Από τις μαζικές πορείες νέων στη Γερμανία ενάντια στα σχέδια στρατολόγησης για τους πολέμους των ιμπεριαλιστών |
Αυτή η στροφή είναι «νύχι - κρέας» με τη μετακίνηση κεφαλαίων και την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, πάει «χέρι - χέρι» με αντεργατικά μέτρα, ένταση της καταστολής και του αντικομμουνισμού και φυσικά με γρήγορες εξελίξεις εντός του αστικού πολιτικού συστήματος.
Οι ανταγωνισμοί των δυο μεγάλων ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων (Κίνα - Ρωσία και το υπό διαμόρφωση ευρασιατικό με το ευρωατλαντικό) αποτελούν σε κάθε περίπτωση το «κόκκινο νήμα» στις εξελίξεις, με τη Γερμανία να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτές. Ταυτόχρονα οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις μέσα στις λυκοσυμμαχίες τους δεν εξαλείφονται, όπως αντίστοιχα και στο εσωτερικό της αστικής τάξης κάθε χώρας ακόμα και ανάμεσα στους διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας.
Η κυβέρνηση της Γερμανίας, όπως και όλες οι κυβερνήσεις, προσπαθούν να διαμορφώσουν και να προωθήσουν το καλύτερο δυνατό σχέδιο για τη διάσωση των κερδών των δικών τους μονοπωλίων και την εξασφάλιση μεγαλύτερου μεριδίου της πίτας. Αυτό βέβαια δεν είναι εύκολη υπόθεση ειδικά για χώρες όπως η Γερμανία, που είναι ο μεγάλος χαμένος από τον πόλεμο στην Ουκρανία (λόγω ενεργειακής εξάρτησης από Ρωσία, ανταγωνισμούς με Κίνα και δασμούς από ΗΠΑ).
Σε αυτά τα σχέδια θέλουν τους λαούς συνένοχους! Και αν αυτό δεν γίνεται με το καρότο, γίνεται με το μαστίγιο!
Η ειδησεογραφία το τελευταίο διάστημα στη Γερμανία φωτίζει ακριβώς όλα τα παραπάνω!
Υπό την απειλή της σταθερής ύφεσης της γερμανικής οικονομίας, την κρίση που βρίσκονται κάποιοι κλάδοι όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η χαλυβουργία, και τη στροφή στην πολεμική οικονομία, τα αστικά επιτελεία ρίχνουν στην εργατική τάξη το δηλητήριο της «εθνικής ομοψυχίας».
Το «όλοι μαζί θα κάνουμε τη Γερμανία μας δυνατή», τα «πρέπει να εξασφαλίσουμε την ασφάλεια στη χώρα» ή το «πριν έρθει ο Ρώσος, ας θυσιάσουμε την αύξηση μισθών», έρχεται να ανθίσει σε έδαφος που προετοιμαζόταν από τις συμβιβασμένες σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες των συνδικάτων τα προηγούμενα χρόνια.
Μιλούσαν και μιλάνε για κοινό συμφέρον εργαζομένων - κεφαλαίου, για αντοχές τις αγοράς, για εργασιακή ειρήνη κατεβάζοντας τον πήχη των απαιτήσεων των εργαζομένων στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μονοπωλίων, δηλαδή την αύξηση της κερδοφορίας τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι εργαζόμενοι της «Bosch» που βγήκαν σε διαμαρτυρία για τις απολύσεις που ανακοινώθηκαν (περίπου 22.000) και υπό την καθοδήγηση της ηγεσίας της IG Metall φώναζαν το σύνθημα και φορούσαν μπλουζάκια με το «Robert έλα πίσω» (από το όνομα του ιδρυτή της εταιρείας)!
Οι οδηγίες του Peter Bofinger, οικονομολόγου που διετέλεσε ως «σοφός της Γερμανίας», προς τα μονοπώλια και τα πολιτικά επιτελεία, είναι για επενδύσεις στην πολεμική οικονομία αλλά με κρίσιμο στοιχείο την καινοτομία και όχι τις επενδύσεις σε παλιές και ήδη ξεπερασμένες πολεμικές τεχνολογίες.
