Σάββατο 8 Δεκέμβρη 2018 - Κυριακή 9 Δεκέμβρη 2018
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΚΝΕ: Σχολείο διαπαιδαγώγησης νέων κομμουνιστών

Στη θέση 30 του κειμένου των Θέσεων του ΚΣ για το 12ο Συνέδριο της ΚΝΕ, αναφέρεται ο στόχος για «Οργανώσεις Βάσης (ΟΒ), που αγκαλιάζουν με φροντίδα και σχέδιο τα μέλη τους, από τα πρώτα τους βήματα στην οργανωμένη ζωή, ώστε όλοι και όλες περνώντας από το επαναστατικό σχολείο να γίνουν μέλη του Κόμματος της εργατικής τάξης, να έχουν σταθερή πορεία στη μακρά διαδρομή της ταξικής πάλης».

Αυτό το καθήκον είναι άρρηκτα δεμένο με αυτό που τίθεται ως κεντρικό θέμα συζήτησης στις Θέσεις του ΚΣ, να συναντηθούμε και να συνεπάρουμε χιλιάδες νέους και νέες, περισσότερους απ' ό,τι έχουμε καταφέρει έως τώρα, με όπλα τις πρωτοπόρες ιδέες και θέσεις μας, την πρωτοπόρα δράση για την οργάνωση της πάλης σε ό,τι αφορά τη νέα γενιά.

Είναι πολύ σημαντικό σε αυτές τις συνθήκες να καταφέρνουμε, στο πλευρό του Κόμματος, να κρατάμε τη «φλόγα» των επαναστατικών ιδεών «αναμμένη», να επιδρούμε και να κερδίζουμε δυνάμεις παρά τις αντιξοότητες που υπάρχουν λόγω αρνητικού συσχετισμού, να διευρύνουμε τους δεσμούς μας με τη νεολαία, να οικοδομούμε νέες ΟΒ αλλά και να διαμορφώνουμε προϋποθέσεις ανάπτυξης αγώνων, κόντρα στην πολιτική του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων και των ενώσεών του.

Η επιτυχία σε αυτόν το σκοπό εξαρτάται από το αν κάθε μέλος και στέλεχος της ΚΝΕ καταξιώνεται στο χώρο του όχι μόνο ως προπαγανδιστής αλλά και ως πόλος συσπείρωσης, οργάνωσης, με ικανότητα να συνδέεται με άλλους νέους. Σε αυτήν τη βάση, το ατομικό κύρος συμβάλλει στην άνοδο του κύρους και της επιρροής του Κόμματος και της ΚΝΕ.

Να αναβαθμίζεται συνεχώς η κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση

Η πορεία της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης ενός νέου μέσα από τις γραμμές της ΚΝΕ είναι μια διαδικασία πολύπλευρη και ζωντανή. Αφορά το πώς γίνεται σταθερά πεποίθηση στον καθέναν μας, σε κάθε μέλος της ΚΝΕ, μέσα από τη συμμετοχή στη δράση, στη λειτουργία και τη ζωή της ΟΒ μας, ότι ο σκοπός για τον οποίο παλεύουμε, η υπόθεση της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης της νέας σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας είναι μια υπόθεση δίκαιη, ρεαλιστική, αναγκαία για να ζήσουν η εργατική τάξη, ο λαός και τα παιδιά του καλύτερες μέρες, χωρίς φτώχεια, κρίσεις, πολέμους, εκμετάλλευση.

Ομως, το να γίνεται αυτή η πεποίθηση στέρεο κτήμα για κάθε μέλος της ΚΝΕ απαιτεί να αναβαθμίζεται συνεχώς η αγωνιστική και πάνω από όλα κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση των μελών της ΚΝΕ με τη συμμετοχή τους στην ταξική αναμέτρηση, στην ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση, στη μάχη για το κέρδισμα νεανικών συνειδήσεων από τον αντίπαλο. Απαιτεί συνεχώς να αφομοιώνεται η στρατηγική του Κόμματος από όλα τα μέλη της ΚΝΕ, κάτι που βεβαίως αφορά τις διαλέξεις στις ΟΒ για το Πρόγραμμα του Κόμματος, για τις θέσεις της ΚΝΕ κ.λπ., αλλά αφορά το πώς θα κατακτούμε σταθερά, μέσα από το σχέδιο που βάζουμε και υλοποιούμε, να ανεβάζουμε την ικανότητα προβολής της, δηλαδή να αναδεικνύουμε πώς τα προβλήματα που βιώνει η νεολαία των εργατικών - λαϊκών στρωμάτων έχουν ως αιτία το σύστημα της εκμετάλλευσης αλλά έχουν και διέξοδο, που βρίσκεται στην ανατροπή του.

Η αναβάθμιση της λειτουργίας των Οργανώσεων Βάσης είναι, με αυτήν την έννοια, καθοριστική, αφού αποτελούν το κύτταρο της ΚΝΕ, εκεί όπου συλλογικά σχεδιάζεται, αποτιμάται και βελτιώνεται η ικανότητα του κάθε μέλους της ΚΝΕ, και της κάθε ΟΒ συνολικά, ώστε να αντεπεξέρχεται ως πρωτοπόρος αγωνιστής και οργανωτής της πολιτικής μάχης με το σύστημα και τις δυνάμεις που το απαρτίζουν στο χώρο του. Να είναι μαχητής του χώρου δουλειάς, του αμφιθέατρου, της τάξης του σχολείου, με συνεχή προσπάθεια να κατακτά τη γνώση μέσα από τη μελέτη του μαρξιστικού - λενινιστικού βιβλίου, την προοδευτική και ριζοσπαστική τέχνη, με σταθερό μέλημα να εξοπλίζεται για τις εξελίξεις από τον «Ριζοσπάστη» και τον «Οδηγητή».

