Η σύγχρονη εργατική - λαϊκή οικογένεια του 21ου αιώνα στην ουσία της παραμένει εκείνη η ιστορικά διαμορφωμένη μορφή συμβίωσης που πρωταρχικά βιώνει το βρέφος και το νήπιο, και έχει στον πυρήνα της την αναπαραγωγή του είδους και την ανατροφή της επόμενης φουρνιάς εργατικού δυναμικού.
Το πέρασμα στη σύγχρονη «πυρηνική» οικογένεια δεν συντελέστηκε μονομιάς. Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες επιβίωναν παραλλαγές της διευρυμένης αγροτικής κυρίως οικογένειας, όπως είχε διαμορφωθεί στα προκαπιταλιστικά ταξικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα. Στο πλαίσιο αυτό, η διευρυμένη οικογένεια αναλάμβανε συλλογικά τη φροντίδα των παιδιών των εκμεταλλευόμενων τάξεων μέσα από τη συμμετοχή τους από πολύ μικρή ηλικία στις δραστηριότητες των ενηλίκων, τα έθιμα, τις θρησκευτικές πρακτικές κ.λπ.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, με μεγαλύτερη ένταση από το δεύτερο μισό του 20ού, έως σήμερα, το πέρασμα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, η κυριαρχία των μονοπωλίων και η όξυνση της βασικής αντίθεσης επέφεραν σταδιακά πρωτόγνωρες ιστορικά αλλαγές στην οικογένεια, στον γάμο και στις σχέσεις μεταξύ συντρόφων, γονιών και παιδιών.
Βασικός παράγοντας στη διαμόρφωση της σύγχρονης εργατικής - λαϊκής οικογένειας αποτέλεσε η μαζική ένταξη των γυναικών στην κοινωνική παραγωγή, κυρίως ως μισθωτές ή/και αυτοαπασχολούμενες, στο έδαφος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Εν μέρει περιορίστηκε η οικονομική εξάρτηση της γυναίκας από τον άνδρα στο πλαίσιο του γάμου ή του ΣΣ, χωρίς να ανατρέπεται ο οικονομικός - κοινωνικός καταναγκασμός στο πλαίσιό του. Οι αλλαγές αυτές έως έναν βαθμό έχουν περιορίσει την επίδραση αναχρονιστικών, αντιδραστικών αντιλήψεων ότι η γυναίκα έχει ως πρωταρχικό ρόλο την αποκλειστική ευθύνη για τη φροντίδα των παιδιών, της οικογένειας. Υπάρχει πρόοδος στη συμβολή και των δύο γονέων στην ανατροφή των παιδιών και στη στήριξη της οικογένειας. Ανδρες νεότερης ηλικίας νιώθουν την ανάγκη και συμμετέχουν πιο ουσιαστικά στη διατροφή, στη μελέτη των παιδιών, στις αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.
Επέδρασαν, βέβαια, και οι αντικειμενικές αλλαγές στις συνθήκες εργασίας και ζωής των νέων γονιών (ωράρια, γενίκευση ελαστικών σχέσεων εργασίας). Οι γυναίκες σήμερα καλούνται να «συνδυάσουν» την εργασία σε συνθήκες πρωτοφανούς έντασης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης (χαμηλοί μισθοί, ωράρια - λάστιχο, συχνή εναλλαγή απασχόλησης - ημιαπασχόλησης - ανεργίας κ.λπ.) με τη σχεδόν αποκλειστικά ατομική ευθύνη στη φροντίδα των παιδιών, των ηλικιωμένων, των χρονίως πασχόντων, των ΑμεΑ. Καθώς οι αντίστοιχες υπηρεσίες φροντίδας της οικογένειας, Προσχολικής Αγωγής, Ειδικής Αγωγής, δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων, είναι εμπορευματοποιημένες, λογαριάζονται ως «κόστος» για το αστικό κράτος. Ως δήθεν προοδευτική λύση το αστικό κράτος μεταθέτει την ευθύνη «ισόρροπα» και στον άντρα, στο ζευγάρι.
Παράλληλα, η κυριαρχία των μονοπωλίων και η όξυνση του ανταγωνισμού οδηγεί σε νέες απαιτήσεις όσον αφορά τους όρους αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, ενώ η μηχανοποίηση, γενικότερα η τεχνολογική εξέλιξη απαιτεί τουλάχιστον στοιχειώδη γνώση, μόρφωση, ειδίκευση. Γιγαντώνεται ο όγκος των νοητικών, γνωστικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων που πρέπει να αφομοιώσει το παιδί ως αυριανός εργαζόμενος. Κυρίως από τα μέσα του 20ού αιώνα, το αστικό κράτος αναλαμβάνει σε μεγάλη κλίμακα τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών με την υποχρεωτική εκπαίδευση, η οποία σταδιακά διευρύνεται. Το σύγχρονο αστικό σχολείο διδάσκει τις απαραίτητες δεξιότητες στο μελλοντικό εργατικό δυναμικό, ώστε κατ' απαίτηση της μεγάλης εργοδοσίας να είναι ικανό, φτηνό και «ευέλικτο».
