Στο Θέατρο Τέχνης, 11, 12 και 13 Μαΐου
Η γνωριμία μου μαζί της έδωσε άλλη διάσταση, άλλο νόημα στη ζωή μου. Αγαπούσε πιο πολύ να νιώθει, να αισθάνεται, γι' αυτό και θαύμαζε πάντα τα έργα πάθους. Εφτανε μόνο μια λέξη, μια ερώτηση για να ξεχειλίσουν η σοφία και η αγάπη της για τον άνθρωπο.
Για πρώτη φορά παρουσιάζεται μια θεατρική παράσταση για τη ζωή της κορυφαίας παιδαγωγού, μέσα από το κείμενό μου, στο Θέατρο Τέχνης, 11, 12 και 13 Μαΐου. Συνδημιουργοί σε αυτήν την απόπειρα είναι η ηθοποιός Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και ο σκηνοθέτης Αγγελος Μπούρας.
Πεζογράφος, παιδαγωγός και αγωνίστρια. Τρεις λέξεις αχώριστες. Δεμένες. Αυτή είναι η ταυτότητα της Ελλης Αλεξίου. Στα κλαδιά του δέντρου της ζωής της, αν τοποθετούσαμε τα εξώφυλλα των τριάντα και πλέον βιβλίων της, θα βλέπαμε στο καθένα ξεχωριστά τη μορφή μιας σοφής, γενναίας και πηγαίας συγγραφέως. Το λίπασμα όλα αυτά τα χρόνια για ν' αναπτυχθεί το «ΔΕΝΤΡΟ» ήταν η ιδεολογία της.
Σ' όλα τα βιβλία της ξεχειλίζουν οι αρχές του κομμουνισμού, τον οποίο πίστευε σαν θρησκεία. Επίκεντρο πάντα ο άνθρωπος. Οι αξίες του. Εγινε γνωστή στα ελληνικά γράμματα το 1923. Την εποχή εκείνη υπηρετούσε ως δασκάλα στο Ηράκλειο Κρήτης. Κρατούσε ημερολόγιο περιγράφοντας τις ιστορίες των μαθητών της. Τα δράματα, τη μιζέρια, τη θλίψη. Μια τέτοια ιστορία ήταν και του μικρού Φραντζέσκου, που τη διηγήθηκε μια μέρα στον άντρα της, Βάσο Δασκαλάκη. Ο Βάσος με τον Φώτη Κόντογλου έβγαζαν τότε το περιοδικό «ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ».
«Μέχρι το βράδυ που θα επιστρέψω» - της είπε - «θα έχεις γράψει την ιστορία του Φρατζέσκου, αλλιώς θα φύγω από το σπίτι». Αυτό το διήγημα ήταν η αρχή. Το θεώρησαν αριστούργημα. Τα βιβλία της ένας θησαυρός, όπου κυριαρχούν η αλήθεια, ο αγώνας για δίκαιη μεταχείριση, το δικαίωμα της ζωής, όλα αυτά δηλαδή που σημάδεψαν την πορεία της και την ώθησαν στον κομμουνισμό. Είπε κάποτε στον Γληνό όταν την ρώτησε «μα εσύ από πότε έγινες κομμουνίστρια;»: «Πολύ πριν απ' τον κομμουνισμό».
«Κάθομαι καμιά φορά και συλλογίζομαι» - λέει - «και απορώ γιατί αυτός ο κόσμος άσκησε απάνω μου τόσην επίδραση... Ενας κόσμος που δε γύρεψε καλυτέρεψη της θέσης του...».
Στο αυτοβιογραφικό της «ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ» περιγράφει τον εαυτό της: «Στα καταπρώτα χρόνια της ζωής, που ο άνθρωπος κρατάει στη μνήμη αμυδρές και σκόρπιες εικόνες, δίχως ειρμό, βλέπω τις δικές μου παραστάσεις σαν ένα ακατάστατο παλαιοπωλείο με φύρδην - μίγδην κουβέντες, ανθρώπους, γεγονότα και αντικείμενα. Και μέσα στο παλιατζίδικο αυτό τριγυρίζει ένα οντάριο, που κανείς δεν του δίνει σημασία, ούτε όση σ' ένα γατί. Γιατί να του δίνουν; Ολα συγκλίνανε πως ό,τι γινόταν ήταν σωστό και φυσικό έτσι να γίνεται».
