Κυριακή 4 Νοέμβρη 2007
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
Του Δημήτρη ΚΗΠΟΥΡΟΥ

Γεννήθηκε στην Τσαριτσάνη Ελασσόνας. Εμαθε να διαβάζει και να γράφει στο πανεπιστήμιο της ζωής και του αγώνα. Από παιδί είχε πολλά όνειρα. Προστάτη κανέναν. Μπήκε στη σκληρή βιοπάλη και μαζί στο κυνήγι της γνώσης. Ο,τι ξεκινούσε να κάνει, του το σκότωνε η απανθρωπιά του κοινωνικού συστήματος. Εντάχτηκε στο επαναστατικό κίνημα. Αρχισε να γράφει. Πρωτοδημοσίευσε προπολεμικά διηγήματα και ποιήματα στα «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δ. Φωτιάδη. Ο,τι έγραψε κατοπινά και ως τα σήμερα, καλύπτοντας τα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και την πολιτική προσφυγιά, ασκώντας μαζί και το λειτούργημα του δημοσιογράφου, είχαν το χρώμα της ιδεολογίας του, ακουμπούσαν στο Κόκκινο Λάβαρο. Συνοπτικά, έγραψε διηγήματα, ποιήματα, χρονικά του αγώνα, βιβλιοκρισίες, μυθιστορήματα, σκετς, μεταφράσεις από τα γερμανικά.

Γυρισμός

Γρηγοριάδης Κώστας

Ο Φρίξος άνοιξε για μια ακόμα φορά το παράθυρο και κοίταξε στο μακρινό πέλαγος. Ξημέρωνε. Ημερος ακουγόταν τώρα ο απόηχος των κυμάτων. Δαρμένα απ' τον άγριο χιονιά και τους βοριάδες, μουσκεμένα απ' την άσωτη νεροποντή, αδρά μέσα στο θαμπογάλαζο διαγράφονταν τα ξάρτια των καραβιών, οι ολόγυμνες κορυφές του Λευκού Βουνού. Πάνω απ' την αργυρή επιφάνεια, οι γλάροι πλατάγιζαν τα φτερά τους. Γαλήνευε. Στους ήρεμους πόντους, η θύελλα χανόταν κυνηγημένη.

Αφησε να ξεπηδήσει απ' το στήθος του ένας βαθύς στεναγμός.

Τώρα δεν έχει τίποτε άλλο πια να περιμένει. Ολα είναι έτοιμα. Ολα τον προστάζουν. Το ρολόι του τοίχου σήμανε ξεκίνημα. Κάποιος του φάνηκε πως χτύπησε την πόρτα. Ενα καράβι σφύριξε στην άκρη του λιμανιού κι η ιαχή του απλώθηκε ολούθε. Και καθώς όλο κι ανέβαινε στον ουρανό κύμα το κύμα της πρωτοξύπνητης πόλης η πολυθόρυβη βουή, πέταξε κι αυτός μ' ορμή στον ώμο το δισάκι του, έριξε μια τελευταία ματιά στα μέρη όπου εγλύκαναν την πίκρα της ξενιτιάς του και πήρε, δακρύζοντας, το δρόμο του γυρισμού. Ε, πια, αυτή η στιγμή. Τόσο που να τη λαχταράει, να την προσμένει κι αυτή να χάνεται στους κύκλους των καιρών. «Και ακαρτέρει και ακαρτέρει...». Ασωτα χρόνια διωγμένος σε ξένη γη. Πώς να το πίνει, σταλιά τη σταλιά, αυτό το φαρμάκι;

Καθώς το καράβι διασχίζει ανέμελο το μάκρος του πελάγους κι η ταινία με τις καμινάδες, τους γκριζοπράσινους κάμπους και τα ξανθά πρόσωπα περνάει και χάνεται, στη μνήμη του Φρίξου προβάλλει η όψη της πατρίδας του όπως τη γνώρισε στις μπόρες, στις αυγές και τα ηλιογέρματα.

ΕΛΛΑΔΑ!

Πόσο βραχνό είναι ακόμα το στήθος σου, ακριβή μας!

Η τελευταία του ανάμνηση ήταν η πόλη - κόρη της αρχαίας Ιωλκού, απ' όπου ξεκίνησαν, για το μακρινό ταξίδι τους στην Κολχίδα, οι θρυλικοί Αργοναύτες. Λευκή νυφούλα, στον κόρφο της πιο πανέμορφης βουνοσειράς, να βάφεται, κάθε αυγή, απ' το ρόδινο ηλιόφως, κάθε που βράδιαζε να τυλίγεται στου φεγγαριού τα μάγια. Ζεστή, μ' ορθάνοιχτη αγκαλιά, πασίχαρη κι ερωτιάρα, στάλαγμα των πόθων, των χρωμάτων και της αρμονίας.

Πώς να 'ναι τώρα;

Πώς να 'ναι τώρα οι απλόχωροι δρόμοι της, τα ειρηνικά της σπιτάκια, οι γυμνοί λόφοι της κι οι λόφοι με τις ελιές, τα λεμονόδασα, οι πορτοκαλώνες, τ' αμμουδερά περιγιάλια της;

Μορφές αγαπημένων ζωντανεύουν στη μνήμη του. Πρόσωπα λιοκαμένα, μελαψά, σκαλισμένα απ' το νυχτοήμερο μόχτο κι ωστόσο απίστευτα καλοσυνάτα, γελαστά. Κορίτσια με μπλε κορδέλες στα μαλλιά και νέοι φουρτουνοτάξιδοι - η ζωντανή μαρτυρία κι η ροή του τόπου του.

Θυμάται τώρα πολύ έντονα, όταν πρωτόρθε στην πόλη ετούτη. Μάτωνε, εκείνον τον καιρό και σπάραζε το κορμί του κόσμου. Ο Τυφώνας, ο Μινώταυρος, ο φασισμός το τέρας, σκέπαζε με τις μακάβριες φτερούγες του τον ουρανό, από τα μάτια του ξεπήδαγαν οι πυρκαγιές του μίσους, άλεθε, με τις σιδερένιες μασέλες του, το ψωμί, τα βρέφη, τη λεβεντιά, των λεύτερων ανθρώπων τα γλυκόνειρα.

Φερμένος εδώ ο Φρίξος απ' άλλους τόπους, τραχιούς και άγριους, έμεινε εκστατικός μπροστά στην ήμερη ομορφιά του θαλασσινού τοπίου, στην ευγένεια της παραλιακής μεγαλούπολης, στην αιώνια μουσική των κυμάτων. Μπήκε έκθαμπος σε τούτο το πανόραμα που το σκέπαζε, αλίμονο, η νύχτα των βάρβαρων σκοτωμών.

Εδώ πήραν να μεστώνουν οι σκέψεις του - και το κορμί του. Εδώ του πλάταιναν οι ορίζοντες, άντρεψε και ρίχτηκε ξεστήθωτος στο σκληρό πάλεμα με τον οχτρό. Εδώ γνώρισε νέους που γίνανε γκαρδιακοί φίλοι του, ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα στους γλυκούς φθόγγους των κοριτσιών, το ρίγος και την αίσθηση π' αφήνει η θερμή χειραψία.

Μετράει το χρόνο καθώς αναπολεί. Τόσο λίγο, λοιπόν, έμεινε εδώ; Κι όμως, αυτό 'ναι το πιο μεγάλο κομμάτι της ζωής του. Κάθε μέρα, κάθε λεπτό, πες, ζούσε στην πόλη ετούτη και κάτι καινούργιο και κάτι πολύ δυνατό.

Θα πάει να ξαναδεί, να προσκυνήσει όλα ετούτα τα ιερά μέρη. Θα πάει να σκύψει ευλαβικά στους τόπους όπου εχύθηκε το αίμα των συντρόφων του - ποταμός. Στα κάτεργα όπου βασανίστηκαν. Θ' αναζητήσει τους ζωντανούς φίλους του, όπου μαζί τους, ενώ λυσσομανούσε ο φασισμός, αυτοί, αντιπαλεύοντας μ' ανδρεία τους μύριους θανάτους, σφυρηλατούσαν με πάθος τη νέα ζωή π' ανάτελνε. Θα πάει κι εδώ θα πάει κι εκεί, θα πάει παντού να ξαναζήσει...

Και τι να 'χει απομείνει, ωστόσο, απ' τη φθορά των χρόνων που κύλησαν, πόσο να 'χουν όλα αλλάξει;

Αυτά ξανάφερνε στη μνήμη του. Τα ζωντανά τους ίχνη ζητούσε να ξαναβρεί καθώς το καράβι διέσχιζε σαν άσπρο πουλί το πέλαγος. Και περνούσαν οι ώρες και σπάζαν στην κουπαστή τα κύματα όταν ήρθε να κόψει τη συλλοή του η χαρμόσυνη είδηση: «Σε λίγο αράζουμε».

