Σάββατο 24 Γενάρη 2026 - Κυριακή 25 Γενάρη 2026
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΠΟΤΑ ΚΑΚΚΑΒΑ
Μάχιμη μέχρι το τελευταίο λεπτό, δεν ήξερε να κάνει υποκλίσεις

Εναλλακτικός τίτλος αυτού του άρθρου θα μπορούσε να είναι «Γκουγκλάρετε την Πότα». Γιατί αξίζει να γνωρίσουν οι νεότεροι την απίστευτη ιστορία μιας πεισματάρας γυναίκας, που αφιέρωσε τη ζωή της στους αγώνες για ελευθερία και δικαιοσύνη.

Την συνάντησα πάνω σ' ένα καράβι που πήγαινε στη Μακρόνησο, κάποιο μεσημέρι του 1998. Γύριζα τότε μια εκπομπή για τα νησιά της εξορίας, ακολουθώντας μια μεγάλη συντροφιά παλιών εξόριστων που πήγαιναν στο νησί των βασανιστηρίων τους. Μόλις κατεβήκαμε από το καράβι, μου είπε:

«Πρόσεχε καλά αυτό το χώμα που πατάς. Σεβάσου κάθε πέτρα, κάθε αγκάθι και κάθε λιθαράκι αυτής της γης. Εχουν επάνω τους το αίμα μας! Εδώ σταυρωθήκαμε!».

Ηταν ήδη μεγάλη σε ηλικία όταν το είπε, αλλά όχι παλιά στην ψυχή. Εκεί ήταν έφηβη.

Στην επέτειο του θανάτου της (25 Γενάρη 2025) θυμόμαστε και τιμάμε μια γυναίκα που δεν ησύχασε ποτέ, που δεν έκρυψε ποτέ το πάθος και την πίστη της για έναν κόσμο δίκαιο και ελεύθερο. Μέχρι που έφυγε δεν διακόψαμε ποτέ την επικοινωνία μας, μιλούσαμε ώρες στο τηλέφωνο (όταν είχε τα κέφια της μου τραγουδούσε κιόλας), βρισκόμασταν σε εκδηλώσεις του Κόμματος, μέχρι και γράμματα μου έστελνε, μαζί με ...παξιμάδια, ελιές και λουκούμια από την Καλαμάτα.

Η Πότα η αγέρωχη, η μαχητική, η αεικίνητη, η πολυλογού, με την ανεξάντλητη ενέργεια, δεν έγινε ήρωας επειδή υπέφερε και μάτωσε στη ζωή της. Εγινε ήρωας επειδή αντιστάθηκε γενναία στην υποταγή στα πέτρινα χρόνια.

Αυτό ήταν που την έκανε επικίνδυνη για όσους ήθελαν σιωπή.

Αυτό την κράτησε στο στόχαστρο, από την τρυφερή ηλικία της έως τα βαθιά της γεράματα.

Η Πότα Κακκαβά δεν ήταν από τα «σύμβολα» που αντέχει το σύστημα.

Ηταν υπενθύμιση τραύματος και αγώνα.


Σήμερα δεν έχει νόημα να πούμε ότι «έζησε μια γεμάτη ζωή», γιατί η ζωή της δεν ήταν γεμάτη. Ηταν κομματιασμένη, διαλυμένη, γεμάτη με ξαναραμμένα κομμάτια της από φυλακές, εξορίες, στρατοδικεία, απαγορεύσεις.

Και ακριβώς γι' αυτό, έχει νόημα.

Η αρχή ενός αμετάκλητου «όχι»

Μπαίνει στον αγώνα σχεδόν παιδί.

Και εκείνη η εποχή, όπως και η τωρινή, δεν άφηνε περιθώρια ουδετερότητας.

Τότε στην Κατοχή, στην Αντίσταση, και αμέσως μετά, το κράτος αποφασίζει ότι ο εχθρός δεν είναι πια ο κατακτητής, αλλά όσοι ονειρεύονται μια άλλη κοινωνία.

Το 1948 καταδικάζεται σε θάνατο.