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο από το ίδιο βιβλίο «Χαρούμενες Μέρες του Μάρτη του 1973»:
«Δεν είμαι τύπος του γεννημένου μεμψίμοιρου. Με την επέλαση της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967, άφηνα να περνούν οι μέρες και οι μήνες με στωική απάθεια. Ολες τις τραγικές καταστάσεις που έφερνε μαζί της τις αντιμετώπιζα με τέλεια αδιαφορία. Γιατί τις περίμενα. Δεν ήταν η πρώτη δικτατορία που γνώριζα. Απαγορεύτηκαν τα βιβλία μου; Ακόμη και η Βιογραφία του Καζαντζάκη; Εχει καλώς. Απαγόρεψαν την παράσταση του αγαπημένου μου "Μια Μέρα στο Γυμνάσιο"; Εχει καλώς. Μου αρνήθηκαν το διαβατήριο για τη Συνάντηση της Μόσχας; Εχει καλώς. Ενιωθα ικανοποίηση μ' αυτές όλες τις απαγορεύσεις. Αν φερόντουσαν καλύτερα, θα απόδειχναν πως δεν είναι τόσο φαύλοι όπως τους πιστεύω. Σε άλλους εξάλλου είχαν πάρει τη ζωή. Δεν είχαν εξοντώσει με βασανιστήρια τον άμοιρο τον λεβέντη τον Μαντηλαρά; Πριν λίγα χρόνια είχαμε γιορτάσει στο Βουκουρέστι, με τον πεθερό του τον Καλοδίκη, τους γάμους του. Είχε έρθει πρωί - πρωί στο σπίτι μου στο Βουκουρέστι δακρυσμένος, κρατώντας στα χέρια του την πρόσκληση στον γάμο της κόρης του με τον Μαντηλαρά....
Στο βιβλίο της «ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΙ», διαβάζοντας το κεφάλαιο «Λουλούδια στη θύελλα» διαπιστώνεις την ανθρωπιά, την αγάπη, την αλληλεγγύη στους κατατρεγμένους. Ολα της τα βιώματα που πηγάζουν μέσα από τη διδασκαλία, τις πνευματικές της αναζητήσεις, τον πατριωτισμό της, την ευαισθησία, την τιμιότητα, την αριστερή της ιδεολογία, τα μεταφέρει στο έργο της με τρόπο απλό και ανεπιτήδευτο.
Στο βιβλίο της, «ΛΟΥΜΠΕΝ», λέει: «Σε πολλούς ανθρώπους η ζωή είναι σαν ένα ταξίδι. Ξεκινάνε πώς και πώς, μα στα κατατελευταία γυρίζουνε πάλι τα μπρος πίσω. Κι άλλοι κάνουνε ταξίδι μακρινό που βαστά αλογάριαστα χρόνια, όλη τη ζωή...».
Η Ελλη Αλεξίου έζησε περίπου έναν αιώνα. Σ' αυτό το ταξίδι της ζωής της, όλο το έργο της είναι ταυτόσημο με την πρόοδο και την ιδεολογία της. Ηταν πάντα κοντά στον άνθρωπο.
Οι σκέψεις μου για την ιδεολογία της περιλαμβάνονται και στο βιβλίο μου «Εκμυστηρεύσεις της Ελλης Αλεξίου», των εκδόσεων «Σύγχρονη Εποχή».