Ερχεται λοιπόν το 2026 και μπαίνει σε ισχύ ο νόμος για τη μετατροπή της χώρας σε ελκυστικό επενδυτικό περιβάλλον με κίνητρα στην έρευνα και δίνοντας τη δυνατότητα άμεσης απόσβεσης έως 30% των επενδύσεων σε νέο εξοπλισμό.
Η Rheinmetall, γερμανικό μονοπώλιο παραγωγής οπλικών και στρατιωτικών συστημάτων, βραχίονας της πολεμικής βιομηχανίας, εξαγοράζει μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δορυφόρους των μεγάλων κολοσσών της αυτοκινητοβιομηχανίας, που παρήγαγαν εξαρτήματα για αυτοκινητοβιομηχανίες και στη συνέχεια τις μετατρέπει σε τμήμα της γραμμής παραγωγής πολεμικού υλικού.
Μηχανικοί και τεχνικοί που δούλευαν στον κλάδο της χαλυβουργίας ωθούνται πλέον να βρουν εργασία στη Rheinmetall, στην Airbus Defence, στην Thyssen Krupp και στη Hensoldt μετά από σύντομες μετεκπαιδεύσεις.
Εργαζόμενοι στην αυτοκινητοβιομηχανία βλέπουν μπροστά στα μάτια τους να μετατρέπεται η γραμμή παραγωγής σε γραμμή για παραγωγή τεθωρακισμένων και αρμάτων μάχης.
Αντίστοιχα σπρώχνουν τους ανέργους σε γρήγορα προγράμματα κατάρτισης νέων τεχνολογιών χρήσιμων για τη στροφή αυτή στην πολεμική οικονομία, για τον γερμανικό στρατό κ.λπ.
Η συγκέντρωση κεφαλαίων, που προχωράει με ταχύτατους ρυθμούς στον κλάδο, δεν αφορά μόνο το σταθερό αλλά και το μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή το εργατικό δυναμικό.
Η επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων προχωράει παράλληλα με τα παραπάνω.
Προκειμένου να εξασφαλιστούν τα δισ. για την πολεμική οικονομία, γίνονται περικοπές εκατομμυρίων σε διάφορους τομείς της Υγείας, της Παιδείας, κοινωνικών παροχών, στα ταμεία ανεργίας και τα διάφορα κοινωνικά βοηθήματα.
Από την αρχή του έτους μπαίνει σε ισχύ η επίθεση στις ήδη τσεκουρωμένες συντάξεις. Με βάση τον καινούριο νόμο, ένας συνταξιούχος θα δικαιούται πλήρη σύνταξη μόνο εφόσον δουλεύει μέχρι την τελευταία μέρα επί 45 χρόνια.
Αυτό βέβαια που δεν ξέρει ο κόσμος εκτός Γερμανίας είναι ότι η πλήρης σύνταξη αφορά ούτως ή άλλως το 48% του τελευταίου μισθού. Για αυτόν τον λόγο άλλωστε το ποσοστό αυτών που εξακολουθούν να εργάζονται ενώ έχουν βγει στη σύνταξη είναι ιδιαίτερα υψηλό στη Γερμανία. Και τα συμβιβασμένα συνδικάτα, αντί να ζητάνε αξιοπρεπείς συντάξεις, ζητάνε καλύτερο ημερομίσθιο για τους εργαζόμενους συνταξιούχους...
Το 2026 είναι χρονιά συλλογικών διαπραγματεύσεων σε κάποιους κλάδους με τους εργοδότες. Το βασικό επιχείρημα της εργοδοσίας για την καθήλωση των μισθών και τη μείωση των απαιτήσεων που καλλιεργείται στους εργαζόμενους είναι η «μη ανταγωνιστικότητα» των γερμανικών προϊόντων, επικαλούμενοι το μεγάλο «εργασιακό κόστος», τη φορολογική πολιτική και το ενεργειακό κόστος.
Κεφάλαιο, κυβέρνηση και συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, από κοινού, πιέζουν να αποδεχτούν οι εργαζόμενοι τη μοίρα τους χωρίς αντιδράσεις.