Ολα τα παραπάνω αναδεικνύουν ότι είναι μύθος η αστική θέση πως η οικογένεια είναι ο βασικός θεσμός διαπαιδαγώγησης του παιδιού. Μέσα από όλους τους θεσμούς του αστικού κράτους (π.χ. Εκπαίδευση) και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της καπιταλιστικής εξουσίας (π.χ. ΜΜΕ, ΜΚΔ, πολιτιστική βιομηχανία) διαπαιδαγωγούνται τα παιδιά της εργατικής - λαϊκής οικογένειας. Εμποτίζουν τα παιδιά από τη νηπιακή κιόλας ηλικία με τις σάπιες αστικές ιδέες, αξίες και τον κυρίαρχο αστικό τρόπο ζωής: Τον ανταγωνισμό, τον ατομικισμό, τον ναρκισσισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, η καπιταλιστική εξουσία και ιδεολογία «επενδύουν» στη διαμόρφωση σκέψης και στάσης στις νεανικές συνειδήσεις με κριτήριο την υπεράσπιση του «αιώνιου καπιταλισμού», το ξαναγράψιμο της Ιστορίας, τη δαιμονοποίηση της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ού αιώνα, τον μεταμοντέρνο ανορθολογισμό.
Η γονεϊκότητα, ως συμβολή των γονέων στη φροντίδα και την ανατροφή των παιδιών, δεν είναι μια ουδέτερη έννοια, αποσπασμένη από τις κυρίαρχες οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις. Το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων (με πυρήνα τους τις σχέσεις ιδιοκτησίας) και η εξέλιξή τους επιδρούν και συνεπάγονται και διαφορετικές υποχρεώσεις και δικαιώματα των γονιών, τόσο προς το παιδί όσο και μεταξύ τους.
Και στο σύγχρονο περιεχόμενο της γονικής σχέσης, όπως διαμορφώνεται με βάση τους υλικούς όρους ζωής και εργασίας της εργατικής - λαϊκής οικογένειας, επιδρά η κυρίαρχη αστική ιδεολογία. Αναπαράγεται ότι το παιδί αποτελεί «επένδυση για το μέλλον», με κριτήριο το καπιταλιστικό συμφέρον για τη διαιώνιση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας, όπου η φροντίδα του παιδιού τίθεται στο επίκεντρο της οικογενειακής ζωής (σε σχέση με τα προηγούμενα ταξικά εκμεταλλευτικά συστήματα, όπου το παιδί σηματοδοτούσε περισσότερα εργατικά χέρια στο πλαίσιο της διευρυμένης οικογένειας), ως αποκλειστική γονική ευθύνη. Εμφανίζεται η ιδέα του «πολύτιμου παιδιού».
Σε αυτό το έδαφος, η πλειοψηφία των γονιών και ιδίως των μητέρων - που μετά βασάνων και κόπων κατορθώνουν να τεκνοποιήσουν - εσωτερικεύουν την αποκλειστικά ατομική ευθύνη στη φροντίδα του παιδιού. Ετσι, θυσιάζουν τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους σε ένα ατελείωτο πήγαινε - έλα στις εξωσχολικές δραστηριότητες, στο διάβασμα κ.λπ., που όχι μόνο εξαντλεί τους γονείς οικονομικά, σωματικά και ψυχικά. Σε τελική ανάλυση αφυδατώνει το δημιουργικό περιεχόμενο της σχέσης με το παιδί.
Ταυτόχρονα, με δεδομένη τη γενική πτώση του βιοτικού επιπέδου και τη νεανική ανεργία ή/και ημιαπασχόληση, η οικονομική - αλλά και συναισθηματική - εξάρτηση των παιδιών από την οικογένεια, η συγκατοίκηση, παρατείνονται πέραν της παιδικής - εφηβικής ηλικίας. Ετσι, μπαίνουν εμπόδια στην αυτοτελή ανάπτυξη του νέου / νέας σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής και δράσης (εργασία, διαπροσωπικές - ερωτικές σχέσεις), δηλαδή στη δυνατότητα να «στέκονται στα πόδια τους», να αναπτύσσουν πολύπλευρα την προσωπικότητά τους.
Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνονται στρεβλές αντιλήψεις για το περιεχόμενο της γονικής σχέσης, υιοθετώντας απόψεις «εγώ μόνο ξέρω το καλύτερο για το παιδί μου» και έναν υπερπροστατευτικό τρόπο ανατροφής, που στην ουσία αποκόπτει τη γονική σχέση από τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις.