Πήρε ν' ανεβαίνει διπλά - τριπλά τα σκαλοπάτια για το κατάστρωμα.

Πού είσαι πια, αγαπημένη στεριά;

Επαιρνε να βραδιάζει. Στον ορίζοντα, καμιά λάμψη, κανένα γνώριμο σχήμα. Μια ανεξήγητη γκριζόμαυρη άχνα κρεμόταν περίλυπα απ' τον ουρανό. Κι έτσι όπως ήταν, χωρίς να χολιάσει, χωρίς να βάλει άλλο με το νου, σήκωσε το χέρι του κι έστειλε τον πρώτο του γυρισμού του χαιρετισμό, το πρώτο του δακρυσμένο χαμόγελο.

Ηταν γέννημα του τόπου ετούτου κι έμεινε τέκνο του κι ας έζησε χρόνια στην ξενιτιά κι ας τον τραγούδησαν παραπλανητικά οι Σειρήνες. Ενας Οδυσσέας που γυρίζει στην Ιθάκη του - στη φτωχή του Ιθάκη.

Κατέβηκε στην καμπίνα του να ετοιμαστεί. Πρέπει να πατήσει ίσιος και καθαρός το άγιο χώμα, έτσι όπως το τίμησε στην ξενιτιά. Πλύθηκε και στολίστηκε. Φόρεσε το καλό του το κοστούμι. Καρφίτσωσε στο πέτο και κείνο το διάσημο των «Φίλων στις θύελλες» και πήγε μετά να χτενίσει τα μαλλιά του.

Αλήθεια, γιατί να μη γράψει πως θα 'ρθει; Θα 'τανε τόσο μεγάλη η στιγμή της αντάμωσης, εδώ στο λιόλουστο λιμανάκι. Δεν το 'θελε. Δεν ήξερε τι είχε ακολουθήσει σαν εσίγησαν στα φαράγγια οι κλαγγές. Είχε πάθει και τούτο: Ψάχνοντας για φίλους, για δικούς, έγραφε απ' την εξορία του σε ξένους τόπους γράμματα ασταμάτητα σ' ένα στενό, συγγενικό του πρόσωπο. Καμιά απόκριση. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Κάποτε πήρε ένα σύντομο μήνυμα απ' άλλο του συγγενή. «Μη γράφεις άλλο στην Αρετή», του 'λεγε, «τι 'ναι από καιρό στις φυλακές πεθαμένη».

Δεν έγραψε σ' άλλον. Πού να 'ξερε ποιος ν' απόμεινε στη ζωή; Αλλά τώρα, αισιοδοξούσε. «Θα δεις», μονολογούσε, «πως θα 'ναι πολλοί συναγμένοι να με καρτερούν. Ετσι δεν έρχονται πάντα τα ευτυχισμένα αναπάντεχα;».

Αρχισαν να κατεβαίνουν οι ταξιδιώτες. Μπήκε στη σειρά να κατέβει κι αυτός. Φωνές, φώτα χρωματιστά, σφιχταγκαλιάσματα ονειρευόταν. Πάτησε το πόδι του στην αποβάθρα. Αλλά, τι 'ναι τούτο; Ενα πυκνό σκοτάδι, μαύρο σαν κόλαση εσκέπαζε τα πάντα. Φως, αχτίδα, λάμψη - πουθενά. Μονάχα που μπορούσε να διακρίνει ότι μπρος του ορθωνόταν κάτι τρομαχτικοί, αξεδιάλυτοι όγκοι. Ενας άνθρωπος πέρασε από πλάι του και χάθηκε σαν τη νυχτερίδα στα βορινά. Ενας άλλος έσκυψε να τόνε δει και φάνηκε η ασκητική μορφή του. «Αχαχούχα...», ρέκαξε και χάθηκε κι αυτός στα βορινά.

Τότε φύσηξε αγέρας απ' το μέρος που πήγαιναν οι άνθρωποι κι έφερε μιαν ανάκατη οχλοβοή. Κάτι σαν θρήνος, σαν χαλασμός. Θα 'πρεπε να 'ναι πολλές ψυχές εκεί μαζεμένες, διωγμένες από κάποιο κακό που πονούσαν και στέναζαν.

Απλωσε το χέρι του στα σκοτεινά, σταμάτησε έναν κυνηγημένο:

-- Πες μου, να χαρείς, τι έγινε δω;

Εκείνος, άναψε.

-- Είσαι, μήπως, απ' τ' άστρα πεσμένος; Οφειλες να το ξέρεις. Και τα έμβρυα στις κοιλιές των μανάδων τους το 'χουν ακουστά.

Δυο βήματα παραπέρα μετάνιωσε για τον τρόπο του. Γύρισε αλλάζοντας τόνο:

-- Θα τα 'ξερες τα παθήματά μας στην κατοχή! Ηρθαν ύστερα άλλα ματώματα - μην τα ρωτάς. Αδερφός, οχτρός σ' αδέρφι. Ποιοι κακοί δαίμονες έσπειραν τ' αλληλοσκότωμα; Το κατόπι, μας ήρθε το άλλο το χτύπημα. Σα να οργίστη το κομμάτι τούτο της γης που κατοικούμε. Ξέρασε λάβα από τα σπλάχνα του, τρανταλίστηκαν πέρα-δώθε τα βουνά, κατρακύλησαν βράχοι, γίναν συντρίμμια τα σπίτια μας. Τώρα οι πιο πολλοί κάτοικοι φύγαν, οι άλλοι κουρνιάσαν στ' αποκαΐδια...

Πήρε ν' αναζητάει το δρόμο του γνωστού του σπιτιού. Παιδεύτηκε κάμποσο στα ερείπια. Χάθηκε νατί να βρει διέξοδο. Τότε τον λυπήθηκε ένας, τον πήρε απ' το χέρι και τον σταμάτησε σ' ένα μισογκρεμισμένο πορτί.

-- Να, εδώ 'ναι το νούμερο που ζητάς, του 'πε και χάθηκε.

Στάθηκε κάμποσο αμφίβολος. «Αυτό να 'ναι;».

Αποφάσισε και χτύπησε. Τακ-τακ-τακ. Χτύπησε απαλά να μην ταράξει το πένθος της νύχτας. Αφουγκράστηκε. Καμιά απόκριση. Ξαναχτύπησε δυνατότερα. Και τότε, ω, ένα ρίγος που τον έλουσε, άκουσε περπατήματα στην αυλή. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Ποιος θα 'ναι; Θα τον αναγνωρίσει μέσα στη νύχτα;

Το μισογκρεμισμένο πορτί άνοιξε με τρανταγμούς κι ομπρός του πρόβαλε κάτι σαν φάντασμα. Ηταν μια βασανισμένη γερόντισσα. Πρόσωπο άσαρκο, σκαμμένο απ' τις ρυτίδες, με τα μεγάλα μάτια της χωμένα βαθιά στις κόγχες. Στο 'να χέρι κρατούσε ένα λαδοφάναρο, με τ' άλλο στηριζόταν σ' ένα ραβδί.

Ο Φρίξος πήγε κάτι να πει - «συγνώμη, άλλοι μένουνε τώρα εδώ» και κίνησε να φύγει. Μα τον σταμάτησε το βλέμμα της γριάς. Ανέβασε το λαδοφάναρο πλάι στο πρόσωπό του και πήρε να τον εξετάζει, να τον μελετάει.

-- Πέρνα μέσα, του 'πε ξάφνου με μια σκληρή, βραχνή φωνή, σα να 'ταν ένοχος.

Μπροστά, παραμερίζοντας το σκοτάδι, η γερόντισσα, πίσω ο Φρίξος. Πέρασαν την αυλή, μπήκαν στο ισόγειο. Τ' απάνω δωμάτια φαίνονταν γκρεμισμένα. Η γερόντισσα απίθωσε το λαδοφάναρο σ' ένα κομό. Η φλογίτσα του σκόρπισε γύρω ένα ήμερο, γλυκό φως. Μέσα δεν ήταν άλλος κανένας. Καμία φωνή. Τίποτα το γνώριμο. Σεντούκια μόνο και έπιπλα στοιβαγμένα στις άκρες.

Η γερόντισσα πήρε απέναντί του θέση ανακριτή. Ξέχειλη ήταν από τα πάθια της. Μα δεν μπόρεσε τίποτα να ρωτήσει, να ψέξει. Ο λογισμός της χάθηκε ξανά στα περασμένα και πώς να ξεδώσει, Θε μου...

Οταν συνήλθε, κάρφωσε τα μάτια της απάνω του, βαριά, ασάλευτα κι απόμεινε να τον ξεσκίζει...

