Παρασκευή 12 Φλεβάρη 2016
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ
Αντιπερισπασμός

Η στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ απέναντι στους εργαζόμενους, τους φτωχούς αγρότες, στα λαϊκά στρώματα είναι ύπουλη, επικίνδυνη και προκλητική. Προκειμένου να υλοποιήσει την αντιλαϊκή πολιτική και να ικανοποιήσει τα συμφέροντα μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει όλες τις τεχνικές εξαπάτησης του λαού. Εσχάτως, λοιπόν, η κυβέρνηση έφερε ξανά στη Βουλή το περιβόητο «παράλληλο πρόγραμμα» που - όπως ισχυρίζονται - «θα ανακουφίσει ευάλωτες κοινωνικές ομάδες».

Πόσο θράσος, αλήθεια, χρειάζεται για να ισχυρίζεσαι ότι «ανακουφίζεις» το λαό, την ίδια στιγμή που τον τσακίζεις, μέσω του Ασφαλιστικού, αλλά και όλου του πλέγματος των αντιλαϊκών μέτρων που έχεις επιβάλει στις λαϊκές οικογένειες; Πόσο θράσος χρειάζεται να έχεις για να μιλάς υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, όταν τα έχεις κάνει πλακάκια με το μεγάλο κεφάλαιο; Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έχει το θράσος να κάνει ακριβώς αυτό.

Για να κρύψει το αντιλαϊκό περιεχόμενο της πολιτικής της και να «χρυσώσει το χάπι» εμφανίζεται να παίρνει ορισμένα μέτρα, που κυρίως αφορούν στους τομείς Υγείας και Πρόνοιας, που όχι μόνο δεν αποτελούν αντίβαρο στον ορυμαγδό των αντιλαϊκών μέτρων, ανακυκλώνοντας τα περσινά προγράμματα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας, αλλά, αντίθετα, ενσωματώνει και νέες επικίνδυνες διατάξεις, όπως αποκάλυψε το ΚΚΕ με τις χτεσινές παρεμβάσεις του στη Βουλή.

Είναι φανερό ότι οι κινήσεις της κυβέρνησης έχουν χαρακτήρα επικοινωνιακού αντιπερισπασμού. Αυτό ακριβώς εξέπεμψε και η εισήγηση του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στην προχτεσινή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Αυτό το στόχο εξυπηρετεί και το «παράλληλο πρόγραμμα» και το θέμα των τηλεοπτικών αδειών. Θέλουν να στρέψουν αλλού το βλέμμα όσων βιώνουν τις τραγικές επιπτώσεις από την πολιτική της κυβέρνησης, όσων έχουν μπει στο δρόμο του αγώνα και βλέπουν ότι η προοπτική βρίσκεται στην οργανωμένη πάλη και διεκδίκηση. Βέβαια, η πλευρά του αντιπερισπασμού είναι η μία όψη του νομίσματος. Γιατί η άλλη είναι αυτή του αυταρχισμού, της συκοφαντίας και της απειλής για καταστολή. Το πώς εξελίσσεται αυτή η άθλια κυβερνητική πρακτική το βλέπουμε με αφορμή τις κινητοποιήσεις της μικρομεσαίας αγροτιάς. Από τη μια, καλεί σε προσχηματικό διάλογο - απάτη για να διαπραγματευτούν το πώς θα πεθάνουν και, από την άλλη, κατηγορεί τους φτωχούς αγρότες σαν κλέφτες, φοροφυγάδες και χουντικούς.

Οσους αντιπερισπασμούς και να κάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, όσα παλιά και νέα κόλπα κι αν χρησιμοποιήσει, δεν μπορεί να κρύψει την πραγματική αποστολή της. Που είναι: Χτύπημα των εργατικών δικαιωμάτων και αβάντα στο μεγάλο κεφάλαιο. Η λογική της αναμονής, του «περίμενε», του «ας δώσουμε άλλη μία ευκαιρία» δεν έχει θέση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, γιατί οδηγεί στην καταστροφή τις εργατικές - λαϊκές οικογένειες. Μπορεί κάποιοι από τους κυβερνητικούς προπαγανδιστές να είναι «μανούλες» σε κάτι τέτοια κόλπα, όπως, για παράδειγμα, εκείνος που χτες έγραφε - ούτε λίγο ούτε πολύ - ότι είναι εκτροπή το να απαιτούν οι φτωχοί αγρότες να αποσυρθεί το Ασφαλιστικό. Ομως, ό,τι και να κάνουν, ευρύτερες εργατικές - λαϊκές δυνάμεις τούς έχουν πάρει χαμπάρι και συντονίζονται για την κλιμάκωση του αγώνα τους ενάντια στην αντιλαϊκή λαίλαπα.

Από τον περιορισμό στη συντήρηση και ενίσχυση της βλάβης από τα ναρκωτικά

Πέρασαν σχεδόν 22 χρόνια, που η τότε ηγεσία του υπουργείου Υγείας (υπουργός Δ. Κρεμαστινός και υφυπουργός Μ. Σκουλάκης) της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσαν (17.5.1994) τη λειτουργία των πιλοτικών προγραμμάτων μεθαδόνης που θα υλοποιούσε ο Οργανισμός Καταπολέμησης των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ).

