν διευθυντήν Ορχήστρας τον Δημήτρη Μητρόπουλον, επιθυμούμεν να εκφράσωμεν την λύπην μας διά τον θάνατόν του. Επιθυμούμεν επίσης, να εκφράσωμεν τα συλλυπητήριά μας, προς την Μετροπόλιταν, η οποία απώλεσεν έναν των σημαντικωτέρων καλλιτεχνικών ηγετών της». Υπέγραφαν οι: Σοστακόβιτς, Καμπαλέφσκι, Χρενικώφ, Ντάνκτζεβιτς, Αμίρωφ και Ζαρουτόν.
Ο ραδιοσταθμός της Μόσχας εκείνες τις ημέρες μετέδωσε παλαιότερη ηχογραφημένη συναυλία του Μητρόπουλου και τις νεκρολογίες του Χατσατουριάν και του «Θεού» του βιολιού, Δαυίδ Οϊστραχ. Ο πρώτος μεταξύ άλλων είπε: «Είμαι γεμάτος λύπη και πένθος. Απωλέσαμε έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς του κόσμου. Απωλέσαμε την Τέχνη του. [...] Αξέχαστες θα μου μείνουν αι αναμνήσεις από την συναυλίαν αυτήν. Ο Λαός της Μόσχας εχειροκρότησε ενθουσιωδώς τον πολύμορφο καλλιτέχνην, ως Πιανίστα, Διευθυντή ορχήστρας και Συνθέτη. Περιμέναμε και νέαν επίσκεψιν του Μητρόπουλου. Με βαθύτατη λύπη βλέπουμε ότι δεν θα πραγματοποιηθή πλέον». Ενώ ο Οϊστραχ δήλωσε πως «στον μουσικόν κόσμον εσημειώθη μεγάλη απώλεια. Ο Μητρόπουλος ήταν ένας μεγάλος Μουσικός. Ο θάνατός του ρίχνει σε βαρύ πένθος όλον τον κόσμο».
Λίγες μέρες αργότερα (6/11/1960) η τέφρα του Μαέστρου φτάνει στην Αθήνα με πολεμικό αεροσκάφος, όπου την παραλαμβάνει, εκ μέρους της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ο παλαιότερα προστατευόμενός του μαθητής, αρχιμουσικός και δ/ντής της, Θ. Βαβαγιάννης και με πομπή πεζή και κομβόι μεταφέρεται στο Ηρώδειο για τη δέουσα τελετή. Πάνω από 3.000 φιλόμουσοι, συνάδερφοι, μαθητές «εγείρονται» με την είσοδο του Μαέστρου και ξεσπούν σε παρατεταμένο χειροκρότημα, ενώ η τεφροδόχος εναπόκειται στη σκηνή του Θεάτρου. Μετά από τους αποχαιρετιστήριους λόγους, η Κρατική Ορχήστρα ερμηνεύει το «Πένθιμο Εμβατήριο» από την «Ηρωική» του Μπετόβεν, χωρίς μαέστρο, σε μια κατανυκτική και παράξενη ομολογουμένως συναυλία. Παλιοί μουσικοί διηγούνταν πως καλύτερα δεν είχαν παίξει σε όλη την ζωή τους και συνάδελφοι πιο «αδύνατοι» μουσικά, εκείνη τη φορά μεταμορφώθηκαν για τον Δάσκαλό τους.
Ενεκα της καύσεως όμως, η επίσημη εκκλησία αρνιόταν την ταφή τού βαθιά πιστού της, κυριολεκτικά Ιερομόναχου της ζωής και της Τέχνης, και άξιου τέκνου της πατρίδας, με αποτέλεσμα να δοθεί επιτέλους κενοτάφιο μνήμα στο Α' Νεκροταφείο, φιλοτεχνημένο από τον γλύπτη Γιάννη Παππά, μόλις τον Ιούλιο του 1961. Κι άλλες φορές όμως στο παρελθόν ο Μητρόπουλος είχε περάσει άσχημα στη ζωή του, άδικα. Δεν ξεχνάμε, όντας μέλος της ΣΟ του Ωδείου Αθηνών στη δεκαετία του 1920, όπου κάποιοι που τον ζήλευαν και τον πολέμαγαν, του έβαζαν καρφίτσες και πινέζες στην καρέκλα του στα τύμπανα που έπαιζε, ο εξαναγκασμός σε παραίτηση από καλ/κός δ/ντής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της ΝΥ από διάφορους «κύκλους» προσκείμενους στον άλλοτε προστατευόμενό του μαέστρο, Μπερνστάιν, ή οι «κατηγόριες» που του πρόσαψαν οι Αμερικανοί ως «κομμουνιστού», άρα επικίνδυνου, επειδή εκθείαζε την ΕΣΣΔ ως προς τη δουλειά του και άλλα επιτεύγματα του μεγάλου αυτού σοσιαλιστικού εργατικού Κράτους, μετά την επίσκεψή του κ.λπ.
Στην επιστήθια φίλη του Καίτη Κατσογιάννη έγραφε μεταξύ άλλων σχετικά: «[...] και σου απομένει τότε η γοητεία αυτού του λαού, με μια ευγένεια καρδιάς, μια ψυχική χάρη και έναν ενθουσιασμό απεριόριστο -έπειτα καλλιτέχνες πέρα ως πέρα. Νομίζω ότι πουθενά αλλού δεν μπορεί να κάνει κανείς μουσική τόσο τέλεια όσο σ' αυτόν τον τόπο». Αυτά είχε εκμυστηρευτεί και στον νέο τότε μαέστρο γεννημένο στον Καύκασο, Οδυσσέα Δημητριάδη (1908 - 2005), όταν του είπε ότι θέλει να πάει στην Ελλάδα να μείνει και να εργαστεί, με τον Μητρόπουλο να τον αποτρέπει, διότι ακόμη κι αυτός που είχε «δικιά» του ορχήστρα, ο μισθός του δεν έφτανε ούτε για το νοίκι, ενώ στην ΕΣΣΔ θα έχει να εργαστεί και να ζήσει καλά. Κι ο Δημητριάδης ευτυχώς τον άκουσε και μεγαλούργησε.
Αξίζει να αποχαιρετήσουμε τον Μαέστρο, με κάποια λόγια του μεγάλου Σοβιετικού συναδέλφου του, Αράμ Χατσατουριάν:«Από την πρώτη ήδη συνάντηση με τα σοβιετικά ακροατήρια, ο Μητρόπουλος μας καθυπέταξε με την γοητεία της ερμηνευτικής του τέχνης, πάντα γεμάτης ειλικρίνεια και πιστής στο κείμενο των συνθετών, απεριόριστα απομακρυσμένος από φιλαυτία και εξωτερική πόζα. [...] ενός από τους πλέον προικισμένους από την φύση Μαέστρους του καιρού μας, για τα επιτεύγματα του οποίου δίκαια μπορεί να υπερηφανεύεται ο ελληνικός λαός...».
Συνεπώς, δεν ηττήθηκε ο μαέστρος, αφού έως σήμερα θαυμάζουμε την Μουσική του ιδιοφυία και μελετάμε και παραδειγματιζόμαστε από τη ζωή και το έργο του αγωνιζόμενοι για τους αδυνάτους και πιστεύοντας στον άνθρωπο και τη σύγχρονη δημιουργία, όπως αυτός.