Για την ευθύνη των καθοδηγητικών οργάνων και τη λειτουργία των ΟΒ

Η κατάκτηση αυτής της ικανότητας προϋποθέτει να βελτιώσουμε πλευρές που εντοπίζουν οι Θέσεις του ΚΣ και αφορούν πρώτα και κύρια την ευθύνη των καθοδηγητικών οργάνων στη στήριξη και τη βοήθεια που δίνουν στις ΟΒ μέσα στις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις που δημιουργεί η ίδια η εξέλιξη της πάλης αλλά και τα βήματα που μετράμε στη δράση μας. Ενώ δηλαδή έχει γίνει βήμα στη συνεδρίαση των ΟΒ ώστε να συζητάνε τις πολιτικές εξελίξεις και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτές, πλέον απαιτείται να κάνουμε ένα ακόμα βήμα ώστε να αντιστοιχηθούμε με τις σημερινές απαιτήσεις για έναν πλούσιο σχεδιασμό της αυτοτελούς παρέμβασης της ΚΝΕ αλλά και της παρέμβασης των μελών και στελεχών της στις μαζικές οργανώσεις που ο καθένας συμμετέχει.

Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται να απασχολήσει πιο πολύ πώς η κάθε ΟΒ συζητά, σχεδιάζει, παρεμβαίνει και εν τέλει επιδρά. Παίρνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες δυνάμεις που έχει στη δύναμή της - όσον αφορά την ηλικία, την πολιτική πείρα που αντικειμενικά έχει ο καθένας και κατ' επέκταση την αντίστοιχη βοήθεια που πρέπει να λάβει με βάση τις συγκεκριμένες ανάγκες. Αλλά και παίρνοντας υπόψη τον συγκεκριμένο χώρο που έχει στην ευθύνη της, με τη συγκεκριμένη σύνθεση (ηλικιακή, κοινωνική), στη συγκεκριμένη βαθμίδα της Εκπαίδευσης ή τον κλάδο και χώρο δουλειάς ή τη γειτονιά, την πόλη, το χωριό. Οπου δρουν συγκεκριμένες πολιτικές οργανώσεις, θεσμοί και μηχανισμοί του αστικού κράτους και της εργοδοσίας, που εξειδικεύουν με επιχειρήματα τη γενική πολιτική γραμμή της αστικής τάξης και του κράτους της, των κυβερνήσεων και των ενώσεών της. Σε κάθε χώρο όπου μπορεί να έχουν διαμορφωθεί διαφορετικές προϋποθέσεις από τη συνολική δράση του Κόμματος, τη δράση της ΚΝΕ, τους δεσμούς που έχουν αναπτυχθεί με την εργατική τάξη και το λαό, ακόμα και ιστορικά, το συσχετισμό και τη διαπάλη που υπάρχει στο εργατικό κίνημα και επιδρά και στη νεολαία, την κατάσταση στις μαζικές οργανώσεις - τα σωματεία, τους φοιτητικούς συλλόγους, τη μαθητική κοινότητα. Ακόμα εκεί όπου μπορεί να υπάρχει μια πιο ειδική εξέλιξη, που είναι αποτέλεσμα της συνολικής πολιτικής αλλά που επιδρά με συγκεκριμένο τρόπο σε μια περιοχή, σε σχολεία - σχολές, σε χώρους δουλειάς.

Το παράδειγμα της δουλειάς στους μαθητές

Ενα παράδειγμα αποτελεί η προσπάθεια των καθοδηγητικών οργάνων, ιδιαίτερα των Τομεακών Γραφείων ή Συμβουλίων, να στηρίξουν και να ενισχύσουν τη δράση των μελών της ΚΝΕ στα σχολεία για την ανάπτυξη του μαθητικού κινήματος, την οργάνωση αγωνιστικών κινητοποιήσεων και διεργασιών από την αρχή της χρονιάς, αλλά και η αντιπαράθεση που άνοιξε με τις άλλες δυνάμεις μέσα στα σχολεία και με τις οποίες τα μέλη της ΚΝΕ αντιπαρατέθηκαν ιδεολογικά και πολιτικά γύρω από κεντρικά πολιτικά ζητήματα, όπως ο χαρακτήρας των εξελίξεων στην περιοχή με την εμπλοκή της Ελλάδας στους σχεδιασμούς ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, την εναντίωση στη συμφωνία των Πρεσπών και το να γίνει σύνθημα των μαθητών το «Εξω το ΝΑΤΟ από τα Βαλκάνια» παράλληλα με την αντιμετώπιση προσπάθειας εθνικιστικών και φασιστικών δυνάμεων να προβάλουν αλυτρωτικά και εθνικιστικά συνθήματα. Αυτή η προσπάθεια απαιτούσε επεξεργασία και τροφοδότηση με τα κατάλληλα επιχειρήματα σε κάθε ΟΒ και συγκεκριμένο σχέδιο που να παίρνει υπόψη τις δυνάμεις που έχουμε σε κάθε σχολείο (αν έχουμε ΟΒ ή μέλος της ΚΝΕ, αν υπάρχουν δυνάμεις στους καθηγητές και στο γονεϊκό κίνημα που μπορούν να συμβάλουν) αλλά και τις δυνάμεις που έχουν οι άλλες πολιτικές οργανώσεις, αν δραστηριοποιείται πυρήνας φασιστοειδών, αν παρεμβαίνουν γονείς και καθηγητές που πρόσκεινται στη ΝΔ ή άλλη αστική δύναμη και πώς θα αντιμετωπιστούν. Τέτοιου είδους δουλειά είχε θετικά αποτελέσματα στη συντριπτική πλειοψηφία των σχολείων όπου οι φασίστες «έφαγαν πόρτα» από τους μαθητές.

Με βάση τα παραπάνω είναι σημαντικό το πώς η κάθε ΟΒ σταθερά αποκτά τέτοια πλούσια εσωοργανωτική ζωή και πλούσια δράση στη νεολαία ώστε συνεχώς να εμπνέει για δράση το σύνολο των μελών που την απαρτίζουν, να ανεβαίνουν μέσα από τη βοήθεια που δίνουν τα καθοδηγητικά όργανα η μαχητικότητα, η ανιδιοτέλεια, η προσφορά του κάθε μέλους της ΚΝΕ. Πώς καλλιεργούνται η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, η κριτική και αυτοκριτική εκτίμηση της δράσης μας ώστε να βελτιωνόμαστε συνεχώς για το σκοπό που παλεύουμε. Και αυτή η λειτουργία να διαμορφώνει όρους ώστε και τα μέλη της ΚΝΕ να εμπνέουν με το παράδειγμα, τη μαχητική στάση, τη δράση, την προσπάθεια για κατάκτηση της γνώσης και εκατοντάδες ακόμα νέους και νέες που μας παρακολουθούν και εκτιμούν το Κόμμα και την ΚΝΕ, ώστε να αποφασίζουν να κάνουν το βήμα και να ενταχθούν στην οργάνωση επαναστατικής νεολαίας του ΚΚΕ, την ΚΝΕ.

Βαδίζουμε με αισιοδοξία και στέρεα πάνω στα βήματα που έχουμε μετρήσει αλλά και κοιτώντας κατάματα τις καθυστερήσεις που έχουμε, ότι θα καταφέρουμε να φανούμε αντάξιοι του δρόμου που έχουμε επιλέξει, να γίνουμε πιο πολλοί και πιο ικανοί για την πάλη για το σοσιαλισμό!


Του
Μανώλη ΡΑΠΑΝΑΚΗ*
*Ο Μανώλης Ραπανάκης είναι μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ

Η ταξική πάλη στην Ελλάδα στα χρόνια 1945 - 1946

Πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» στις 14 Νοέμβρη 1945 αναφέρεται στα εγκλήματα του αστικού κράτους και των παρακρατικών συμμοριών
Πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» στις 14 Νοέμβρη 1945 αναφέρεται στα εγκλήματα του αστικού κράτους και των παρακρατικών συμμοριών
Με την αναφορά στο πώς διαμορφώθηκε η κατάσταση στη χώρα μετά το Δεκέμβρη του 1944 και μέχρι τη συγκρότηση του ΔΣΕ, ο «Ριζοσπάστης» ολοκληρώνει τη σειρά άρθρων που είχαν ξεκινήσει τον περασμένο Οκτώβρη, με το Αφιέρωμα στην Απελευθέρωση της Αθήνας. Ολη αυτή η αρθρογραφία αναφέρεται σε μια σημαντική περίοδο της Ιστορίας του ΚΚΕ, την περίοδο 1944-1946, όπου επικρατούσαν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης στη χώρα.

* * *

Στην εξεταζόμενη περίοδο υπήρχαν σημαντικές δυνατότητες να πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα σοσιαλιστική επανάσταση για την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας. Ο λόγος γίνεται πάντα για δυνατότητες ξεσπάσματος σοσιαλιστικής επανάστασης με προϋποθέσεις αυτή να νικήσει και όχι για τη βεβαιότητα της νίκης της. Το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε μια τέτοια εξέλιξη, οφείλεται κυρίως σε αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα, του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Στις 12 Φλεβάρη 1945 υπογράφτηκε η απαράδεκτη Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία ανάμεσα σε άλλα προέβλεπε: Την αποστράτευση και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής, τη διασφάλιση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, την άρση του στρατιωτικού νόμου, την άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων ΕΑΜιτών, την αμνήστευση των «πολιτικών αδικημάτων» που διαπράχθηκαν το Δεκέμβρη (εξαιρούνταν τα «κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας» καθώς και όσοι δεν παρέδιδαν τα όπλα έως τις 15 Μάρτη), την απελευθέρωση των ομήρων του ΕΛΑΣ, τη συγκρότηση εθνικού στρατού, την εκκαθάριση των κρατικών υπαλλήλων και των σωμάτων ασφαλείας από δοσιλογικά στοιχεία και τέλος τη διενέργεια το «ταχύτερο δυνατόν» ελεύθερων και γνήσιων εκλογών και δημοψηφίσματος για το πολιτειακό.


Βεβαίως, τα προβλεπόμενα περί ελευθεριών και δικαιωμάτων ήταν λόγια του αέρα. Αμέσως μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ακολούθησε ένα άγριο πογκρόμ εναντίον του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ενώ μερικές χιλιάδες αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ διέφυγαν στο Μπούλκες, για να προφυλαχθούν από την αιματηρή καταστολή.

Ο απολογισμός της αστικής τρομοκρατίας ένα χρόνο μετά ήταν:

«Νεκροί: 1.192, τραυματίες: 6.413, συλληφθέντες: 70.000, βιασμένες γυναίκες: 165, ληστείες: 6.567, επιδρομές σε τυπογραφεία: 572, καταδιωκόμενοι: πάνω από 100.000. Ακόμα δρούσαν συμμορίες: 166, ενώ οι παράνομα οπλοφορούντες δολοφόνοι έφταναν τους 20.000».1

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης που επικρατούσε, αποτελούν οι σφαγές στην Καλαμάτα. Στις 16-20 Γενάρη 1946, Χίτες δολοφόνησαν 4 στελέχη του ΕΑΜ και άλλους πολίτες. Τότε η Χωροφυλακή συνέλαβε 32 Χίτες και τους φυλάκισε. Ομως στις 20 Γενάρη, εκατοντάδες οπλισμένοι «παρακρατικοί» εισέβαλαν στην πόλη. Φεύγοντας πήραν μαζί τους πολλούς ομήρους, από τους οποίους εκτέλεσαν πάνω από 40. Ο «Ριζοσπάστης» έκανε λόγο για «νύκτα Αγίου Βαρθολομαίου στην Καλαμάτα».2 Η κυβέρνηση κήρυξε το στρατιωτικό νόμο στη Μεσσηνία και τη Λακωνία. Αλλά αυτή η ενέργεια έγινε το πρόσχημα για να συλληφθούν κι άλλοι ΕΑΜίτες.

Ωστόσο, η καταστολή του αστικού κράτους, των παρακρατικών που αυτό εξαπέλυσε και των Βρετανών συμμάχων του, αν και απαραίτητη για την ανασυγκρότηση της αστικής εξουσίας, αδυνατούσε να ανατρέψει τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων που συνέχιζε να γέρνει υπέρ του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, παρά το γεγονός ότι μετά τον Δεκέμβρη και τη Βάρκιζα δεν ήταν το ίδιο ευνοϊκός με τον συσχετισμό που είχε διαμορφωθεί στο διάστημα της Απελευθέρωσης.

Κρίση στην οικονομία, αστάθεια στο αστικό πολιτικό σύστημα

«Ριζοσπάστης», 2 Οκτώβρη 1945. Πρωτοσέλιδο για το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ
«Ριζοσπάστης», 2 Οκτώβρη 1945. Πρωτοσέλιδο για το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ
Επιπλέον, βασικό στοιχείο των δυσκολιών της αστικής τάξης ήταν η βαθύτατη κρίση που σημάδευε την ελληνική καπιταλιστική οικονομία. Η δυσκολία σταθεροποίησης της αστικής εξουσίας και γρήγορης προώθησης της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης συνδεόταν και με τις συνεχιζόμενες άθλιες συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών μαζών.

Το Φλεβάρη του 1946, το εθνικό εισόδημα και η βιομηχανική παραγωγή αντιστοιχούσαν περίπου στο 1/3 των προπολεμικών. Η γεωργική παραγωγή ελάχιστα ξεπερνούσε αυτή των κατοχικών ετών, ενώ η παραγωγή δημητριακών αντιστοιχούσε στο 45% της προπολεμικής. Οι υποδομές και οι μεταφορές εμπορευμάτων και εργατικού δυναμικού ελάχιστα είχαν αποκατασταθεί.

Η εργατική απασχόληση στις βιομηχανίες της Αττικής βρισκόταν τον Ιούνη του 1945 στο 64% της προπολεμικής3, ενώ σύμφωνα με το 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ (Μάρτης 1946) η ανεργία ξεπερνούσε το 50% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.4 Την ίδια περίοδο, ο δείκτης των πραγματικών μισθών και ημερομισθίων βρισκόταν στο 65% του προπολεμικού5, ενώ από τα έξοδα διαβίωσης μιας οικογένειας το 42% ήταν φόροι κατανάλωσης.6 Τέλος, το 1945 το 2% του πληθυσμού της χώρας κατείχε το 29,5% του παραγόμενου πλούτου, τη στιγμή που το φτωχότερο 17% του πληθυσμού κατείχε μόλις το 1,2%.7

Ταυτόχρονα με τα προηγούμενα, ήταν μεγάλη η αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος (από το Γενάρη μέχρι το φθινόπωρο 1945 είχαν σχηματιστεί 6 κυβερνήσεις) και συνδυαζόταν με οξύτατες ενδοαστικές αντιθέσεις. Σε όλη τη διάρκεια του 1945 ήταν έντονη η ενδοαστική αντιπαράθεση σχετικά με το πότε θα γίνονταν και με ποιο εκλογικό σύστημα οι βουλευτικές εκλογές (πλειοψηφικό, απλή αναλογική ή άλλο), καθώς και αν θα γίνονταν πριν ή μετά το δημοψήφισμα για το πολίτευμα. Μια σχετική σταθερότητα επήλθε τους πρώτους μήνες του 1946 και μετά από σθεναρή παρέμβαση του βρετανικού παράγοντα.

Ισχυρός παράγοντας το ΚΚΕ με μεγάλη επιρροή στο κίνημα

Το προεδρείο των εργασιών του 8ου Πανεργατικού Συνεδρίου της ΓΣΕΕ, 1 Μάρτη 1946
Το προεδρείο των εργασιών του 8ου Πανεργατικού Συνεδρίου της ΓΣΕΕ, 1 Μάρτη 1946
Την ίδια περίοδο, η οργανωμένη δύναμη και η επιρροή του ΚΚΕ το καθιστούσαν ισχυρό πολιτικό παράγοντα. Τα κομματικά μέλη ανέρχονταν σε 45.000 και στην ύπαιθρο 250.000 κομματικά μέλη είχαν περάσει με πρωτοβουλία του ΚΚΕ στο Αγροτικό Κόμμα (ΑΚΕ)8. Ενδεικτικό στοιχείο της επιρροής του ΚΚΕ και του ΕΑΜ αποτελούσε και το γεγονός ότι ο «Ριζοσπάστης» και η «Ελεύθερη Ελλάδα» είχαν τη μεγαλύτερη κυκλοφορία. Το ίδιο συνέβαινε και με τις περισσότερες τοπικές ΕΑΜικές εφημερίδες. Αξιοσημείωτη ήταν η επιρροή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στη νεολαία. Χαρακτηριστικά, στο Α' Συνέδριο της ΕΠΟΝ (13-19 Γενάρη 1946) συμμετείχαν 354 αντιπρόσωποι9 απ' όλη την Ελλάδα, που, σύμφωνα με το Συνέδριο, εκπροσωπούσαν 450.000 μέλη.10

Ακόμα, στα τέλη του 1945 και στις αρχές του 1946:

«...στα εργατικά και υπαλληλικά συνδικάτα ο ΕΡΓΑΣ11συγκέντρωσε πάνω από το 90% των ψήφων. Ολες οι εργατικές και υπαλληλικές οικονομικές και πολιτικές απεργίες, όλες οι μαζικές εργατικές και υπαλληλικές κινητοποιήσεις οργανώνονταν και καθοδηγούνταν από τους κομμουνιστές. (...) Στους δημόσιους υπαλλήλους η επιρροή μας ήταν επίσης αποφασιστική. (...) Στους επαγγελματίες και βιοτέχνες κατακτούσαμε την μια οργάνωση ύστερα από την άλλη. (...) Στο χωριό, οι εκλογές που γινόντουσαν τότε στους αγροτικούς συνεταιρισμούς (...) έδειχναν ότι σαρώνουμε την Αντίδραση. (...) Στο ΣΕΓΑΣ, (...) είχαμε κατακτήσει την ηγεσία. (...) Διαθέταμε ακόμα τη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα, τις οργανώσεις των αγωνιστών του ΕΛΑΣ, το Σώμα των αξιωματικών του ΕΛΑΣ».12

Οργανωμένη παρουσία και στον στρατό

Στελέχη του ΚΚΕ σε Κομματική Σχολή στην Τρίπολη το 1946. Διακρίνονται ο Νίκος Μπελογιάννης και η Ρούλα Κουκούλου
Στελέχη του ΚΚΕ σε Κομματική Σχολή στην Τρίπολη το 1946. Διακρίνονται ο Νίκος Μπελογιάννης και η Ρούλα Κουκούλου
Τα προηγούμενα αποκτούσαν μεγαλύτερη σημασία, στο βαθμό που η γενικότερη υποχώρηση της Μ. Βρετανίας στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων καθιστούσε προβληματική την παραμονή των στρατευμάτων της στην Ελλάδα (αποδείχτηκε στη συνέχεια με την παράδοση των «σκήπτρων» στις ΗΠΑ). Παράλληλα, οι δυνάμεις καταστολής (και πρωταρχικά ο στρατός) ήταν ακόμα ευάλωτες, ιδιαίτερα έξω από την Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Στις γραμμές τους καταγραφόταν η ισχυρή οργανωμένη παρουσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο συνταγματάρχης του ΔΣΕ Αλέκος Παπαγεωργίου:

«Το κράτος προέβη σε επιστράτευση ορισμένων ηλικιών. (...) Τα μέλη του ΚΚΕ και οι οπαδοί, που κατετάγησαν στο στρατό, αποτελούσαν το 55-60% (...). Εφαρμόστηκε αμέσως το τριαδικό σύστημα. (...) Σε κάθε στρατιωτικό τμήμα, λόχο, τάγμα, σύνταγμα, ταξιαρχία, υπήρχε τριμελής επιτροπή, η οποία καθοδηγούσε όλη την οργάνωση. Είχαν καθοριστεί οι συγκεκριμένες αποστολές κάθε στρατιωτικής μονάδας. (...) Ο αεροπόρος Φώτης (Κ2) καθοδηγούσε τις δυνάμεις της αεροπορίας στα αεροδρόμια Αττικής. Ο υποφαινόμενος (Κ3) καθοδηγούσε 15 μονάδες από λόχο και πάνω και ανεξάρτητα τμήματα. Υπεύθυνος για τα αστυνομικά τμήματα της περιοχής Αθηνών ήταν ο Μοίραρχος Χωροφυλακής Γεώργιος Τσαούσης (...). Ηταν έτοιμα 15 αεροπλάνα βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά που μπορούσαν να πετάξουν οποιαδήποτε στιγμή (...) Τα τεθωρακισμένα είχαν στρατοπεδεύσει στην περιοχή του Μενιδίου Αττικής (...) και στο τμήμα αυτό είχαμε μεγάλη επιρροή στους στρατιώτες (40-50%)».13

Επιπλέον, είχε αρχίσει και απλωνόταν η ένοπλη αντίσταση μερικών χιλιάδων ΕΑΜιτών και ΕΛΑΣιτών καταδιωκόμενων, οργανωμένων στις Ομάδες Δημοκρατικών Ενοπλων Καταδιωκόμενων (ΟΔΕΚ), ενώ χιλιάδες ήταν εκείνοι που επιδίωκαν να εξοπλιστούν. Οι ανελέητες διώξεις και συνολικά η αιματηρή τρομοκρατία από τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι τις αρχές του 1946 δυνάμωναν και πλάταιναν την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος από τον ένοπλο αγώνα.

Η 12η Ολομέλεια της ΚΕ και το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ

Συνοψίζοντας, στις αρχές του 1946, αν και όχι στην ίδια ένταση με το 1944, συνέχιζαν να υπάρχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις επαναστατικής κατάστασης και οι δυνατότητες ένοπλης λαϊκής εξέγερσης, με τη συμμετοχή σημαντικών δυνάμεων και του στρατού στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο απαιτούσε τη διόρθωση της γραμμής του ΚΚΕ σε επαναστατική ιδεολογικοπολιτική κατεύθυνση.

Σε αυτό το καθήκον δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (25-27 Ιούνη 1945) και το 7ο Συνέδριό του (1-6 Οκτώβρη 1945), δηλαδή τα δύο κομματικά σώματα που στόχευαν να αντλήσουν ουσιώδη διδάγματα από τη δράση του ΚΚΕ στα χρόνια της Κατοχής και του Δεκέμβρη 1944. Τα δύο σώματα έκριναν ως βασικά σωστή τη στρατηγική που είχε ακολουθήσει το ΚΚΕ, καθώς και την υπογραφή των Συμφωνιών της Καζέρτας, του Λιβάνου και της Βάρκιζας.14Ετσι, αν και συνέβαλαν στην οργανωτική ανασυγκρότηση του Κόμματος, σε συνθήκες στρατιωτικής ήττας και αστικής τρομοκρατίας, δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν τη ρίζα των ηττών και των υποχωρήσεων στη στρατηγική του ΚΚΕ και, κατά συνέπεια, να τη διορθώσουν επαναστατικά.

Η προηγούμενη αδυναμία αποτυπώθηκε και στην απουσία ενιαίας αντίληψης αναφορικά με την αναγκαιότητα και τις δυνατότητες μιας νέας ένοπλης αναμέτρησης με την αστική εξουσία και τους συμμάχους της. Είναι χαρακτηριστική της έλλειψης ενιαίας αντίληψης η τοποθέτηση του Δ. Παρτσαλίδη, ο οποίος στην εισήγησή του «για το Πρόγραμμα του ΚΚΕ» στο 7ο Συνέδριο υποστήριξε τον ειρηνικό δρόμο, σε αντίθεση με τον Ν. Ζαχαριάδη, ο οποίος θεωρούσε απαραίτητη την προετοιμασία του λαού για όλες τις μορφές πάλης.15

Η επίδραση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος

Στις αποφάσεις του ΚΚΕ επιδρούσε και η στρατηγική που διαμόρφωσε εκείνη την περίοδο το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που παρέμειναν στο ιμπεριαλιστικό σύστημα (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Δανία, Ελλάδα, Ιταλία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία), τα ΚΚ συμμετείχαν σε κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας»16, ενώ σε μια σειρά Λαϊκές Δημοκρατίες τα ΚΚ συγχωνεύονταν με τα σοσιαλδημοκρατικά. Στο ίδιο πλαίσιο, το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα δεν ευνοούσε την όξυνση της κατάστασης στην Ελλάδα.

Ιστορικά δεν είναι με ακρίβεια διερευνημένο και εξακριβωμένο αν η καθυστέρηση στη γενίκευση του ένοπλου αγώνα οφειλόταν κυρίως σε δισταγμό του Κόμματος ή κυρίως σε δισταγμό των αδελφών ΚΚ, πρώτα απ' όλα του ΚΚ(μπ). Σημειώνουμε, ωστόσο, ότι μια σειρά στοιχεία δείχνουν ότι από το Κόμμα υπήρχαν ένας προσανατολισμός και ορισμένη προετοιμασία για γενική λαϊκή εξέγερση, όπως αποδεικνύουν και οι δύο εκθέσεις του αντιστράτηγου του ΔΣΕ Γιώργη Κικίτσα (Σαράντη Πρωτόπαπα), που βρίσκονται στο Αρχείο του ΚΚΕ και δημοσιεύονται στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1949.

Στην πρώτη έκθεση του Γιώργη Κικίτσα αναφέρεται χαρακτηριστικά:

«Αρχές 1946 με προοπτική μιας γενικής ξαφνικής Λαϊκής εξέγερσης είχε εκπονηθεί για την περιοχή Μακεδονίας Θράκης σχέδιο ενέργειας. Το σχέδιο αυτό με την επωνυμία "Χάλυψ Ι, Χάλυψ ΙΙ", καθόριζε τις διάφορες υποχρεώσεις για μια τέτοια περίπτωση στην περιοχή της Μακεδονίας - Θράκης.

Δυνατότητες για την επικράτηση μιας τέτοιας εξέγερσης τότε, υπήρχαν πολλές για να κυριαρχήσουμε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας μας. Μια τέτοια γενική ξαφνική εξέγερση θα εύρισκε από την πρώτη στιγμή το δημοκρατικό Λαό πρόθυμο να παλαίψει για τη λευτεριά του και θα βοηθούσε ολόψυχα την εξέγερση».17

Νύξη για συσκέψεις στρατιωτικών σε Αθήνα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη το Μάρτη του 1946 έκανε αργότερα και ο Θ. Μακρίδης, χωρίς να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες18.

Ακόμα, στη δεύτερη έκθεση Κικίτσα επισημαινόταν:

«Τελικά αυτή η απόφαση για γενική ξαφνική εξέγερση και όλη η προετοιμασία που έγινε σταμάτησε.

Για ποιό λόγο σταμάτησε;

Η εξήγηση που δόθηκε τότε ήταν ότι τραβούσαμε για μια ομαλή δημοκρατική λύση. Θα παίρναμε μέρος στις εκλογές».19

Ενδεικτικό είναι επίσης το γεγονός ότι την ίδια περίοδο, δηλαδή στις αρχές του 1946, το ΚΚ(μπ.) δεν ευνοούσε την προοπτική της ένοπλης λαϊκής εξέγερσης. Στις 5 Φλεβάρη 1946, ο Ντιμιτρόφ απέστειλε με ραδιογράφημα στον Μολότοφ έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ, όπου αναφερόταν:

«...ανοίγονται δύο δρόμοι μπροστά στο λαϊκό - δημοκρατικό κίνημα και το Κόμμα: 1) Οργάνωση παλλαϊκής αντίστασης στην αντίδραση, μετεξελισσόμενης σε ΕΝΟΠΛΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ. Στην περίπτωση αυτή το λαϊκό κίνημα μπορεί την άνοιξη να συγκεντρώσει περίπου 40.000 ένοπλους αντάρτες (...) 2. Συνέχιση και ενίσχυση του ΜΑΖΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ σε συνδυασμό με τη μαζική ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ. (...) Σύμφωνα με τη δήλωση του Γενικού Γραμματέα [Νίκου Ζαχαριάδη], το Κόμμα θα ακολουθήσει το δρόμο της σκληρής αντίστασης στην αντίδραση. Ωστόσο, για την οριστική λύση του ζητήματος είναι απαραίτητο να γνωρίζει την προοπτική της διεθνούς εξέλιξης και της δυνατότητας ουσιαστικής βοήθειας από την πλευρά της Σοβιετικής Ενωσης και των άλλων δημοκρατικών κρατών».20

Στις 8 Φλεβάρη 1946, ο Μολότοφ διαμήνυσε στον Ντιμιτρόφ:

«Μεταδώστε όσο το δυνατόν πιο σύντομα στους Ελληνες, ότι εμείς θα τους συμβουλεύαμε να μην ακολουθήσουν το δρόμο που οδηγεί στην ένοπλη εξέγερση, αλλά να επιδιώξουν την ανάπτυξη ενός μαζικού αγώνα υπέρ της δημοκρατίας σε συνδυασμό με μαζική αυτοάμυνα, όπως ήδη αναφέρατε στο τηλεγράφημά σας».21

Λαμβάνοντας υπόψη τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων είναι εξηγήσιμη η αδυναμία της ΕΣΣΔ να εγγυηθεί τη στρατιωτική στήριξη του ένοπλου αγώνα στην Ελλάδα, με δεδομένη και τη βρετανική στρατιωτική παρουσία. Ωστόσο, αυτό δεν δικαιώνει και τις υποδείξεις του ΚΚ(Μπ.), που τάχθηκε υπέρ της συμμετοχής στις εκλογές το Μάρτη του 1946, ενώ περιόριζε την ένοπλη πάλη στο επίπεδο της αυτοάμυνας.

Και μπορεί το ΚΚΕ και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του ΕΑΜ να αποφάσισαν την αποχή από τις εκλογές, αλλά η ταλάντευση της κομματικής ηγεσίας αναφορικά με τον ένοπλο αγώνα εκφράστηκε και στις Αποφάσεις της 2ης Ολομέλειας (Φλεβάρης 1946), που τον αντιμετώπιζαν ως μέσο πίεσης για δημοκρατικές εξελίξεις. Οπως σημείωσε αργότερα ο Ν. Ζαχαριάδης:

«...εκδηλώθηκαν οι εξής απόψεις: από τη μια μεριά έλεγαν, να πάμε μόνο ειρηνικά, η άλλη άποψη των στρατιωτικών ήταν να πάμε μόνο με τα όπλα. Και η Ολομέλεια αποφάσισε παραπέρα ανάπτυξη (...) προοδευτική ανάπτυξη του κινήματος, με ενίσχυση των ομάδων των καταδιωκόμενων για το προοδευτικό πέρασμα στον παρτιζάνικο αγώνα, στην ένοπλη αντίσταση».22

Ελλειψη ξεκάθαρης στρατηγικής επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας

Η 2η Ολομέλεια της ΚΕ συνήλθε σε μια φάση της ταξικής πάλης που το ένοπλο λαϊκό κίνημα είχε σημαντικές δυνατότητες για να νικήσει, εφόσον βεβαίως υλοποιούνταν μια σειρά προϋποθέσεις από την πλευρά του ΚΚΕ. Μια απόφαση της 2ης Ολομέλειας που θα σηματοδοτούσε έναν γενικό ξεσηκωμό, θα ωρίμαζε περισσότερο τον υποκειμενικό παράγοντα, τόσο σε επίπεδο μαζών όσο και σε επίπεδο κομματικής καθοδήγησης.

Η 2η Ολομέλεια δεν πήρε τέτοια απόφαση, παρά τον συμβολισμό που της προσέδιδε το γεγονός ότι συνήλθε την ίδια ημερομηνία που είχε υπογραφεί, πριν ένα χρόνο, η Συμφωνία της Βάρκιζας. Αντίθετα, η 2η Ολομέλεια συγκέντρωσε την κύρια προσπάθεια «στην εξασφάλιση μιας ειρηνικής εσωτερικής εξέλιξης».

Με βάση τα προηγούμενα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο καθοδηγητικός πυρήνας του ΚΚΕ προσανατολιζόταν σε δυναμική αναμέτρηση με τον ταξικό αντίπαλο, δίχως όμως να έχει ξεκάθαρη στρατηγική επαναστατικής κατάκτησης της εργατικής εξουσίας, ενώ εξαρτούσε την υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου από τη σύμφωνη θέση και από την πολεμική βοήθεια του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, με άμεσο αποτέλεσμα την καθυστέρηση της γενίκευσης του ένοπλου αγώνα. Οπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, χωρίς αυτό να μειώνει σε τίποτα την ηρωική δράση του ΔΣΕ, η συγκεκριμένη καθυστέρηση αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα για την αρνητική έκβαση του αγώνα του ΔΣΕ.

Η επεξεργασία επαναστατικής στρατηγικής από το ΚΚΕ θα οδηγούσε στο ξεκαθάρισμα από την αρχή του χαρακτήρα της ένοπλης πάλης ως πάλης για την εργατική εξουσία, θα επέτρεπε την επεξεργασία συνθημάτων και στόχων που θα βοηθούσαν σε μεγαλύτερη εργατική και λαϊκή συσπείρωση, θα οδηγούσε στον καθορισμό των μεγάλων πόλεων ως επίκεντρου του αγώνα (Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης κ.ά.), θα συνέβαλλε στη μεγαλύτερη μαζικότητα και αποφασιστικότητά του, στην εργατική του σύνθεση.

Η επιλογή του ένοπλου αγώνα, έστω και με καθυστέρηση, ήταν επιβεβλημένη. Μπροστά στο λαό έμπαινε το δίλημμα «υποταγή ή οργάνωση της πάλης και αντεπίθεση». Προς τιμήν του το λαϊκό κίνημα επέλεξε τον δεύτερο δρόμο.

Βρίσκονται εκτός πραγματικότητας ή ενεργούν εκ του πονηρού αυτοί που επικρίνουν το ΚΚΕ για την αποχή από τις εκλογές του 1946. Με τη συμμετοχή του θα νομιμοποιούσε το καθεστώς της αιματηρής τρομοκρατίας, που θα συνεχιζόταν και αν το ΚΚΕ συμμετείχε. Γιατί το θέμα που επιδίωκε να επιλύσει σε όφελός της η αστική τάξη ήταν η ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων.

Ακριβώς γι' αυτό ο ένοπλος αγώνας 1946 - 1949 δεν ήταν αποτέλεσμα τυχοδιωκτικών επιλογών της ηγεσίας του ΚΚΕ, όπως ισχυρίζονται οπορτουνιστές και σειρά αστικών δυνάμεων. Είναι απόδειξη ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν χωράνε στα ιδεολογήματα της λεγόμενης «εθνικής ομοψυχίας» και της κατάργησης των ταξικών διαχωριστικών γραμμών.

Η επιλογή του ένοπλου αγώνα ήταν σωστή και γιατί η συνέχιση μιας πολιτικής υποχωρήσεων θα επιδρούσε βραχυχρόνια και πολύ περισσότερο μακροχρόνια αρνητικά στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, όσο και επειδή, όπως αποδείχτηκε και από την Ιστορία του 20ού αιώνα, ο δρόμος της ανατροπής της αστικής εξουσίας σε όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες ήταν ο μόνος που θα συνέβαλλε και στην αλλαγή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, επομένως και στην υπεράσπιση της ΕΣΣΔ και των Λαϊκών Δημοκρατιών.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. «Οι πραγματικές αιτίες του ελληνικού δράματος», εκδ. Τμήμα Διαφωτίσεως της ΚΕ του ΕΑΜ, Αθήνα, 1947, σελ. 8-9 (Περιέχεται το Υπόμνημα του Πολιτικού Συνασπισμού του ΕΑΜ στην Επιτροπή Ερεύνης του ΟΗΕ).

2. «Ριζοσπάστης», 24-1-1946.

3. Συλλογικό, «Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978», εκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1978, σελ. 238-241.

4. Μιχάλης Κ. Λυμπεράτος, «Στα πρόθυρα του Εμφύλιου Πολέμου», εκδ. «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 2006, σελ. 213-214.

5. Συλλογικό, «Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978», έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1978, σελ. 260.

6. Μιχάλης Κ. Λυμπεράτος, «Στα πρόθυρα του Εμφύλιου Πολέμου», εκδ. «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 2006, σελ. 203.

7. Βασίλειος Γ. Μανουσάκης, «Οικονομία και πολιτική στην Ελλάδα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου», Διδακτορική Διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2014, σελ. 941.

8. Αρχείο ΚΚΕ - Εγγραφο 542286, Εκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ στο ΚΚΣΕ με τίτλο «Η κατάσταση στην Ελλάδα και τα επείγοντα προβλήματα του κινήματός μας», 12-9-1946.

9. «Ριζοσπάστης», 13-1-2002.

10. «Νέα Γενιά», 16-31 Γενάρη 1946, σελ. 11.

11. Συνδικαλιστική παράταξη που στήριζε το ΕΑΜ.

12. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, «Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2010, σελ. 608-609.

13. Αλέκος Παπαγεωργίου, «Εμπειρίες ένοπλων αγώνων», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2001, σελ. 369 - 370 - 371.

14. «Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ», τχ. Β', εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1945, σελ. 23-25 και «Απόφαση της 12ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Εισήγηση και τελικός λόγος του Νίκου Ζαχαριάδη», εκδ. «Ο Ρήγας», Αθήνα, 1945, σελ. 19.

15. «Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ», τχ. Ε', εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1945, σελ. 16-18.

16. Ιωάννα Παπαθανασίου, «Οι κομμουνιστές και οι πρώτες εκλογές στη Μεταπολεμική Ευρώπη: Μια ενιαία αντίληψη;» στο Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης» (Γρηγόριος Ψαλλίδας: Επιμ.), «Οι εκλογές του 1946 σταθμός στην πολιτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας», εκδ. «Πατάκη», Αθήνα 2008, σελ. 97.

17. Αρχείο του ΚΚΕ - Εγγραφο 503943, Εκθεση Γιώργη Κικίτσα «Για τη δεύτερη Εθνική μας Αντίσταση», περίοδος 1946-1947.

18. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, «Η 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2010, σελ. 243-244 και ΚΕ του ΚΚΕ, «Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2011, σελ. 320.

19. Αρχείο του ΚΚΕ - Εγγραφο 503697, Εκθεση Γιώργη Κικίτσα, 3-5-1956.

20. CDA - CPA, F 1, Op. 7, Ath. Ed., όπως παρατίθεται στο Βασίλης Κόντης - Σπυρίδων Σφέτας (Επιμ.), «Εμφύλιος Πόλεμος. Εγγραφα από τα Γιουγκοσλαβικά και τα Βουλγαρικά Αρχεία», εκδ. «Παρατηρητής». Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 174-175.

21. MAE, Archives Diplomatiques, Serie Z, Carton 68, Dossier 1, τ. 27, σελ. 21, όπως παρατίθεται στο Ιορντάν Μπάεφ, «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 1997, σελ. 101 - 102.

22. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, «Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Πρακτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 233-234.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org