Μια καλά συντονισμένη μηχανή που χτυπάει από τη μια τους εργαζόμενους και τα δικαιώματά τους, δημιουργεί καλό επενδυτικό περιβάλλον, και από την άλλη τους τραβάει ως συνένοχους στην πολεμική βιομηχανία.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες πολεμικών προετοιμασιών το σύστημα παίρνει μέτρα καταστολής ενάντια στον λαό.
Βούτυρο στο ψωμί τους ήταν η εμπρηστική επίθεση σε καλώδια του Βερολίνου που άφησε για τέσσερις μέρες 45.000 νοικοκυριά χωρίς ρεύμα.
Πυροδότησε άμεσα τη συζήτηση για επιτακτική ανάγκη αύξησης των μέτρων ασφαλείας σε κρίσιμες υποδομές και δυνατότητα άμεσης και πιο γρήγορης επέμβασης του στρατού. Μια συζήτηση που είχε ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 2025 στο υπουργείο Εσωτερικών, με βάση και τις αντίστοιχες οδηγίες της ΕΕ.
Ταυτόχρονα βαφτίζοντας την επίθεση ως «αριστερή τρομοκρατία», στοχοποιούν την κομμουνιστική ιδεολογία και οποιαδήποτε αντίσταση του λαού στα σχέδιά τους. Ενώ εντείνεται παράλληλα ο αντικομμουνισμός και αντισοβιετισμός, αφού αξιοποιείται η συζήτηση περί εμπλοκής ή όχι της Ρωσίας στην επίθεση και σκόπιμα ταυτίζεται η σημερινή Ρωσία με τη Σοβιετική Ενωση. Ο εκπρόσωπος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών Throm (χριστιανοδημοκράτης) έκανε σαφές «ότι ο αριστερός εξτρεμισμός και η αριστερή τρομοκρατία δεν πρέπει πλέον να υποβαθμίζονται».
Με ωμότητα είπε ότι «όποιος θέλει να διεξαγάγει πόλεμο εναντίον ενός εξωτερικού εχθρού, πρέπει πρώτα να έχει υπό έλεγχο το "εσωτερικό μέτωπο"».
Ετσι ο υπουργός Εσωτερικών, Al. Dobrindt, εξήγγειλε νέα μέτρα με διάθεση επιπλέον προσωπικού, με περισσότερες ψηφιακές εξουσίες και αυστηρότερους νόμους για την προστασία υποδομών όπως δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών και άλλες εγκαταστάσεις.
Παράλληλα, υποχρεώνει τις εταιρείες διαχείρισης τέτοιων υποδομών σε εφαρμογή αυστηρότερων σχεδίων ασφαλείας όπως και σχέδια έκτακτης ανάγκης, ενώ δίνεται και η δυνατότητα επέμβασης του στρατού σε μελλοντικές αντίστοιχες περιπτώσεις.
Νόμος, άλλωστε, έχει περάσει πρόσφατα και για την ηλεκτρονική παρακολούθηση (υπολογιστές, λάπτοπ, κινητά) μέσα στο ίδιο το σπίτι των πιθανών «υπόπτων» από την αστυνομία.
Η πολεμική προετοιμασία οξύνει και τις εσωτερικές αντιθέσεις στο αστικό πολιτικό σύστημα, που εκφράζονται και στην προσπάθεια αναγέννησης της σοσιαλδημοκρατίας με πυρήνα το αμαρτωλό SPD, έτσι ώστε να εγκλωβίζεται καλύτερα η οργή του λαού σε ανώδυνα μονοπάτια.
Τέτοιο παράδειγμα είναι οι εξελίξεις της τελευταίας εβδομάδας στο κρατίδιο του Βραδεμβούργου. Ενα κρατίδιο προπύργιο του Βερολίνου, που σε απόσταση αναπνοής από την πρωτεύουσα έχει εργοστάσιο της «TESLA», εργοστάσιο κατασκευής μεγάλων μπαταριών που εξαγοράστηκε από κινέζικο μονοπώλιο και έχει τα μεγαλύτερα διυλιστήρια της Γερμανίας, που χρησιμοποιούσαν τεχνικές που ανταποκρίνονταν στη διύλιση ρωσικού πετρελαίου.