Μια ξεχωριστή έκδοση της ΟΠ Αττικής της ΚΝΕ
Στη σύντομη αυτή έκδοση ξετυλίγονται οι ιστορίες ορισμένων γνωστών και άγνωστων τραγουδιών εμπνευσμένων ή αφιερωμένων στην εργατική τάξη. Μέσα από την έκδοση φιλοδοξείται να δοθεί μια αφορμή στον αναγνώστη για περαιτέρω αναζητήσεις. Να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον για την ιστορία του εργατικού κινήματος, και περισσότεροι νέοι και νέες να αναζητήσουν την ιστορική γνώση μέσα από το πλήθος των εκδόσεων του ΚΚΕ, να έρθουν σε επαφή με το προοδευτικό καλλιτεχνικό έργο, με τους μεγάλους δημιουργούς της χώρας μας.
Οπως σημειώνεται στον πρόλογο:
«Οι γνωστές και άγνωστες ιστορίες των τραγουδιών που θα ακολουθήσουν στις επόμενες σελίδες φωτίζουν με τρόπο χαρακτηριστικό ορισμένα κρίσιμα ζητήματα.
Φωτίζουν την ανειρήνευτη πάλη της αστικής με την εργατική τάξη, αφού τα συμφέροντα των εργατών δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με αυτά των καπιταλιστών, για αυτό φτάνουν στις πιο σκληρές αιματηρές συγκρούσεις και τη βίαιη καταστολή των αγώνων των εργατών από το εχθρικό αστικό κράτος που εξασφαλίζει την κυριαρχία της άρχουσας τάξης.
Φωτίζουν ότι είτε σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης, είτε καπιταλιστικής κρίσης, είτε σε περιόδους ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο των λαών είτε σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν μπορεί να υπάρξει ενιαίο "εθνικό συμφέρον" σε μια ταξική κοινωνία. Πάντα συγκρούονται δύο πατρίδες, αυτή των εργατών που με την εργασία τους παράγουν τα πάντα και από την άλλη των καπιταλιστών που κολυμπάνε στα πλούτη από την εκμετάλλευση των εργαζομένων και διεξάγουν τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους.
Φωτίζουν τον μόνο ελπιδοφόρο δρόμο για την εργατική τάξη, αυτόν της οργάνωσης και του αγώνα, της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, βάζοντας μπροστά τις δικές της ανάγκες σε σύγκρουση με την εξουσία του κεφαλαίου, το κράτος και τις κυβερνήσεις που την υπηρετούν, αλλά και με τις αυταπάτες για φιλολαϊκές λύσεις εντός των ορίων αυτού του συστήματος.
Οι αγώνες των εργατών δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ασυγκίνητους και τους μεγάλους δημιουργούς. Η τέχνη βρήκε μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης που κινητοποίησε κορυφαίους καλλιτέχνες σε όλο τον πλανήτη. Η καλλιτεχνική δημιουργία μεγαλούργησε σε συνθήκες που ο λαός έγινε πρωταγωνιστής και μεγαλούργησε κι αυτός. Το καλλιτεχνικό έργο εμπνεύστηκε από τους αγώνες, τις ιστορικές, λαϊκές παρακαταθήκες, τις θυσίες. Με τη σειρά τους αυτά τα έργα ρίζωσαν στις καρδιές μας, έγιναν συστατικό στοιχείο της συλλογικής μνήμης, της λαϊκής συνείδησης. Από τους ήχους των εργοστασίων και τον ρυθμό των βημάτων των εργατών, τα σφυρίγματα των μηχανών, μέχρι τους μεγάλους ταξικούς αγώνες γεννήθηκαν τραγούδια που δεν ζητούσαν απλώς να ακουστούν, αλλά να εκφράσουν το "πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο", έναν άνθρωπο "που τον 'μποδίζουν να βαδίζει", έναν άνθρωπο που "τον αλυσοδένουν"».
Η έκδοση είναι διαρθρωμένη σε τρία κεφάλαια.
Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο, «Από το Σικάγο...» περιλαμβάνει τραγούδια όλου του κόσμου. Από το ιταλικό τραγούδι για το 8ωρο στα εργατικά τραγούδια των ΗΠΑ. Τραγούδια που εξυμνούν μεγάλες απεργιακές μάχες, τραγούδια που εκφράζουν τη θέληση των εργατών όπου Γης...