-- Οι Καβαλάρηδες... Πρόφερε με σαρκασμό κουνώντας το κεφάλι της. Και πού τ' αφήκατε τ' άσπρα σας τ' αλόγατα;

Τότε ο Φρίξος τρόμαξε, κάτι αναγνώρισε στα λόγια της κι έβγαλε ακράτητη φωνή.

***

Την είδε που έγειρε μπρος το κεφάλι της σαν λαβωμένο πουλί. Τα χείλη της τρέμαν, καυτά δάκρυα αυλάκωναν τ' άσαρκο πρόσωπό της. Επεσε ευλαβικά στα πόδια της, πήρε να της φιλεί τα χέρια, της έλεγε λόγια να της απαλύνει τις πληγές.

Μα η καρδιά της γερόντισσας ήταν πολύ πετρωμένη. Τον άφησε και βγήκε στο δρόμο.

Γύρισε σε λίγο. Του τοίμασε δείπνο. Του 'δειξε το μέρος που Θα κοιμηθεί. Υστερα, κουβαριάστηκε κι αυτή στην κόχη.

Μεσάνυχτα, ο Φρίξος άπλωσε το χέρι του κι έκλεισε στα δάχτυλα τη φλογίτσα του φαναριού.

-- Καληνύχτα, μητέρα, της είπε, θυμίζοντας πώς την εφώναζαν τους δύσκολους εκείνους καιρούς.

Μα η γερόντισσα, ταξίδευε ξανά στα πέλαγα, η έρμη...

Ξύπνησε απ' έναν αλλόκοτο θόρυβο. Κυλίσματα κάρων στους δρόμους, φωνές απελπισμένων, γαβγίσματα σκυλιών. Ντύθηκε βιαστικά και βγήκε. Ω, αυτή 'ναι η πόλη, η αγαπημένη των ανθρώπων και των θεών; Νάτος, αντίκρυ, ο Λόφος της Αυγής κι η μυθική βουνοσειρά με τ' αετοχώρια ν' ανεβαίνουν τ' αψηλού. Νάτος ο Ηλιος ο αυτοκράτορας, πιο ολόλαμπρος από πρώτα. Ο ουρανός και τώρα καταγάλανος, η θάλασσα γαλήνια. Μα τα σπίτια; Ποια θεομηνία τα σάρωσε; Ποιανού δράκου χέρι έκανε θρήνο το τραγούδι των κατοίκων τους, τα όνειρα και τις ελπίδες για τη νέα ζωή που λαχταρούσαν; Ολα μπρος στα μάτια του και μέσα του κείτονταν πληγωμένα. Οι άνθρωποι που περνούν και χάνονται στα βορινά, έχουνε πολύ τρόμο και θυμό στα πρόσωπα. Τίποτα που να θυμίζει τον κόσμο τον τοτινό, τη βάρδια τη δική του. Τι να 'χουνε γίνει οι φίλοι του, οι συναγωνιστές του που κάλπαζαν με τα χρυσόφτερα αλόγα στις μπόρες και στ' άπειρα, υφαίνοντας τα μεγάλα οράματά τους; Χάθηκαν όλα; Σε ποια πόρτα-συντρίμμι να χτυπήσει;

Γύρισε στο μισογκρεμισμένο σπίτι συλλογισμένος. Ακουγε να τον καλούν από παντού γνώριμες φωνές. Κατέβηκε σιωπηλός στο υπόγειο. Αρχισε να σκάβει μ' αγωνία το χώμα. Εκεί, κοντά σ' ένα μέτρο βάθος, το χέρι του έπιασε το γνώριμο πήλινο δοχείο. Τ' ανέσυρε απάνω. Καθώς τ' άνοιξε, ξεχύθηκε γύρω μια δύσοσμη βόχα. Αδειασε με ιερή προσήλωση το περιεχόμενο. Ενα πλήθος από παράνομες εφημερίδες, προκηρύξεις, σύντομα γράμματα, κάτι φωτογραφίες, ένα ημερολόγιο πλημμύρισαν το χώρο. Τα καθάρισε απ' τη μούχλα. Τα 'βαλε με τη σειρά. Μετά πήρε να τα μελετά.

-- Απ' εδώ, ψιθύρισε, πρέπει να το ξαναπάρουμε της ζωής το νήμα...


Δημήτρης ΚΗΠΟΥΡΟΣ




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org