Είναι μικρό κορίτσι όταν περνάει στρατοδικείο. Ο βασιλικός επίτροπος, βλέποντας το θάρρος και τον τσαμπουκά της, λέει χαρακτηριστικά: «Αυτή δεν είναι κορίτσι, αυτή είναι ο ίδιος ο αρχηγός της Καμόρα».

Ο φιλοβασιλικός πατέρας της κοντεύει να πάθει εγκεφαλικό με τη δράση της. Τρία παιδιά του, από τα έξι που είχε, είναι κομμουνιστές. Είπε, λοιπόν, κρυφά της στους στρατοδίκες, για να την γλιτώσει, ότι η μικρή αποκηρύσσει τον κομμουνισμό! Καταφέρνει μ' αυτόν τον τρόπο να μην την εκτελέσουν.

Εκείνη το μαθαίνει, γίνεται θηρίο και φωνάζει:

«Και χίλιες φορές να έπρεπε να πεθάνω, θα πέθαινα για τους ξεβράκωτους. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μένα... Γι' αυτούς πάλεψα και παλεύω».

Ουρλιάζει ότι είναι αμετακίνητη στις ιδέες και στα πιστεύω της, και άμα θέλουν ας την εκτελέσουν.

Δεν εκτελείται.

Μόνο που αυτό τελικά δεν ήταν επιείκεια, ήταν παράταση τιμωρίας.

Ακολουθούν νησιά και φυλακές, από μηχανισμούς σπασίματος ανθρώπων.

Κι όμως, εκεί μέσα η Πότα και οι σύντροφοί της φτιάχνουν κάτι που δεν μπαίνει σε αρχεία. Αλληλεγγύη. Ως καθημερινή πράξη.

Μοιράζονται δηλαδή το ψωμί, τη φροντίδα, το νοιάξιμο, τον πόνο. Δεν αφήνουν τον άλλον μόνο του, γιατί ξέρουν ότι αυτό ακριβώς θέλει ο βασανιστής.

Η δικτατορία την βρίσκει το ίδιο πεισματάρα. Το ίδιο σταθερή.

«Οχι, εγώ δεν θα είμαι ποτέ με την πλευρά των βρακωμένων».

Με ένα τέτοιο «όχι» ξεκινά έναν αγώνα που θα διαρκέσει άλλες οκτώ δεκαετίες ζωής.

Και οι συλλήψεις συνεχίζονται. Ξανά εξορίες.

Οχι γιατί κάνει κάτι «επικίνδυνο», αλλά γιατί δεν έχει αποκηρύξει τίποτα και, φυσικά, δεν ξέρει να κάνει υποκλίσεις.

«Το γέλιο των κομμουνιστών τρομάζει την εξουσία»

Μετά τη μεταπολίτευση, η Πότα δεν μπαίνει στο μουσείο της Ιστορίας.

Δεν γίνεται φωτογραφία σε επετειακό ένθετο.

Μένει παρούσα. Και γελαστή. Στις οργανώσεις, στις εκδηλώσεις, στους αγώνες.

Δεν περιορίζεται στο να αφηγείται τα παλιά - πάντα γελώντας - αλλά υπενθυμίζει ότι η μνήμη χωρίς συνέχεια είναι διακόσμηση.

Συζητώντας μαζί της στη Μακρόνησο, μου είχε πει:

«Μην προσπαθείς άδικα να αποκωδικοποιήσεις το γέλιο των κομμουνιστών, που τρομάζει την εξουσία. Εμείς χαμογελάμε ακόμα κι όταν βλέπουμε κατάματα τον θάνατο. Οχι γιατί είμαστε ατρόμητοι ή δεν αγαπάμε τη ζωή. Ακριβώς επειδή την αγαπάμε πολύ και τη ζωή και τον άνθρωπο. Εμείς αγωνιζόμαστε για τις ιδέες μας και για το κοινό καλό, κι αυτό μας κάνει χαρούμενους. Είμαστε παγκόσμιοι άνθρωποι και αγαπάμε την Ελλάδα, με την ψυχή και το αίμα μας».

Δεν μιλούσε προσεκτικά και «μακιγιαρισμένα». Δεν χάιδευε αυτιά.

Δεν έλεγε στους νέους «κάντε ό,τι κάναμε εμείς». Ελεγε κάτι πιο δύσκολο:

«Δείτε τι πληρώσαμε. Και αποφασίστε αν θέλετε να ζήσετε σκυφτοί ή όρθιοι».

Την είχα ρωτήσει, τι είδους τέρατα ήταν οι βασανιστές της;

- Οι αλφαμίτες ήταν πρώην δηλωσίες. Φοβισμένοι, και γι' αυτό τόσο βίαιοι και λυσσασμένοι. Ενας μάλιστα ήταν απ' τα μέρη μου. Ημουν στην ίδια σκηνή με την ηθοποιό Αλέκα Παΐζη. Ηταν μπροστά όταν του έλεγα πως μια ζωή θα 'ναι σκουλήκι που θα σέρνεται, κι αυτός τότε μου ζητούσε να βγάλω το παλτό και με χτυπούσε με μανία παντού. Εγώ ούτε φώναζα, ούτε έπεφτα κάτω, κι όταν μ' έριχνε, ξανασηκωνόμουν. Του έλεγα πως κάποτε θα 'ρθει η στιγμή που θα βρεθούμε έξω και όταν τον πιάσω στα χέρια μου, θα ξηγηθούμε μια και καλή... Ημουν 18 χρονώ τότε.

- Και; Ετυχε να τον ξαναδείς;

- Ναι. Τον συνάντησα μετά από χρόνια, στην Καλαμάτα, Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου σ' έναν γάμο που ήμουν κουμπάρα. Μόλις κατάλαβε ποια είμαι, πάγωσε!

- Κι εσύ τι έκανες;

- Τι να κάνω; Τον κάλεσα στο τραπέζι μου για να τον κεράσω.

- Λες αλήθεια τώρα;

- Ρώτα όλη την Καλαμάτα να στο πει. Μάλιστα, όταν με είδε και με κατάλαβε, έσκυψε το κεφάλι από ντροπή κι έμεινε ακίνητος. Τότε τον απείλησα. «Κώστα Σταθόπουλε», του λέω, «σήκω κι έλα να πιεις μαζί μας, πριν πω στον πατέρα μου ότι εσύ είσαι αυτός που βάραγε το παιδί του και έρθει εδώ να σου σπάσει το κεφάλι».

- Ηρθε τελικά;

- Αν ήρθε; Τσακίστηκε. Ηρθε και ήπιε στην υγειά μου. «Στην υγειά σου, Πότα, πάντα άξια», μου είπε, κι εγώ του απάντησα: «Εγώ το ξέρω, κοίτα να το μάθεις κι εσύ».

Τα νησιά, το ξύλο, οι πέτρες, η Μακρόνησος

Συλλαμβάνεται την πρώτη μέρα της χούντας στην Καλαμάτα, μία γυναίκα ανάμεσα σε 750 άντρες.

Η εξορία ήταν το μέσο που χρησιμοποίησε το κράτος για να διαλύσει τις ιδέες, όχι μόνο τα σώματα.

Την στέλνουν στη Χίο, στο Τρίκερι, στη Μακρόνησο, στις φυλακές Αβέρωφ, όλα μέρη μιας μεγάλης απομόνωσης, μιας βιομηχανίας πόνου.

Κάθε φορά που ανταμώνουν με τον Ρίτσο στο κολαστήριο, την χαιρετάει λέγοντας: «Γεια σου, Καλαματιανάκι!».

Στη Μακρόνησο, όπου κρατήθηκαν και βασανίστηκαν πάνω από 100.000 αγωνιστές (ανάμεσά τους και 300 παιδιά), η Πότα, που βασανίστηκε όσο κανένας σε εκείνες τις ματωμένες πέτρες των ξερονησιών, ήταν πρώτη στις γραμμές όταν ξεκινούσε το ξύλο. Αυτή έβαζε πρώτη το σώμα της, για να φάει τα περισσότερα χτυπήματα, προστατεύοντας τις υπόλοιπες και κυρίως την αδύναμη Αλέκα Παΐζη.

Προσπαθούσε μάλιστα - μου είχε πει - να μην αποχωρίζεται το χοντρό παλτό της, για να πονάει λιγότερο από τις ροπαλιές και τον βούρδουλα.

Οταν οι βασανιστές έλεγαν από τα μεγάφωνα ότι «οι γυναίκες γεννήθηκαν για να αγαπούν, όχι για να μισούν», η Πότα ένιωθε πίσω από τις λέξεις την εκδικητική τρομοκρατία του αστικού κράτους, που ήθελε να υποτάξει ακόμα και την ίδια την αξιοπρέπεια του νου.

Και όπως ανέφερε:

«Αν γινόταν χούντα σήμερα στην Ελλάδα, πάλι εμένα θα έπιαναν πρώτη!».

Αυτή ήταν η Πότα, όχι φοβισμένη από το παρελθόν, αλλά έτοιμη να το αντιμετωπίσει ξανά αν χρειαστεί.

Να ξαναζήσει τις σκηνές στη χαράδρα των βασανιστηρίων, στο ξεροπήγαδο όπου έβαζαν φωτιά και έκαιγαν τα βιβλία, και στον καταυλισμό, όπου οι άνθρωποι έχαναν τα λογικά τους από τα βασανιστήρια.

«Εμείς» - μου έλεγε σ' εκείνη την εκπομπή - «όταν αποφασίσαμε τους αγώνες μας, δεν περιμέναμε προσωπική δικαίωση. Εμείς αγωνιζόμασταν για τις ιδέες μας. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, σκύψαμε με τη θέλησή μας για να πατήσετε πάνω μας εσείς και να προχωρήσετε. Με τον εαυτό μας, μέσα μας, είμαστε δικαιωμένοι, έχουμε κάνει το καθήκον μας».

Μνήμη, αντίσταση, και τα «τότε» στην καρδιά του σήμερα

Αν και η ζωή της ήταν μια σειρά από κατολισθήσεις της μοίρας, εκείνη έκανε συνειδητή επιλογή να παραμείνει όρθια, ξανά και ξανά.

Οσο για την ιστορία της Πότας Κακκαβά, δεν είναι μόνο προσωπική.

Είναι ιστορία συνολικών αγώνων και ιστορικής βίας, που εφαρμόστηκε συλλογικά κατά των κομμουνιστών μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα. Φυλακίσεις, εξορίες, επιβολή αντιδημοκρατικών κανόνων, κοινωνικός στιγματισμός, επιχειρήσεις απονομής «υπευθυνότητας» μόνο προς τη μία πλευρά.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Πότα διεκδίκησε με κάθε λέξη της την πραγματική μνήμη, που δεν παραχαράσσει, ούτε αποδέχεται ευκολίες.

Και πάλι με τα δικά της λόγια:

«Κοίτα να μην ξεχνάς ποτέ ότι η αστική τάξη είχε μαντρώσει χιλιάδες κρατούμενους στα νησιά της εξορίας...».

Δεν ήταν μόνο αριθμός.

Ηταν ανθρώπινες ζωές.

Με το «καλημέρα» της χούντας η Πότα βρέθηκε ξανά στη γραμμή του πυρός, αυτήν τη φορά μαζί με άλλους 750 άντρες αγωνιστές, στην ίδια εξορία, στη Γυάρο.

Στη μεταπολίτευση, ενώ άλλοι αναζητούσαν τρόπο να ξαναμπεί η ζωή στις ράγες της «κανονικότητας», η Πότα συνέβαλε αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση του ΚΚΕ στη Μεσσηνία και στις Οργανώσεις του.

Δεν έγινε διπλωμάτης της Ιστορίας, έγινε φωνή που επέμενε να μιλά, όσων δεν μπόρεσαν να μιλήσουν.

Δεν της χρωστάμε στεφάνια. Της χρωστάμε στάση

Πέθανε 25 Γενάρη του 2025.

Στην κηδεία της, η ΚΕ του ΚΚΕ και οι Οργανώσεις της Πελοποννήσου τόνισαν ότι η Πότα ήταν εκείνη που έμεινε πιστή μέχρι το τέλος στα ιδανικά της και στους αγώνες για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Σήμερα, και για όσο η λέξη «αγώνας» αντικαθίσταται από κάποιους με τη λέξη «διαχείριση», όσο η αδικία βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η παραίτηση παρουσιάζεται ως ωριμότητα, εκείνη θα εξακολουθεί να ενοχλεί.

Γιατί η ζωή της θα συνεχίσει να θέτει ένα απλό, αλλά επικίνδυνο ερώτημα:

Η γενιά της άντεξε φυλακές και εξορίες, εμείς θα αντέξουμε τη σιωπή;

Δεν της χρωστάμε στεφάνια και πολυλογίες. Της χρωστάμε στάση.

Γιατί την Ιστορία τη γράφουν οι άνθρωποι που επιμένουν να αγωνίζονται, ακόμα κι όταν όλα γύρω τους μοιάζουν να καταρρέουν.

Ζητούσε να μαχόμαστε για όλα όσα της κόστισαν στη ζωή της, τα δικαιώματα, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία.

Καμιά φορά την έπιανε το παράπονο:

«Η Ιστορία ήταν για μας κακιά μητριά κι εμείς τα ξενοπαίδια της. Γράφτηκε όπως βόλευε κάποιους».

Υστερα όμως άλλαζε ύφος και απαιτούσε:

«Πρέπει να ψάξετε και να μάθετε όλη την αλήθεια. Ο καπιταλισμός αγριεύει κάθε μέρα και πιο πολύ, καταργεί δικαιώματα που κερδίσαμε με αίμα, ισοπεδώνει λαούς. Μόνο από τα νέα παιδιά περιμένω φως. Μόνο αν καταλάβουν καλά τι έχει συμβεί και τι συμβαίνει γύρω μας, αν αποφασίσουν να κινητοποιηθούν, μπορεί κάτι ν' αλλάξει. Μέχρι τότε εγώ θα είμαι συνέχεια εδώ. Μάχιμη!».


Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ

«To Σωσίβιο» του Θανάση Τριαρίδη στo «Από Κοινού» Θέατρο

Ενα μεσημέρι καλοκαιριού, σε μια «εντελή» δημοκρατία του κοντινού μέλλοντος, ο Ε, καθηγητής Θεωρίας του Κινηματογράφου στο πανεπιστήμιο, μπαίνει σε ένα πολυκατάστημα ειδών θαλάσσης και ζητάει ένα σωσίβιο. Το γεγονός ότι πρόφερε τη λέξη «σωσίβιο» προκαλεί την άμεση σύλληψή του, καθώς τα σωσίβια έχουν καταργηθεί από τη συλλογική μνήμη των ανθρώπων εδώ και 14 χρόνια. Στην ανάκριση, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, υποστηρίζει πως ήταν μια άσκεφτη επιπολαιότητα της στιγμής...

Με αφορμή την παράσταση «Το Σωσίβιο» του Θανάση Τριαρίδη στο Θέατρο «Από Κοινού», είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε με τους πρωταγωνιστές της, τον Δημοσθένη Φίλιππα και την Αγγελική Ξένου, η οποία υπογράφει και τη σκηνοθεσία. Η συζήτηση ήταν απολαυστική, έκοβε ο ένας, έραβε ο άλλος!

Δημιουργώντας ένα ρήγμα...

- Γιατί διαλέξατε το συγκεκριμένο έργο; Ποιες είναι οι αναφορές του στο σήμερα;

Αγγελική Ξένου: Δυστυχώς είναι ένα ιδιαίτερα επίκαιρο έργο. Ξετυλίγει με αλληγορική μαεστρία την επιβολή της «νομιμότητας» μιας «εντελούς» δημοκρατίας, που στην ουσία για μας τους μαρξιστές αυτή η δημοκρατία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η δικτατορία της αστικής τάξης. Γιατί στη ζωή μας σε καθημερινή βάση πλέον βλέπουμε συνδικαλιστές να σέρνονται στα δικαστήρια επειδή απλώς τολμούν να αγωνιστούν για τα αυτονόητα εργασιακά τους - και όχι μόνο - δικαιώματα.

Η κεντρική αλληγορία στο κείμενο είναι το σωσίβιο. Νομίζω ότι στη συνείδησή μας σήμερα η λέξη αυτή συνδέεται με το Μεταναστευτικό. Στη μελλοντική κοινωνία του έργου έχει απαγορευτεί το ελεύθερο μπάνιο, ακόμα και οι λέξεις που συνδέονται μαζί του... Ομως οι άνθρωποι έχουν ακόμα αναμνήσεις μιας άλλης εποχής...

Σ' αυτό το έργο ο Τριαρίδης αναφέρεται πολυεπίπεδα και στην Τέχνη και στην επίδρασή της στην κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι επιλέγει έναν καθηγητή πανεπιστημίου της Θεωρίας και Ιστορίας του Κινηματογράφου να έρθει σε σύγκρουση με το καθεστώς της εντελούς δημοκρατίας.

Δημοσθένης Φίλιππας: Το έργο γράφτηκε τον Ιανουάριο του '25, ως αλληγορία για ένα μελλοντικό δυστοπικό περιβάλλον. Πολλά από αυτά που περιγράφει το έργο τα ζούμε ήδη... Για παράδειγμα, όλο αυτό που γίνεται με τις κάμερες AI της τροχαίας, με τον τρόπο που πλασάρεται, με το περιτύλιγμα του «νόμος και τάξη», δήθεν για το καλό μας, ουσιαστικά περνάει στην παρακολούθηση και την καταστολή.

Στην κοινωνία του έργου, που υποτίθεται ότι είναι υποδειγματική, έχει απαγορευτεί η λέξη σωσίβιο. Τα μπάνια επιτρέπονται μέχρι εκεί που πατώνουν οι άνθρωποι, άρα δεν χρειάζεται το σωσίβιο...

- Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας;

Δ. Φ.: Εγώ είχα τη μεγάλη τύχη και χαρά να παίξω με την μητέρα της Αγγελικής παλαιότερα. Την εκτιμώ πάρα πολύ, και σαν ηθοποιό αλλά και σαν άνθρωπο. Την Αγγελική δεν την είχα γνωρίσει επαγγελματικά. Αλλά όταν μου προτάθηκε να συνεργαστούμε, σε συνδυασμό με το έργο και την πρόθεση να περιγράψουμε αυτήν την κοινωνία, ε, δεν ήθελε πολύ!

Α. Ξ.: Ηταν σύντομο το ταξίδι, αλλά ωραίο!

- Ποιος ο ρόλος του Ε;

Α. Ξ.: Στο δυστοπικό μέλλον που περιγράφει το έργο κυριαρχεί η λογοκρισία, έχουν αφαιρεθεί τα σωσίβια από παντού, όμως εκείνος έστω και αυθόρμητα προφέρει τη λέξη σωσίβιο. Στην ανάκριση, θέλοντας να υπερασπιστεί τον εαυτό του, τη χρησιμοποιεί θαρρετά και συνειδητά. Με τη στάση του δημιουργεί ακόμα και στην ίδια την ανακρίτρια ένα «ρήγμα».

Δ. Φ.: Το βασικό χαρακτηριστικό στην ιστορία είναι ότι ο Ε δεν πήγε με σκοπό να επαναστατήσει απέναντι στο καθεστώς, όμως η ανάμνηση που υπήρχε από τα παιδικά του χρόνια τού έδωσε την ελευθερία και του δημιούργησε τη συνθήκη να κάνει ένα μικρό βήμα, που θεωρούσε ότι δεν θα του στοιχίσει και πολύ. Αν και τελικά του κοστίζει...

Περιγράφεται χαρακτηριστικά ότι μόλις ξεστομίζει τη λέξη, οι πάντες, ακόμα και η οικογένειά του, αυτομάτως τον περιθωριοποιούν. Η αναφορά στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ και στα μυθιστορήματα του Φραντς Κάφκα δεν είναι τυχαία άλλωστε.

Τα πράγματα μπορούμε να τα πάμε και αλλού

- Τελικά υπάρχει κάπου μια χαραμάδα φωτός;

Δ. Φ.: Ο συγγραφέας δεν δίνει κάποια συγκεκριμένη λύση, όμως η Αγγελική είχε από την αρχή τη σκέψη κάτι να μείνει ανοιχτό στο τέλος. Μέσα στη ζοφερότητα αυτού του περιβάλλοντος προκύπτει μια σκηνοθετική επιλογή η οποία δημιουργεί μια ανατροπή. Υπάρχει ελπίδα...