Το δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά!» περιλαμβάνει ελληνικά τραγούδια, τραγούδια ύμνους για την εργατική τάξη και τους αγώνες της.
«...Στην Καισαριανή». Το τρίτο κεφάλαιο μεταφέρει τον αναγνώστη σε μια Πρωτομαγιά που έχει αφήσει το δικό της ξεχωριστό αποτύπωμα στην Τέχνη. Μέσα από τραγούδια που βρίσκονται στα χείλη όλων μας, οι 200 της Καισαριανής μας καλούν να βαδίσουμε στα βήματά τους.
Την Παρασκευή 8 Μάη η ξεχωριστή εκδήλωση στον Περισσό
Στην εκδήλωση θα προβληθούν οι ταινίες «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας», σε παραγωγή του ΔΣΕ (1948) και «Γωνία Αρμπάτ και Μπουμπουλίνας», σε παραγωγή «Mosfilm» (1972).
«Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας» αποτελεί ένα πραγματικά συγκλονιστικό ντοκουμέντο. Η ταινία γυρίστηκε από τον Γιώργο Σεβαστίκογλου και τον Μάνο Ζαχαρία στις περιοχές στον Γράμμο και στο Βίτσι, που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΔΣΕ, καθώς και στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας. Καταγράφει τις συνθήκες ζωής των παιδιών στις εμπόλεμες περιοχές. Αποτυπώνει και τη μεταφορά τους σε σοσιαλιστικές χώρες, αποτελώντας σημαντικό ιστορικό τεκμήριο.
Το μοντάζ και η επεξεργασία του ήχου έγιναν στην Πράγα, όπου πραγματοποιήθηκε και η πρώτη κλειστή προβολή της, το 1948, παρόντος και του Ολλανδού κομμουνιστή και σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ Γιόρις Ιβενς. Επέστρεψαν στην Ελλάδα φέρνοντας μια κόπια. «Πήγαμε στη Λευκώνα, στις Πρέσπες, στήσαμε ένα πανί στην εκκλησία, φωνάξαμε τον κόσμο, ήρθαν οι γυναίκες που είχανε στείλει τα παιδιά τους στις Λαϊκές Δημοκρατίες και μόλις είδαν τα παιδιά τους στο πανί στην Τσεχοσλοβακία, οι γυναίκες ορμήσανε πίσω από το πανί να δούνε τα παιδιά τους, φώναζαν τα ονόματά τους, βάλανε τα κλάματα και πήγανε να τα πιάσουνε».
Η ταινία «Γωνία Αρμπάτ και Μπουμπουλίνας» περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία και μερικές από τις συγκλονιστικότερες σκηνές που αποτυπώθηκαν στον κινηματογράφο από τις μάχες, τις διαδηλώσεις και τους λαϊκούς αγώνες της Κατοχής και της Αντίστασης.
Η Γκαλίνα Σέργκοβα, συγγραφέας του ομώνυμου μυθιστορήματος και σεναριογράφος της ταινίας, λέει ανάμεσα σε άλλα... «Παρά το γεγονός ότι ήρωας αυτού του βιβλίου δεν είναι ο Μάνος, αλλά ένας άνθρωπος με τα χαρακτηριστικά της βιογραφίας του, μέσα σε αυτά υπάρχει η Ελλάδα που μου γνώρισε ο Μάνος Ζαχαρίας... Αυτή την Ελλάδα κουβαλούσε μαζί του στο στρατιωτικό σακίδιό του, τη μετέφερε στις ταινίες του και τη χάρισε στους Σοβιετικούς θεατές. Την κουβαλούσε πάντα μέσα στην ψυχή του...».