Σε αυτό το κρατίδιο συγκυβερνούσαν το SPD μαζί με το BSW (κόμμα διάσπαση του Linke με επικεφαλής την Sahra Wagecknecht) ως δήθεν αντιφασιστικό μέτωπο απέναντι στην άνοδο του ακροδεξιού AfD. Την τελευταία εβδομάδα μετά την αποχώρηση τριών βουλευτών του BSW, η κυβέρνηση δεν είχε πλέον την πλειοψηφία και διαλύθηκε. Η διάλυση αυτή δεν ξάφνιασε καθόλου, αφού οι μετακινήσεις βουλευτών και στελεχών από το BSW προς το SPD ήταν ήδη σε εξέλιξη όλο τον τελευταίο χρόνο, περίοδο συγκυβέρνησής τους, ενώ πολλοί από τους εναπομείναντες βουλευτές του BSW υπερψήφιζαν όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που προωθούσε το SPD στο κρατίδιο. Η ουσία είναι ότι κανένας τους δεν αμφισβητεί το σάπιο εκμεταλλευτικό σύστημα και συνεργάζονται κανονικά σε άλλες κρατιδιακές κυβερνήσεις, ξεπλένοντας έτσι την πολιτική του κεφαλαίου και ενισχύοντας την ενσωμάτωση των εργαζομένων.
Οι χιλιάδες κόσμου που διαδήλωσαν υπέρ της Παλαιστίνης, οι πορείες χιλιάδων νέων ενάντια στα σχέδια του ΝΑΤΟ και του γερμανικού κεφαλαίου για υποχρεωτική στράτευση, οι απεργίες χιλιάδων εργαζομένων μπροστά στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, το πανό στο λιμάνι του Αμβούργου από εργαζόμενους με το σύνθημα «Το λιμάνι μας δεν είναι για τους πολέμους σας», δείχνουν ότι ο λαός δεν έχει πει την τελευταία του λέξη.
Είναι ζητούμενο για τους κομμουνιστές να συναντηθούν με αυτές τις δυνάμεις, έτσι ώστε να γίνουν βήματα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, να αποκτήσει ριζοσπαστικά ταξικά χαρακτηριστικά. Αυτό είναι το καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών, να δρουν κομμουνιστικά μέσα σε κάθε εργασιακό χώρο, μέσα σε κάθε υπηρεσία, σε κάθε γραφείο, νοσοκομείο, πανεπιστήμιο, σχολείο.
Πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση είναι η συμμετοχή και η ταξική παρέμβαση στις εκλογές για τα εργοστασιακά συμβούλια (Betriebsrate) σε κάθε επιχείρηση, που πραγματοποιούνται φέτος. Να βάλουμε το δικό μας λιθαράκι για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος εμείς εδώ στη Γερμανία.
Να αφυπνίζουμε τις μάζες και να τις εμπνέουμε με τον τελικό στόχο του σοσιαλισμού. Να γίνονται βήματα χειραφέτησης των εργαζομένων από τις ξεπουλημένες ηγεσίες, από την αστική ιδεολογία, που θα ξεκόβουν μια και καλή από τις οπορτουνιστικές και μεταρρυθμιστικές αντιλήψεις, που βάζουν καινούριες μάσκες και ονόματα και κόβουν και ράβουν μέχρι και τους δολοφονημένους κομμουνιστές ηγέτες Λούξεμπουργκ και Λίμπκνεχτ στα μέτρα τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ιστοσελίδα του ιδρύματος Rosa Luxemburg απομονώνουν λεγόμενο της Λούξεμπουργκ και μιλάνε για άρνηση της βίαιης πάλης στον δρόμο για τον σοσιαλισμό, καλώντας ουσιαστικά σε αποδοχή της μεταρρυθμιστικής πολιτικής.
Εμείς, οι κομμουνιστές ξέρουμε ότι βαδίζουμε στον δύσκολο αλλά σωστό δρόμο της ανατροπής αυτού του σάπιου συστήματος. Εχουμε εμπιστοσύνη στη δύναμη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της και ξέρουμε ότι όταν το πάρει απόφαση θα τα καταφέρει. Εχουμε τα εργαλεία για την ανατροπή αυτή, την κοσμοθεωρία, τη δημιουργική ανάπτυξή της, δεμένη με την πάλη την καθημερινή. Η σαπίλα του καπιταλισμού δείχνει τα όριά του. Το ΚΚΕ μαζί με την εργατική τάξη έχει καθήκον να τον ανατρέψει.
Η έκθεση στέκεται ιδιαίτερα στα θέματα των διαγραφών των φοιτητών, επιχειρώντας να προσδώσει επιστημονική τεκμηρίωση στον άδικο, αντιεκπαιδευτικό και καταδικασμένο από την ακαδημαϊκή κοινότητα νόμο. Αφιερώνει μια ολόκληρη ενότητα (8.1) στο θέμα με τίτλο «διάρκεια σπουδών και καθυστέρηση εισόδου στην αγορά εργασίας» και με τεκμηρίωση από σχετική βιβλιογραφία. Ολα τα στοιχεία που αναφέρει τελικά δικαιώνουν την ακαδημαϊκή κοινότητα, τους Φοιτητικούς Συλλόγους και καταρρίπτουν όλα τα επιχειρήματα και τα προσχήματα της κυβέρνησης (ως στοιχεία, όχι φυσικά η ερμηνεία της ΕΘΑΑΕ).
«Η πραγματικότητα καταδεικνύει αδυναμίες της εκπαίδευσης ή/και της οικονομίας, οι οποίες συντελούν στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης των σπουδών από την πλευρά των φοιτητών και εισόδου των αποφοίτων στην αγορά εργασίας. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε αρκετές χώρες (π.χ. ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία, Δανία, Σουηδία)...».1 Το φαινόμενο της παράτασης των σπουδών πέραν της τυπικής διάρκειας ενός προγράμματος σπουδών δεν οφείλεται σε «τεμπελιά», όπως αναμασά η κυβέρνηση της ΝΔ, με προεξάρχοντα σε προκλητικές δηλώσεις τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ούτε φυσικά αντιμετωπίζεται επί της ουσίας με τη διαγραφή όσων το υπερβαίνουν.
Ολες οι διεθνείς μελέτες στις οποίες παραπέμπει και η έκθεση της ΕΘΑΑΕ (σελ. 79 - 81) αλλά και οι τοποθετήσεις δεκάδων επιστημόνων και πανεπιστημιακών στην Ελλάδα επισημαίνουν ότι στο πολυπαραγοντικό αυτό φαινόμενο βαρύνοντα ρόλο διαδραματίζουν οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Ενδεικτική είναι η κατηγοριοποίηση που γίνεται στην έκθεση «Η διεθνής βιβλιογραφία καταγράφει ως προς τις αιτίες του φαινομένου: α) προσωπικούς λόγους των φοιτητών (π.χ. ατομικά χαρακτηριστικά όπως είναι η επίδοση στο Λύκειο, το φύλο, το επίπεδο εκπαίδευσης των γονιών, η συστηματική παρακολούθηση και συμμετοχή στα μαθήματα, η οικονομική κατάσταση), β) ακαδημαϊκούς λόγους οι οποίοι σχετίζονται με τα πανεπιστήμια (π.χ. αναλογία διδασκόντων/διδασκόμενων, επάρκεια και ποιότητα υποδομών), γ) λόγους σχετικούς με την αγορά εργασίας (π.χ. ποσοστό ανεργίας, εργασιακές προοπτικές)».2
Τελικά, όλοι αυτοί οι παράγοντες, ακόμα και όσοι βαφτίζονται - κατηγοριοποιούνται ως «ατομικά χαρακτηριστικά», συνδέονται και αφορούν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με την ευθύνη της πολιτείας να στηρίξει ολόπλευρα τους φοιτητές και τις ανάγκες των πανεπιστημίων. Φυσικά, στο πλαίσιο της ταξικής, καπιταλιστικής κοινωνίας, η πολιτική ΕΕ - κυβερνήσεων αναπαράγει αυτά τα προβλήματα αντί να τα αμβλύνει και να παίρνει μέτρα για την εξάλειψή τους. Ετσι, και τα αστικά επιτελεία, όπως είναι η ΕΘΑΑΕ σε ρόλο τεχνικού συμβούλου του ΥΠΑΙΘ, ερμηνεύει και προτείνει «λύσεις» υπό αυτό το πρίσμα. Ωστόσο, δεν μπορούν ούτε οι ίδιοι να παραβλέψουν ότι οι διαγραφές δεν αποτελούν λύση στο πρόβλημα, οπότε ως προς την παράταση των σπουδών, η ευθύνη του περιορισμού του φαινομένου μετατίθεται - εκτός από την ατομική ευθύνη του κάθε φοιτητή - στα πανεπιστήμια στα οποία προτείνονται μέτρα, όπως χρησιμοποίηση τεχνολογίας για την παρακολούθηση, εξατομικευμένη υποστήριξη φοιτητών, αναθεώρηση των ΠΣ, ακαδημαϊκός σύμβουλος κ.λπ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία «ποσοστό κατά μέσο όρο 24,2% των αποφοίτων ολοκληρώνει τις σπουδές του στον προβλεπόμενο χρόνο σπουδών», δηλαδή σε ν έτη (σελ. 83). Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στις μεταπτυχιακές σπουδές αλλά το πρόβλημα είναι πολύ μικρότερο.
Στην έκθεση ομολογείται ότι θέλουν ταχύτερη και μεγαλύτερη ροή εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού προς τη δεξαμενή απασχολήσεων, ως έναν τρόπο αντιμετώπισης του «χάσματος δεξιοτήτων». Ετσι εξηγείται και το ενδιαφέρον της ΕΕ για τους λεγόμενους NEETs (Not in Education, Employment, or Training), δηλαδή όσους νέους μεταξύ 15-34 παραμένουν εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης - με άλλα λόγια εκτός της παραπάνω «δεξαμενής», που στη χώρα μας είναι το 18,8%.
Μεταξύ των συνεπειών της καθυστέρησης αποφοίτησης από τα πανεπιστήμια αναφέρονται και «η καθυστέρηση εισόδου στην αγορά εργασίας» και «η απαξίωση γνώσεων και δεξιοτήτων των αποφοίτων». Βέβαια, για τη δυσκολία εύρεσης εργασίας των αποφοίτων δεν ευθύνεται το ότι άργησαν να πάρουν το πτυχίο τους, αλλά η πολιτική των κυβερνήσεων, της ΕΕ, σε τελική ανάλυση η ίδια η λειτουργία του σημερινού τρόπου παραγωγής.
Είναι η στρατηγική της ΕΕ, της «ατομικής διαδρομής μάθησης», των «προσόντων» και της «διά βίου» κατάρτισης, που έχει μετατρέψει τα πτυχία σε ακόμα ένα «προσόν» ανάμεσα σε πολλά άλλα, αφαιρώντας παράλληλα κάθε επαγγελματικό δικαίωμα από αυτά. Δεν είναι τυχαίο που η συντριπτική πλειοψηφία των αποφοίτων (90%) κρίνει απαραίτητο να κάνει μεταπτυχιακό και το 40% από αυτούς να κάνει και δεύτερο για να βρει δουλειά. Οπως αναγκάζεται να παραδεχτεί και η έκθεση, οι γνώσεις και οι δεξιότητες «απαξιώνονται» και για αυτόν τον λόγο δυσκολεύει η εύρεση εργασίας (έχουν μέσο όρο 2,5 με 5 χρόνια «ζωής» με βάση τις πρόσφατες έρευνες). Για αυτό διαιωνίζεται το «κυνήγι» δεξιοτήτων και θεωρείται κρίσιμο να αξιοποιηθούν όσο ακόμα «ζουν».