Α. Ξ.: Τα τελευταία χρόνια το βλέπουμε πολύ αυτό και στο θέατρο, γίνονται αρκετά δυστοπικά έργα. Εμένα η κοσμοθεωρία μου είναι ότι αυτό πρέπει να αλλάξει. Υπάρχει και η ευτοπία στην Τέχνη αλλά και στη ζωή, και πρέπει να τη δείχνουμε αυτήν τη διέξοδο, την αισιόδοξη κατεύθυνση, ότι δηλαδή τα πράγματα μπορούμε να τα πάμε αλλού...

- Δεν μπορούμε να μη ρωτήσουμε για τους αγώνες που δίνουν όλο αυτό το διάστημα οι ηθοποιοί.

Α. Ξ.: Ας μιλήσουμε λοιπόν λίγο περισσότερο για την ευτοπία! Πράγματι, εμείς οι ηθοποιοί το τελευταίο διάστημα βρισκόμαστε σε αγωνιστικές διεκδικήσεις για τα αναγκαία. Για μένα τουλάχιστον αυτό είναι ευτοπία, ότι διεκδικούμε συλλογικά κάποια πράγματα. Βλέπουμε ότι το θηρίο μεγαλώνει και απλώνει τα πλοκάμια του, αλλά δεν μπορεί, κάπου πρέπει να σταματήσει... Θα το σταματήσουμε εμείς. Και μόνο ότι καταφέραμε σε αυτές τις δύο μεγάλες απεργίες να υπάρχει αυτή η συμμετοχή, δείχνει ότι μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά. Εχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας βέβαια, γιατί πέρα από τη Συλλογική Σύμβαση έχουμε να δούμε και το ζήτημα του πανεπιστημίου, που είναι πολύ σημαντικό, όπως εξίσου σημαντικό είναι το θέμα της εξάπλωσης της Τεχνητής Νοημοσύνης στον οπτικοακουστικό τομέα, και νομίζω πως όλα τα καλλιτεχνικά σωματεία πρέπει να δράσουμε δυναμικά ενάντια σ' αυτήν την απανθρωποποίηση.

Δ. Φ.: Οσο αδιανόητη είναι η συνθήκη που περιγράφει το έργο μας, τόσο αδιανόητη είναι η αντίδραση των συλλόγων - κλαμπ των παραγωγών μας απέναντι στις απαιτήσεις για μια αμοιβή που καλύπτει τις πολύ βασικές, τις ελαχιστότατες ανάγκες μας. Επίσης, το πολύ θετικό και σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι ο κλάδος είναι έτοιμος γι' αυτές τις διεκδικήσεις. Και τα νέα παιδιά που μπαίνουνε μέσα στο επάγγελμα, και γενικά οι διεκδικήσεις που έχουν προϋπάρξει μέσα στον COVID αλλά και με το Προεδρικό Διάταγμα, έχουν χτίσει μια περισσότερο συνδικαλιστική συνείδηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

- «Το Σωσίβιο» θα παίζεται έως το Σάββατο 31 Γενάρη. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Α. Ξ.: Την Κυριακή 8 Μάρτη στις 8μ.μ. θα γίνει επαναληπτική επετειακή παράσταση του έργου του Αυγούστου Κορτώ «Η μικρή λέξη αγάπη». Επίσης, την άνοιξη διοργανώνουμε το διαγωνιστικό φεστιβάλ New Team Theater Festival, για νεοσύστατες ομάδες από αποφοίτους δραματικών σχολών με πρωτότυπα έργα. Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν την επόμενη βδομάδα!

Δ. Φ.: Στο «Studio Μαυρομιχάλη» θα επαναλάβουμε την παράσταση «Να σου πω μια ιστορία», του Χόρχε Μπουκάι, και ταυτόχρονα θα ανεβάσουμε το έργο της Γιασμίνα Ρεζά «Ο Θεός της σφαγής», από τα μέσα Φλεβάρη μέχρι το Πάσχα.



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