Η επιλογή αυτή επενδύθηκε με το σύνθημα «Περιορισμός της βλάβης απ' τα ναρκωτικά» και τον Απρίλη του 1995 δημοσιεύτηκαν δύο Υπουργικές Αποφάσεις για τη λειτουργία των Πιλοτικών Προγραμμάτων Μεθαδόνης στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, με «τελικό στόχο την απεξάρτηση». Στις 24.1.1996 ανακοινώθηκε ότι δέκα τοξικομανείς πήραν την πρώτη δόση μεθαδόνης, ταυτόχρονα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Στη συνέχεια, έγινε επέκταση των προγραμμάτων μεθαδόνης, τα οποία διολίσθησαν «εκ των άνω» σε προγράμματα συντήρησης, καθώς ο «τελικός στόχος της απεξάρτησης» διαγράφτηκε απ' αυτά. Μάλιστα, έγινε και διεύρυνση των υποκαταστάτων με τη χορήγηση της βουπρενορφίνης.

Και πριν τέσσερα χρόνια, τα προγράμματα της χορήγησης υποκαταστάτων ναρκωτικών μπήκαν στα νοσοκομεία. Συνολικά, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΚΑΝΑ, 5.500 χρήστες βρίσκονται σε προγράμματα βουπρενορφίνης και 4.000 χρήστες σε προγράμματα μεθαδόνης.

Ιδού και η εμπειρία την τελευταία τετραετία σε δύο απ' τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας: Τον «Ευαγγελισμό» και το Λαϊκό.

Στο Λαϊκό νοσοκομείο έγινε χορήγηση υποκαταστάτων σε 200 χρήστες και εξ αυτών απεξαρτήθηκαν δύο.

Στον «Ευαγγελισμό» η χορήγηση υποκαταστάτων αφορούσε 150 χρήστες και απεξαρτήθηκαν, επίσης, δύο.

Δηλαδή, σε δύο μεγάλα νοσοκομεία απεξαρτήθηκαν τέσσερις χρήστες σε σύνολο 350 ατόμων στην τετραετία. Μ' άλλα λόγια, το ποσοστό επιτυχίας είναι μόλις 1,14%, όταν στα «στεγνά προγράμματα», το ΚΕΘΕΑ, με στοιχεία από πενταετή έρευνα, αποδεικνύει ότι το 74% των εξαρτημένων που ολοκλήρωσαν τα προγράμματά του απεξαρτήθηκαν πλήρως και ότι μειώθηκε ο μέσος όρος ηλικίας που κάποιος χρήστης ζητά απεξάρτηση, από τα 27 στα 24 χρόνια.

Η «ιδεολογία» της συντήρησης έχει πανομοιότυπη καθημερινή εικόνα και δραστηριότητα: Οι περισσότεροι χρήστες - που είναι πολυτοξικομανείς - παίρνουν τη δόση για μια βδομάδα ή για ένα μήνα (homedose). Δηλαδή, οι χρήστες που επισκέπτονται πέντε φορές τη βδομάδα το νοσοκομείο για να πάρουν τη δόση τους, είναι πολύ λίγοι. Η μεγάλη πλειοψηφία προμηθεύεται τη δόση μια φορά το μήνα ή ακόμα και το τρίμηνο.

Με αυτό τον τρόπο, ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να εμπορευτεί τη βουπρενορφίνη, ώστε να προμηθευτεί τις ουσίες που ως πολυτοξικομανής έχει ανάγκη. Οι απαραίτητες εξετάσεις ούρων - τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα - που θα αποδείκνυαν την παράλληλη χρήση και άλλων ουσιών, δε γίνονται λόγω έλλειψης αντιδραστηρίων στα νοσοκομεία. Για τη μηνιάτικη εξέταση, ο χρήστης παίρνει μια δόση της βουπρενορφίνης την προηγούμενη μέρα και έτσι «βρίσκεται εντάξει». Ακόμα, θα έπρεπε να γίνονται και αιματολογικές εξετάσεις, που δε γίνονται και αυτές λόγω ελλείψεων υλικών.

Σε κάθε νοσοκομείο υπάρχει ομάδα έξι επιστημόνων, μεταξύ των οποίων είναι ψυχίατρος, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, νοσηλευτής και διοικητικός υπάλληλος. Οι περισσότεροι ανήκουν στον ΟΚΑΝΑ και οι υπόλοιποι στη δύναμη των νοσοκομείων.

Συνολικά, όλοι αυτοί οι επιστήμονες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ποικιλοτρόπως στα απογυμνωμένα από προσωπικό δημόσια νοσοκομεία. Στην πράξη τι κάνουν; Απλά καταγράφουν και χορηγούν τις δόσεις των υποκαταστάτων, καθώς δεν έχουν τη στοιχειώδη δυνατότητα στήριξης των χρηστών. Τους λείπουν τα υλικά, δεν διέπονται απ' το απαραίτητο πλαίσιο επιστημονικής λειτουργίας και, επιπλέον, μαστίζονται απ' την απληρωσιά.

Ετσι οι χρήστες συνεχίζουν να βρίσκονται στο περιθώριο των ψευδαισθήσεων. Το κράτος υποκαθιστά την προσπάθεια της πραγματικής απεξάρτησης με δόσεις υποκαταστάτων. Ετσι, «ο περιορισμός της βλάβης» γίνεται συντήρηση - και ενίοτε - ενίσχυση της βλάβης απ' τα ναρκωτικά.

Γι' αυτό το λόγο, είναι άκρως απαραίτητη η ουσιαστική ενίσχυση και των Κέντρων Πρόληψης και όλες οι δομές «στεγνών προγραμμάτων» και φυσικά επανένταξης.

Με τέτοια μέτρα θα προστατέψουμε χιλιάδες ψυχές, που το επίσημο κράτος τις οδηγεί στο μόνιμο κόσμο των ψευδαισθήσεων.


Ηλίας ΣΙΩΡΑΣ
Μέλος του ΔΣ της ΕΙΝΑΠ και της Γραμματείας Υγείας - Πρόνοιας Αττικής του ΠΑΜΕ




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org