Είναι η άναρχη «ζούγκλα» της αγοράς εργασίας, που για να αντιστοιχίσει τις γνώσεις και την επιστημονική κατάρτιση των αποφοίτων με την αξιοποίησή τους στην εργασία έχει ως αποκλειστικό κριτήριο το κέρδος. Για αυτό χρειάζεται μια όσο το δυνατόν πιο διευρυμένη «δεξαμενή» ευέλικτου και εκμεταλλεύσιμου εργατικού δυναμικού, όλων των ειδών προσόντων και πιστοποιήσεων, για να μπορεί να επιλέγει η εργοδοσία όποιον - και για όσο - ταιριάζει στις ανάγκες της κερδοφορίας της. Η ανεργία και η υποαπασχόληση των αποφοίτων είναι ακριβώς αποτελέσματα αυτής της κατάστασης, συντείνει ακόμα περισσότερο στη συμπίεση των μισθών και των εργασιακών δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικά, με βάση στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 22,7% των αποφοίτων έχουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από την εργασία τους, ενώ το 23,3% των νέων πτυχιούχων παραμένει στην ανεργία.
Αλλά με ένα «σμπάρο» οι διαγραφές έρχονται να πετύχουν πολλά «τρυγόνια», αφού διαβάζουμε σε άλλο σημείο της έκθεσης: «Η παραμονή μη ενεργών φοιτητών δημιουργεί δυσμενείς επιδόσεις για τη χώρα σε μια σειρά από τους σχετικούς διεθνείς δείκτες», όπως «η αναλογία φοιτητές προς διδακτικό προσωπικό». Ετσι, σε μια περίοδο που οι μπίζνες στον χώρο των ΑΕΙ προσανατολίζονται στη διεθνοποίηση της πελατείας τους, προωθείται με κάθε τρόπο, όπως και οι διαγραφές, η «βελτίωση» των δεικτών. Η κυβέρνηση αντί να λύσει το πρόβλημα αναλογίας φοιτητών - καθηγητών με προσλήψεις επαρκούς ακαδημαϊκού προσωπικού, επιδιώκει να τα «βελτιώσει» εικονικά, διαγράφοντας τους φοιτητές...
Παράλληλα, εκφράζονται διάφοροι προβληματισμοί από αρθρογράφους, ακαδημαϊκούς κ.ά. σε σχέση με το μέτρο των διαγραφών, που αφορούν τις επιπτώσεις που έχει στα ίδια τα Τμήματα και τα προγράμματα σπουδών, ιδιαίτερα στις σχολές που ο «κανόνας» για την πλειοψηφία των φοιτητών είναι να πλησιάζουν, ή να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο φοίτησης. Η έκθεση δίνει ένα «στίγμα» ότι «η δυσκολία των ΠΣ επηρεάζει αρνητικά» τον ρυθμό αποφοίτησης. Τι να περιμένουμε; Αυτό μήπως προοιωνίζεται σχέδια και αρνητικές εξελίξεις ως προς το επίπεδο και την επιστημονική συγκρότηση των ΠΣ; Στον αντίποδα και σε αυτό, βρίσκονται οι διεκδικήσεις των Φοιτητικών Συλλόγων για δωρεάν μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας με ευθύνη του πανεπιστημίου, οι προσλήψεις με βάση τις ανάγκες όλου του αναγκαίου διδακτικού προσωπικού.
Με βάση τα στοιχεία της έκθεσης, οι «ενεργοί» φοιτητές (εντός ν+2 ή ν+3 ανάλογα με τα προβλεπόμενα έτη του ΠΣ) αυτήν τη στιγμή είναι το 49,9%, δηλαδή απειλούνται με διαγραφή ή διαγράφονται κυριολεκτικά οι μισοί φοιτητές της χώρας! Σημαντικό ενδιαφέρον έχει επίσης το ότι περίπου το 20% των φοιτητών, δηλαδή κοντά στο μισό από το παραπάνω 50%, καταφέρνει να πάρει το πτυχίο του μετά τα ν+2 έτη. Ενώ σε συγκεκριμένες ομάδες σχολών όπως Φυσικών Επιστημών, Μηχανικών, Γεωπονικών κ.ά. αυτό το ποσοστό «αγγίζει» το 25% και 30%.
Μέσα και από την έκθεση της ΕΘΑΑΕ, επαληθεύονται όλα αυτά τα οποία το φοιτητικό κίνημα, με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές, έχει καταγγείλει όλο το προηγούμενο διάστημα. Οι φοιτητές δεν είμαστε «αιώνιοι», ούτε «λιμνάζοντες», αλλά αντιμέτωποι με μια πολιτική που πλήττει την καθημερινότητά μας, τη δυνατότητά μας να σπουδάσουμε απρόσκοπτα.
Για αυτό, εδώ και μήνες, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες σε όλη τη χώρα μέσα από τους Φοιτητικούς μας Συλλόγους, δίνουμε έναν μεγάλο αγώνα, με συλλαλητήρια, κινητοποιήσεις, αποκλεισμούς Γραμματειών, ενάντια στον νόμο των διαγραφών. Οργανώνουμε ενισχυτικά μαθήματα αλληλεγγύης μπροστά στις εξεταστικές, δίνοντας μία «ανάσα» σε εκατοντάδες συναδέλφους μας. Πετύχαμε πολλοί συμφοιτητές μας να πάρουν παράταση σπουδών, να γίνουν δεκτές χιλιάδες αιτήσεις, ξεπερνώντας ακόμα και τα κριτήρια - «κόφτες», με τη στήριξη από τους διοικητικούς υπαλλήλους των ΑΕΙ και καθηγητές μας. Καταφέραμε να μη σταλούν οι λίστες με τους φοιτητές προς διαγραφή σε πολλά ιδρύματα, να γίνουν έκτακτες εμβόλιμες εξεταστικές, κόντρα στην προσπάθεια της κυβέρνησης να τις βγάλει παράνομες. Πολλοί συνάδελφοί μας που ήταν προς διαγραφή κατάφεραν χάρη σε αυτά τα «ελαφρυντικά» μέτρα να πάρουν το πτυχίο τους!
Ο αγώνας μας έχει αποτέλεσμα, τίποτα δεν έχει τελειώσει, κλιμακώνουμε την πάλη απέναντι στην αντιεκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης και της ΕΕ, όλων όσοι μας θέλουν «βορά» στους επιχειρηματικούς ομίλους. Τώρα είναι η ώρα να παλέψουμε για κάθε έναν συμφοιτητή μας, για όλους όσοι αγωνίζονται να πάρουν το πτυχίο τους. Με ενεργό συμμετοχή και οργάνωση, πολύμορφη αλληλεγγύη και αγώνα μέσα από τους Φοιτητικούς μας Συλλόγους έχουμε πετύχει πολλά και θα μπορέσουμε ακόμα περισσότερα.
Τα μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ μπαίνουμε στη μάχη, για την αγωνιστική ανασυγκρότηση του φοιτητικού κινήματος, βάζοντας στο στόχαστρο το σύνολο αυτής της πολιτικής, σε συμπόρευση με το εργατικό κίνημα. Φωτίζουμε τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο από τη σημερινή βαρβαρότητα, την επαναστατική ανατροπή ενός συστήματος που πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή, παρασιτώντας σε βάρος των αναγκών και των ζωών μας. Για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, όπου η μόρφωση και η επιστημονική γνώση θα χαράζουν τον δρόμο της πραγματικής ελευθερίας με κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Σε αυτό το πλαίσιο «η ουσιαστική στήριξη στους φοιτητές από το εργατικό κράτος, καθώς και η συμβολή του στη μετέπειτα εργασιακή πορεία τους, δημιουργεί το έδαφος ώστε να εξαλείφονται οι όροι που γεννούν το φαινόμενο της παράτασης των σπουδών»3.
Παραπομπές:
1. Aina, C. & Pastore, F. (2020). Delayed graduation and overeducation in Italy: A test of the Human Carital Model versus the screening hypothesis. Social Indicators Research 152, 533-553.
2. Bocsi et al., 2019; Letkiewicz et al., 2014; Aina et al., 2011; Bowen et al., 2009
3. «Για το πανεπιστήμιο των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων της εποχής μας», Τμήμα Παιδείας και Ερευνας της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 66