Ο Μάνος Ζαχαρίας γεννήθηκε το 1922 στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του στο Χημικό ξεκινά να σπουδάζει θέατρο στη σχολή Ρώτα - Σαραντίδη. Το «Θεατρικό Σπουδαστήρι» του Ρώτα τον καιρό της Κατοχής ήταν πηγή αντίστασης και στρατολόγησης. Οργανώνεται στην ΕΠΟΝ, ενώ συμμετέχει και στο «Θέατρο του Λαού», στην Πατησίων, που ο θίασός του απαρτιζόταν από ΕΑΜίτες ηθοποιούς.
Την περίοδο του Δεκέμβρη αναλαμβάνει επικεφαλής του Σπουδαστικού Λόχου που μετονομάστηκε σε «Λόρδος Μπάιρον». Συμμετέχει στην τελευταία μάχη στην Αθήνα στα Εξάρχεια πριν την υποχώρηση του ΕΛΑΣ.
Το 1945, χάρη στην υποτροφία Μερλιέ, επιβιβάζεται στο πλοίο «Ματαρόα» και βρίσκεται στη Γαλλία. Εκεί γράφεται στην IDHEC (Institut des Hautes Etudes Cinematographiques), ενώ παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη Σορβόνη.
Με την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα αποφασίζει να επιστρέψει. «Φεύγω από τη Γαλλία και κατεβαίνω στην ελεύθερη Ελλάδα κουβαλώντας μια μηχανή δεκαεξάρα και μια Μπόλεξ τριανταπεντάρα μικρή».
Εκεί, μαζί με τους Γιώργο Σεβαστίκογλου, Απόστολο Μουσούρη, Φώτη Ματσάκα και άλλους αποτελούν το φωτο-κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ, το οποίο συγκροτήθηκε το 1948. Το συνεργείο κινηματογραφεί «Επίκαιρα» και τραβάει φωτογραφίες από τη ζωή και τη δράση του ΔΣΕ. Τα φιλμ μεταφέρονταν στο εξωτερικό για την τεχνική επεξεργασία με σκοπό τη διανομή τους. «Πολλές φορές κάναμε και μια βδομάδα να γυρίσουμε πίσω, αλλά πάντα στα κουτιά μας υπήρχαν καταχωρισμένα ανεπανάληπτα γεγονότα, μοναδικά πρόσωπα, καθημερινές σκηνές πολέμου - κομμάτια ιστορίας και μνήμης».
Μετά την ήττα εγκαθίσταται στην Τασκένδη. Δηλώνει συμμετοχή σε έναν πανσοβιετικό διαγωνισμό για σπουδές κινηματογράφου στη Μόσχα. Σε αυτόν τον διαγωνισμό οι υποψήφιοι απ' όλες τις σοβιετικές Δημοκρατίες ξεπερνούν τους 400. Μετά από αλλεπάλληλες κρίσεις προκρίνονται 15, ανάμεσά τους και ο Μάνος Ζαχαρίας, ο μόνος μη Σοβιετικός πολίτης.
Στη Σχολή Κινηματογράφου ευτύχησε να έχει μερικούς από τους κορυφαίους της σοβιετικής κινηματογραφίας, όπως ο Ντοβζένκο και ο Ρομ.
Στην ΕΣΣΔ γυρίζει 7 ταινίες μεγάλου μήκους και 3 μικρού. Κάθε περίπου δύο χρόνια ολοκλήρωνε και μια ταινία. Είναι αποκαλυπτικά τα λόγια του για τις συνθήκες που επικρατούσαν, αλλά και για το συντροφικό κλίμα, το γεμάτο αλληλεγγύη και σεβασμό που υπήρχε μεταξύ των σκηνοθετών. «Οι σκηνοθέτες είχαν όλα τα μέσα για να γυρίσουν την ταινία τους. Ο προϋπολογισμός καταρτιζόταν επάνω στο σενάριο που είχε δουλέψει ο σκηνοθέτης, το οποίο από τη στιγμή που εγκρινόταν, ο δημιουργός έκανε ό,τι ήθελε»...
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1979. Από τότε μέχρι και σήμερα, στα 104 του χρόνια, ο κινηματογράφος εξακολουθεί να είναι η μεγάλη του αγάπη...