Για να μπορεί η γονική σχέση, η ευθύνη του κάθε γονέα στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού να αναβαθμίζεται και να έχει ουσιαστικό χαρακτήρα, χρειάζεται να στηρίζεται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο κρατικής προστασίας και στήριξης. Δηλαδή πρέπει να είναι υπόθεση της κοινωνίας μέσω του κράτους να εξασφαλίσει τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές συνθήκες για την ανάπτυξη καθολικά όλων των παιδιών.
Από αυτήν την άποψη, η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του ζητήματος προϋποθέτει την ανατροπή του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος και την κατάργηση της εκμεταλλευτικής οικονομικής βάσης. Απαιτεί κράτος θεμελίωσης της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της κοινωνικής παραγωγής και των κοινωνικών υπηρεσιών.
Απαιτεί την προετοιμασία των μελλοντικών γονιών με ευθύνη του κράτους, την πρόσβαση στη σύγχρονη επιστημονική γνώση για την τεκνοποίηση και την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, με την ανάλογη κρατική υποστήριξη (υποδομές, εκπαίδευση, μείωση του υποχρεωτικού εργάσιμου χρόνου κ.ά.).
Σε τελική ανάλυση, καθοριστικός παράγοντας είναι «σε τι κόσμο» μεγαλώνουν τα παιδιά και με τι όρους, πρώτα από όλα οικονομικούς - κοινωνικούς. Από αυτήν την άποψη, η ευθύνη των γονιών απέναντι στο παιδί σχετίζεται και με το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνικής συνείδησης σε δοσμένες ιστορικά συνθήκες εξέλιξης της ταξικής πάλης, όπως αντανακλάται στην κάθε ξεχωριστή προσωπικότητα με υποκειμενικό τρόπο.
Σημαντικός παράγοντας είναι η κοινή προσπάθεια και των δύο γονιών για την εξασφάλιση της γονικής σχέσης με το παιδί, αφήνοντας στην άκρη τις διαφωνίες τους, που μπορεί να αφορούν και συνολικά την απόφασή τους να μην είναι πλέον ερωτικοί σύντροφοι, να μη συμβιώνουν.
Ακόμα περισσότερο, χρειάζεται να απασχολήσει την κομμουνιστική σκέψη και δράση η ουσιαστική αναβάθμιση της σχέσης γονιών - παιδιών, με κριτήριο την ανάγκη ανάπτυξης του παιδιού ως αυτοτελούς προσωπικότητας, και όχι σαν επένδυση, σαν μέσο συναισθηματικής στήριξης.
Αποκτά ιδιαίτερη σημασία η θεωρητική - ιδεολογική - πολιτική στήριξη των κομμουνιστών γονιών, ώστε με συλλογικό, συντροφικό τρόπο να στηριχθεί η προσπάθεια προσέγγισης της γονικής σχέσης και ευθύνης με διαλεκτικό υλιστικό κριτήριο. Με αυτούς τους όρους μπορεί να ξεπεραστεί στη σκέψη που εντοπίζει ως το καθοριστικό στη γονική σχέση να αποτελεί ο γονιός απλά ένα «καλό πρότυπο» για το παιδί. Κυρίως είναι ανάγκη να διαπεράσει την κομμουνιστική σκέψη και δράση πιο βαθιά πώς θα διαπερνούν κάθε πλευρά της προσωπικής ζωής, άρα και την οικογενειακή, η κομμουνιστική στάση στην εργασία, στο κίνημα, η συλλογικότητα και η συντροφικότητα στην κομματική ζωή, ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια, η υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων όλου του λαού, η πάλη ενάντια στον ατομικισμό, κυρίως η ανάπτυξη διαλεκτικού υλιστικού τρόπου σκέψης. Τελικά αφορά στην προσπάθεια να γίνονται αναπόσπαστο στοιχείο των ερωτικών - συντροφικών σχέσεων, της ίδιας της σχέσης με το παιδί.
Η ευθύνη των γονέων απέναντι στα παιδιά αφορά κυρίως στην προετοιμασία τους για να γνωρίσουν, να αντιμετωπίσουν την κοινωνική πραγματικότητα και να παλέψουν για να την αλλάξουν. Μέσα από την αλληλεπίδραση του παιδιού με το περιβάλλον του, μέσα από τη δραστηριότητά του, αντανακλάται στη συνείδησή του, στις ψυχικές του λειτουργίες, η αντικειμενική κοινωνική πραγματικότητα. Και αυτή η προετοιμασία του παιδιού για τις «θύελλες» που είναι μπροστά μας, τους «σεισμούς που μέλλονται να έρθουν», μπορεί να στηριχθεί πιο ουσιαστικά στη συνειδητοποίηση της ατομικής ευθύνης των γονιών στην ανατροφή του παιδιού, με την ταυτόχρονη συνειδητοποίηση των οικονομικών - κοινωνικών - πολιτικών παραγόντων που επιδρούν στη διαπαιδαγώγηση και στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού.