Σάββατο 14 Φλεβάρη 2026 - Κυριακή 15 Φλεβάρη 2026
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
«Ευνοημένος νιώθω και είμαι»

Η κόρη του Γιάννη Στεφανίδη, Φωτεινή, με αφορμή την Εκθεση ανέφερε στον «Ριζοσπάστη»:

«Δυο φορές είπε αυτά τα λόγια ο Γιάννης Στεφανίδης. Τα είπε δημόσια, τα έλεγε συχνά και στο σπίτι μας. Κι αφορούσαν και τις δύο περιόδους της ζωής του έργα τα οποία θα παρουσιαστούν από τις 18 Φλεβάρη στο Α' μέρος της αναδρομικής του έκθεσης στον Χώρο Πολιτισμού "Γιώργης Βαρλάμος".

Ευνοημένος που όταν αναζητήθηκε έμβλημα για την Οργάνωση των Νέων ενάντια στον Κατακτητή, για τη θρυλική ΕΠΟΝ, εκείνος είχε ήδη χαράξει και τυπώσει πλήθος προκηρύξεων για τον Αγώνα, όποτε κρίθηκε ο καταλληλότερος για να ετοιμάσει το Σήμα, το περήφανο παιδί που ανεβαίνει στον ήλιο και οι ακτίνες του γεμίζουν τον μικρό ρόμβο, κατακλύζουν τις καρδιές κι ανεβάζουν το αίσθημα του αγώνα, τη δύναμη για παραπάνω και παραπάνω.

Ευνοημένος δήλωσε και όταν επέστρεψε από την εξορία για όλα αυτά που έζησε εκεί. Για το ότι μπόρεσε και συγκεντρώθηκε σε εικαστικό έργο, κάτι που οι ανάγκες βιοπορισμού του στέρησαν πολλές φορές. Για τη μεγάλη τύχη να συζητά και να ζωγραφίζει πλάι στον Γιάννη Ρίτσο ζώντας από κοντά τη δημιουργία των ποιημάτων του, κατασκευάζοντας το μαντολίνο για τα χέρια του, ακούγοντας τις επιθυμίες του για οτιδήποτε καλλιτεχνικό.

Και σαν τελείωσαν οι περίοδοι της "εύνοιας", δεν σταμάτησαν να δίνουν έμπνευση στη συνέχεια και για όλη του τη ζωή κι αυτό θα φανεί στην έκθεση. Από κατοπινούς πίνακες και χαρακτικά, μέχρι τις εικόνες της μυθολογίας, τα χαρακτικά των βιβλίων του, τα exlibris, από τα γλυπτά και τα ανάγλυφά του, ακόμα κι από τα μαστορέματά του, όλες οι μορφές και οι τρόποι προέρχονται από τις δύσκολες περιόδους της Κατοχής και της Εξορίας.

Τώρα οι ευνοημένοι είμαστε εμείς που μας προσφέρεται η ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με ένα τόσο σημαντικό κομμάτι Ιστορίας και μαζί καλλιτεχνικού έργου».

ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

Τον παντοτινά «δικό μας» Γιάννη Στεφανίδη, ζωγράφο, χαράκτη και συγγραφέα - εργάτη της μαχόμενης και μαζί ελεύθερης τέχνης, που με τη ζωή και το έργο του συμπύκνωσε την ουσία του κομμουνιστή καλλιτέχνη, τιμά με δύο διαδοχικές εκθέσεις που διοργανώνει η ΚΕ του ΚΚΕ μαζί με την οικογένεια του ίδιου.

Στην πρώτη έκθεση που εγκαινιάζεται αυτή την Τετάρτη 18 Φλεβάρη, στις 6.30 μ.μ., στον Χώρο Πολιτισμού - «Εργαστήρι Γιώργη Βαρλάμου» (Λεάγρου 23, Γούβα) το κοινό θα έχει την ευκαιρία να δει τα έργα του Στεφανίδη από την περίοδο της Κατοχής, της Αντίστασης και της Εξορίας.

Τα έργα περικλείουν μέσα τους τη συγκίνηση της στιγμής που φτιάχτηκαν. Φανερώνουν τη «μεγάλη απόφαση» που είχε στην καρδιά του τόσο ο Γ. Στεφανίδης, όσο και αυτοί που απεικονίζονται στα έργα. Ανεκτίμητα ντοκουμέντα από μια εποποιία αυτοθυσίας, συλλογικότητας, ανθρωπιάς και αφοσίωσης στον σκοπό του αγώνα.

Η ζωγραφική του Γιάννη Στεφανίδη «πατάει» στις γερές βάσεις της μοντέρνας παράδοσης, που τον καιρό που ήταν και ο ίδιος φοιτητής στην ΑΣΚΤ μεταδόθηκε σ' αυτή τη γενιά νέων καλλιτεχνών.

Κατακτώντας τη δεινότητα στις εικαστικές φόρμες της ζωγραφικής, ο Στεφανίδης, όπως και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες της «μαχόμενης» τέχνης των χρόνων της Κατοχής, καταπιάστηκε και με τη χαρακτική. Αυτή η τέχνη συνέβαλε τα μέγιστα στη διάδοση των μηνυμάτων της ΕΑΜικής Αντίστασης όπως και της ΕΠΟΝ, αφού μέσω των πολλαπλών τυπωμάτων κυκλοφορούσαν τρικ, αφίσες κ.ο.κ. Με το χέρι του Στεφανίδη έγιναν το εμβληματικό σήμα της ΕΠΟΝ, όπως και άλλα χαρακτηριστικά έργα - αφίσες εκείνων των ημερών.

Τη ζωγραφική παρ' όλα αυτά δεν την εγκατέλειψε καθόλου. Πορτρέτα των συνανθρώπων, των συναγωνιστών και των συντρόφων, σπουδαστικά τοπία της Μυκόνου αλλά και απ' το Κοντοπούλι της Λήμνου που βρέθηκε εξόριστος, σκηνές από την καθημερινή ζωή των εξόριστων.

Στην τέχνη του Στεφανίδη πήγαιναν «χέρι - χέρι» η αισθητική αρτιότητα με την αναπαράσταση της πραγματικής ζωής όπως την έζησε ο ίδιος, μιας ζωής αφοσιωμένης στον αγώνα και γι' αυτό μιας τέχνης ιδιαίτερα ανθρώπινης.

Η έκθεση είναι επισκέψιμη κάθε Πέμπτη έως και Σάββατο 6 μ.μ. - 8.30 μ.μ. και κάθε Κυριακή, 11 π.μ. - 2 μ.μ.

Υπάρχει δυνατότητα οργανωμένων ξεναγήσεων μετά από επικοινωνία στο τηλέφωνο 2107515584 ή στην διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ergastiri.gvarlamou@gmail.com

Δίνοντας σχήμα και μορφή στην Αντίσταση

Εγκαινιάζεται την Τετάρτη η έκθεση που διοργανώνουν η ΚΕ του ΚΚΕ και η οικογένεια του δημιουργού στον Χώρο Πολιτισμού - Εργαστήρι «Γιώργη Βαρλάμου»

Ο Γιάννης Στεφανίδης γεννήθηκε στις 24 Ιουνίου 1919 στην πόλη Σκόμπελεφ (σημερινή Φεργκάνα) του Ουζμπεκιστάν της Ρωσίας.

Στα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η οικογένεια του Στεφανίδη ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε με προσφυγικό κλήρο στη Ραφήνα Αττικής. Ακολούθησε το 1933 η εγκατάσταση στην Αθήνα και οι δυσκολίες μεγάλωναν... Μικροπωλητής στην αρχή, παιδί για όλες τις δουλειές στα δεκατέσερά του στην εφημερίδα «Εστία».

Η Λευτεριά περπατούσε τη νύχτα στη Σόλωνος

Η κήρυξη του πολέμου τον βρήκε φοιτητή στην Καλών Τεχνών. «Οι χρονιές του '40 - '41 και η Κατοχή, που ακολούθησε, στάθηκαν ορόσημο για τους σπουδαστές που μπήκαν τότε στην ΑΣΚΤ. Ζήσαμε τον πόλεμο, την Κατοχή και στη συνέχεια την Αντίσταση και μπορώ να πω ότι - από μια άποψη - αυτό ήταν τύχη για μας. Βρήκαμε ιδανικά που δεν είχαμε, πήραμε στα χέρια μας τη μόρφωσή μας, παλέψαμε για την επιβίωση, δουλέψαμε παράνομα, βγήκαμε στους δρόμους και αντιμετωπίσαμε τους πάνοπλους καταχτητές. Κοντολογίς, ανδρωθήκαμε στην Αντίσταση, γράψαμε ιστορία», έγραψε ο Γ. Στεφανίδης στον «Ριζοσπάστη» μετά από παρότρυνση της αξέχαστης Αριστούλας Ελληνούδη.

Ο αγώνας των ΕΠΟΝιτών καλλιτεχνών ήταν πολυποίκιλος. Μέσα από επιτροπές και κινητοποιήσεις έμπαιναν μπροστά στον αγώνα για την επιβίωση. Για τα συσσίτια, τις σπουδές, την ανάγκη να κρατηθεί ανοιχτή η Σχολή.


Εξίσου σημαντική ήταν και η καλλιτεχνική δουλειά που ανέλαβαν οι ΕΠΟΝίτες της ΑΣΚΤ με βάση το αντικείμενο της Σχολής τους. Φιλοτεχνούσαν αφίσες, τρικ, προκηρύξεις... Ο σκοπός διπλός: Να διαφωτίζεται και να εμψυχώνεται ο λαός, αλλά και να φτάνει γρήγορα και μαζικά η καθημερινή «γραμμή» του ΕΑΜ. «Μέχρι και πλακάτ φτιάξαμε και κρεμάσαμε στα καλώδια του τραμ, κι είχε γούστο που οι Γερμανοί είδαν κι έπαθαν να τα κατεβάσουν... Ασε τις αφισοκολλήσεις και τα συνθήματα για τη Λευτεριά που γράφαμε τις νύχτες στους τοίχους. Οι διαβάτες περνούσαν, το πρωί, δήθεν αδιάφοροι. Ομως τα βλέπανε, τα διαβάζανε όλα. Χαμόγελα πλανιόνταν από στόμα σε στόμα, τα μάτια επικοινωνούσαν, οι γροθιές σφίγγονταν. Γιατί η Λευτεριά περπατούσε τις νύχτες στη Σόλωνος».

Το ατελιεδάκι που μετατράπηκε σε εργαστήρι του καλλιτεχνικού συνεργείου της ΕΠΟΝ

Ο τραυματισμός του στη μεγαλειώδη διαδήλωση ενάντια στην επιστράτευση, στις 5 του Μάρτη 1943, έγινε αφορμή να μείνει αρκετό καιρό κλεισμένος στο εργαστήριό του, ασχολούμενος αποκλειστικά με την καλλιτεχνική δουλειά της Οργάνωσης.

Ηταν η περίοδος που «το ατελιεδάκι της οδού Καπλανών μετατράπηκε σε εργαστήρι του καλλιτεχνικού συνεργείου της ΕΠΟΝ». Η κύρια δυσκολία που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν το πώς θα αναπαράγονταν τα σχέδια. Τα ελάχιστα παράνομα τυπογραφεία ήταν απασχολημένα με τις γενικότερες ανάγκες. «Επρεπε, λοιπόν, να γίνουμε αυτάρκεις. Ξεκινήσαμε μόνο με έναν πολύγραφο με στένσιλ. Σκεφτήκαμε κι ένα ταμπόν, σαν του στυπόχαρτου, αλλά πιο μεγάλο, όπου εφαρμόζαμε στην καμπύλη του επιφάνεια ένα χαραγμένο λινόλεουμ. Επαιρνε μελάνι από ένα μελανωμένο μάρμαρο και λειτουργούσε σαν μεγάλη σφραγίδα: Μ' αυτό τυπώναμε με το χέρι επικεφαλίδες για παράνομες εφημερίδες, καθώς και μικροαφισούλες. Για κουπόνια, σκαλίζαμε γομολάστιχες και τις κάναμε σφραγίδες. Τη λύση, όμως, την έδωσε ένα αυτοσχέδιο "ταχυπιεστήριο", που σχεδίασα».


Τις εντολές για τα σχέδια τις έφερνε από «πάνω» ο Διονύσης, που δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Καραντηνό. Μαζί με τον Γ. Στεφανίδη ήταν και οι Γιώργος Βακιρτζής, Απόστολος Μπάρμπογλου, Βασίλης Ανδρεόπουλος.

Από την περίοδο αυτή ξεκινά η ενασχόληση του Γ. Στεφανίδη με το λινόλεουμ, υλικό που χρησιμοποιούσε σε όλη του την πορεία.

Σε κανένα έργο μου εκείνης της περιόδου δεν υπάρχει ο ήλιος...

Πλησιάζοντας η Απελευθέρωση ο Γιάννης Στεφανίδης ανέλαβε να φιλοτεχνήσει το σήμα της ΕΠΟΝ. «Νιώθω ιδιαίτερα ευνοημένος, που, χάρη σε ορισμένες συγκυρίες, έτυχε σε μένα να σχεδιάσω αυτό το σήμα. Εκανα το προσχέδιο, άρεσε, και το προχωρήσαμε. Εγινε σε μπρούντζο, με πράσινο σμάλτο στα χαραγμένα σημεία. Με ένα καρφιτσάκι από πίσω, ήταν έτοιμο για το πέτο. Το φορούσαν με θάρρος - γιατί οι καιροί μετά την "απελευθέρωση" ήταν δύσκολοι - τα παιδιά της Εθνικής Αντίστασης».

Μετά τον Δεκέμβρη τα έργα που φυλάσσονταν στο ατελιεδάκι καταστρέφονται μετά από επιθέσεις. Ο Στεφανίδης συνεργάστηκε ως σκιτσογράφος με την εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα» και με τη «Νέα Γενιά» της ΕΠΟΝ.

Τον Σεπτέμβρη του 1948 και ενώ μαίνεται ο αγώνας του ΔΣΕ, συνελήφθη, όπως και χιλιάδες άλλοι. Συγκεντρώθηκαν στον Πειραιά. Ενα παλιό φορτηγό καράβι τους αποβίβασε στη Λήμνο. Εγκαταστάθηκαν στο Κοντοπούλι.


«Ανάμεσά μας ήταν άνθρωποι λογιώ - λογιώ. Απ' όλες τις ηλικίες και απ' όλα τα επαγγέλματα. Από 16 χρονών μέχρι 75 και από τσοπάνηδες μέχρι επιστήμονες. Ομως όλοι τους είχαν το ίδιο "κουσούρι". Δεν έβαζαν εύκολα την υπογραφή τους όπου να 'ναι...». Σε αυτές τις συνθήκες ξεχωρίζει η φωτεινή παρουσία του Γιάννη Ρίτσου. «Εργάτες και χωρικοί άκουσαν τότε ποίηση για πρώτη φορά. Το βράδυ κάποιο μπουζούκι έπαιζε λαϊκούς σκοπούς, αλλά και ένα μαντολίνο στα χέρια του Ρίτσου έδινε μελωδίες του Μότσαρτ, του Σοπέν, του Σούμαν. Η ζωγραφική μπήκε στα ενδιαφέροντα όλων, που περίμεναν κάθε μέρα να δουν τι καινούριο ζωγραφίσαμε. Χώρια οι συζητήσεις που γίνονταν για την Τέχνη, την Ποίηση, τη Ζωγραφική...».

Μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες ο Γ. Στεφανίδης, όπως και άλλοι ομότεχνοί του, ζωγράφισε, χάραξε, δημιούργησε για να φωτίσουν το μεγαλείο του ανθρώπου που παλεύει για ανώτερα ιδανικά. Πολλά έργα της περιόδου είναι έργα - μαρτυρίες: Αποτυπώνονται μορφές εξόριστων, σκηνές της ζωής στην εξορία, αλλά και την υποδειγματικά οργανωμένη συλλογική ζωή των εξορίστων. Πολλά έργα φιλοτεχνήθηκαν για να καταγγείλουν τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις. Η τέχνη στα χρόνια της εξορίας ήταν ένας χώρος έκφρασης και δημιουργίας, στέλνοντας το μήνυμα ότι «υπάρχουν ακόμα κάστρα άπαρτα». Η πίστη στο δίκιο των ιδανικών τους πυροδότησε μια πρωτόγνωρη για εκείνες τις συνθήκες πολιτιστική δραστηριότητα... «Στα τοπία αυτής της περιόδου, δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο για να δείξω την εξορία. Ομως, τα έβλεπα με το μάτι του εξόριστου. Μέσα από κείνη τη σκιά. Ετσι, σε κανένα έργο μου εκείνης της περιόδου δεν υπάρχει ο ήλιος. Δεν τον είδα κι ας ήταν ο ήλιος όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας».

Φεύγοντας από το Κοντοπούλι, σε μια ξύλινη βαλίτσα με διπλό πάτο έκρυψε όλα τα σχέδιά του. Φτάνοντας στον Μούδρο έμαθαν ότι θα τους στείλουν στη Μακρόνησο. «Εκεί δεν τράβηξα ούτε μια γραμμή και δεν μπορώ να πω τίποτα γι' αυτήν. Η Μακρόνησος ούτε περιγράφεται, ούτε ζωγραφίζεται».

Δεν μας έμαθε μόνο «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη», αλλά και το πώς αγωνίζονται

Το β' μέρος του αφιερώματος στη Δανάη Στρατηγοπούλου, 113 χρόνια από τη γέννησή της

«Πήγα και φυλακή και τα λοιπά και τα λοιπά»

Με τον Πάμπλο Νερούδα
Με τον Πάμπλο Νερούδα
Σ.: Παραήσουν μαχητική, Δανάη, όμως, μια ζωή, μέσα σε όλα. Σε ό,τι ήθελες, σε ό,τι απαιτούσες.

Δ.: Ναι, αλλά ήθελα μόνο σοβαρά πράγματα και λίγα. Δεν ήθελα πολλά.

Σ.: Υπάρχει ένα τραγούδι που για σένα έπαιξε μοιραίο ρόλο. Τι είχε συμβεί με τη «Σαμιώτισσα» και με την Γκεστάπο;

Δ.: Θα σου πω την ιστορία. Είχανε πέσει Αγγλοι και Ελληνες κομάντος στη Σάμο και ένα βράδυ ακούμε μέσα στη μαύρη κατοχή, «παμ παμ παμ παμ - εδώ Λονδίνον, καλησπέρα σας. Αγγλοι και Ελληνες κομάντος έπεσαν στη Σάμο». Τ' ακούω εγώ και λέω, κάτι πρέπει να κάνω, και αποφασίζω, όταν ξημέρωσε η μέρα του Θεού, να τραγουδήσω το βράδυ στο Αλσος του Πεδίου του Αρεως, όπου εργαζόμουν, την «Σαμιώτισσα». Λέω, να τα ξυπνήσω λίγο τα πατριωτάκια, να τα εμψυχώσω. Και το βράδυ το τραγουδάω, χωρίς να υπολογίζω ότι κάποιοι πονηροί και κακοί άνθρωποι ήταν τριγύρω και περιμένανε να προδώσουν.

Σ.: Ρουφιάνοι εννοείτε, καταδότες, ας πούμε και τις λέξεις.

Δ.: Ε, ναι. «Θα σας πω ένα τραγουδάκι που το λατρεύετε», τους είπα, προσθέτοντας: «...που από χθες το βράδυ το 'χετε πιο πολύ αγαπήσει». Τι ήτανε να το αρχίσω; Χειροκροτούσαν 10 λεπτά με το ρολόι. «Σας παρακαλώ, μη», έλεγα, «θα με κάψετε».

Σ.: Οπως και σας έκαψαν.

Δ.: Ηρθαν και με πιάσανε. Πήγα και φυλακή και τα λοιπά και τα λοιπά.

Εκεί σταμάτησε τη διήγηση. Δεν μου είπε ότι τη συνέλαβαν «με την κατηγορία της υποδαύλισης επαναστατικών διαθέσεων». Ούτε μου είπε λεπτομέρειες της φυλακής και της καταδίωξης μετά. Γιατί δεν κυνηγήθηκε μόνο από τους Γερμανούς. Κυνηγήθηκε και μετά. Δηλαδή, η «κανονικότητα» που ακολούθησε δεν ήταν κανονικότητα.

Και εδώ έρχεται ένα από τα πιο σκοτεινά - και αποκαλυπτικά - επεισόδια, που πολλοί αγνοούν. Ενα βράδυ, στο «Αλσος», την κατεβάζει κάτω «μια παρακρατική οργάνωση με τα πολυβόλα». Ευθεία τρομοκρατία. «Εσύ είσαι Βουλγάρα, δεν πρέπει να τραγουδάς στην Ελλάδα», της λένε. Η φράση στάζει δηλητήριο, κατασκευή «εχθρού», συκοφαντία, φίμωση. Η ίδια το περιγράφει έτσι: «Με έκοψαν από το ραδιόφωνο, με έκοψαν από παντού». Ετσι «τιμώρησε» το σύστημα μια φωνή όταν έγινε επικίνδυνη, δεν την αντιπάλεψε στα ίσα, τη χτύπησε με αποκλεισμό.


Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχονται και οι προσωπικές απώλειες. Χάνει τον σύντροφό της, τον ΕΑΜίτη συναγωνιστή της, Γιώργο Χαλκιαδάκη. Κι όμως, ξαναστέκεται όρθια. Γιατί η Δανάη δεν έχει την πολυτέλεια να «παραιτηθεί».

Η μαμά του ελληνικού τραγουδιού

Σ.: Επίτρεψέ μου να ρωτήσω την κόρη σου, τι είδους μαμά είσαι...

Λήδα: Δεν είναι ο συνηθισμένος οικογενειακός τύπος της μαμάς. Η Δανάη ήταν και είναι μαμά όλων, με την έννοια της δασκάλας, της μαμάς του ελληνικού τραγουδιού αν θες. Πάντα ζούσαμε εντελώς μποέμ. Ηταν όμως πολύ σπουδαία αυτά τα πράγματα που μάθαινε κανείς κοντά στην Δανάη, που ειδικά εκείνη την εποχή ήταν πολύ δύσκολο να τα συναντήσεις.

Και δεν είναι και άνθρωπος των μεγάλων λόγων. Απεχθάνεται τα εγωιστικά και τα υπερφίαλα. Κι αυτά που λέμε τώρα δεν της αρέσουν και πολύ, όπως «θρύλος Δανάη», «η μεγάλη Δανάη» κ.λπ. Αυτά τα απεχθάνεται. Είναι αυστηρή.

Σ.: Σ' αυτόν τον τομέα;

Λ.: Γενικότερα.

Δ.: Ναι, είμαι μια πολύ αυστηρή επαναστάτρια.

Σ.: Παλαιού τύπου δηλαδή. Αρα η σωστή, η κλασική επαναστάτρια. Και μάλιστα με 59 βιβλία!

Δ.: Και τώρα γράφω το 60ό βιβλίο. Να σου εξομολογηθώ κάτι; Εγώ τραγούδησα μόνο για το μεροκάματο. Είχα σπουδάσει κλασικό τραγούδι και ήθελα να κάνω άλλου είδους καριέρα. Το τραγούδι αυτό ήταν μόνο για να ζήσω.Τραγούδαγα για να ζήσω και για να μπορώ να γράφω. Δεν τραγούδαγα για να τραγουδάω.

Σ.: Απίστευτο! 60 βιβλία λοιπόν, και χιλιάδες τραγούδια; Πόσες επιτυχίες...

Δ.: Πάνω από 100 δίσκους έχω βγάλει. 100 ηχογραφημένα τραγούδια. Αλλά έχω τραγουδήσει κάτι φοβερά ρεπερτόρια. Πρώτα πρώτα, σε πόσες γλώσσες, και κινέζικα και γιαπωνέζικα και αρμένικα και τουρκικά. Τραγούδησα σχεδόν σε όλες τις γλώσσες.


Σ.: Σε ποια γλώσσα είναι πιο δύσκολο να ερμηνευτεί ο έρωτας;

Δ.: Δύσκολη ερώτηση. Αυτό είναι καθαρά προσωπικό θέμα. Οταν δεν ξέρεις τη γλώσσα και δεν σε πολυβοηθάει η μελωδία, δεν μπορείς να αποδώσεις τον έρωτα. Αλλά όταν ξέρεις τη γλώσσα, ξέρεις το πώς θα δώσεις πιο γλυκά κάθε νότα και πού θα λιώσει, τότε πετυχαίνει.

Κεφάλαιο Χιλή και Νερούδα

Το 1965 ανοίγει άλλο κεφάλαιο: Χιλή. Εκεί η Δανάη δεν πάει ως «σταρ». Πάει ως επαναστάτρια που διψά για γνώση, λαογραφία, πολιτισμό των λαών. Γνωρίζει τον Πάμπλο Νερούδα και το βλέμμα της αλλάζει κλίμακα. Τον θαυμάζει όχι ως «διάσημο ποιητή», αλλά ως ποιητή των αδικημένων. Τον αποκαλεί «Ομηρο του 20ού αιώνα» και τον περιγράφει με λέξεις που είναι σχεδόν πολιτική διακήρυξη: «Ταυτίστηκε με τον κόσμο της δουλειάς και όχι με λόγια». Και η πιο συγκλονιστική διατύπωση: «Η ποίησή του δεν είναι καμωμένη από λόγια, αλλά από έργα... Το βλέπεις, το πιάνεις στη χούφτα σου». Να λοιπόν γιατί η Δανάη μετέφραζε Νερούδα.

Υπάρχουν και «άγνωστα» για πολλούς επεισόδια της χιλιανής της περιόδου, που δείχνουν το εύρος της δράσης της. Τελειοποιεί τα Ισπανικά σε μήνες, βοηθά τον Μιγκέλ Καστίγιο Ντιντιέ να μεταφράσει στα Ισπανικά την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, κάνει συναυλίες σε Χιλή, Αργεντινή, Περού, συμμετέχει σε ερευνητική αποστολή στη Γη του Πυρός και ασχολείται με λαογραφία. Χρόνια ολόκληρα, με δουλειά, με επιστήμη και με πολιτιστική διπλωματία από τα κάτω.

Και μετά, η χούντα του 1967. Η Δανάη επιλέγει αυτοεξορία στη Χιλή για έξι χρόνια. Εκεί διορίζεται τακτική καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο και διδάσκει στα Ισπανικά «Ελληνική Λαογραφία και Δημοτική Ποίηση». Σκεφτείτε το, μια γυναίκα που την «έκοψαν» από παντού στην Ελλάδα, να διδάσκει ελληνική ψυχή στην άλλη άκρη του κόσμου. Αυτό είναι η εκδίκηση της αξιοπρέπειας.

Σ' εκείνα τα χρόνια μεταφράζει το «Κάντο Χενεράλ» σε 11 τόμους. Ενας άθλος.

Και έπειτα ζει από κοντά την εποχή του Αλιέντε. «Η συγκίνησή μου δεν περιγράφεται. Ελάτε να δείτε τι έχουμε καταφέρει στη Χιλή», γράφει. Και η ίδια, σε μια μεγάλη εκδήλωση, είναι «η επίσημη διερμηνέας στα Ισπανικά». Αυτή η λεπτομέρεια δείχνει κάτι βαθύτερο, η Δανάη γίνεται γέφυρα. Γέφυρα πολιτισμού, αγώνων, λαών.

Οταν έρχεται ο Πινοσέτ. Τα τανκς δεν ισοπεδώνουν μόνο θεσμούς. Ισοπεδώνουν όνειρα. «Η Χιλή» - λέει - «έγινε η δεύτερη πατρίδα μου, έως την ώρα που κι εκεί τα τανκς ισοπέδωσαν και αυτήν και τον Νερούδα».

Οι τιμές που παίρνει - το παράσημο Orden Libertador Bernardo O'Higgins από τη Χιλή, το Μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης, το Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών - έχουν νόημα μόνο αν τις δεις ως αναγνώριση μιας ζωής που δεν εξαγοράστηκε. Η Δανάη ήταν «πάντα ανήσυχη και ασυμβίβαστη». Και η σχέση της με το λαϊκό κίνημα, με τους αγώνες για το δίκιο, δεν ήταν «επετειακή». Ηταν τρόπος ύπαρξης. Ηταν μια γυναίκα που έκανε την κιθάρα «όργανο πολέμου», που μετέτρεπε το τραγούδι σε κάλεσμα αξιοπρέπειας.

Την είχα ρωτήσει τότε:

Σ.: Δανάη, έχεις πει για τον Πάμπλο Νερούδα ότι εκτός από σπουδαία προσωπικότητα ήταν και ένας ερωτικός άνδρας.

Δ.: Ναι. Ηταν τρομερό. Τον λάτρευαν οι γυναίκες.

Σ.: Κι εσύ τον λάτρευες.

Δ.: Ε, βέβαια. Ηταν πολύ φίλος.

Σ.: Μόνο φίλος;

Δ.: Φρόντισα να μην τον ερωτευτώ, γιατί υπήρχε η Ματίλντ. Αν δεν υπήρχε, θα μπορούσα να τον είχα ερωτευτεί.

Σ.: Αρα είχε δίκιο που σας ζήλευε λίγο εκείνη.

Δ.: Ζήλευε πολύ η γυναίκα του, όλες τις γυναίκες όμως.

Σ.: Είναι αλήθεια, Δανάη, ότι πήρες ένα ποίημα του Νερούδα και έβαλες σκοπό τσάμικο;

Δ.: Ναι. Κι έτσι πάντρεψα Χιλή και Ελλάδα. Και σ' ένα ποίημα χιλιανό έδωσα ρυθμό τσάμικο. Ο,τι πιο ελληνικό υπάρχει δηλαδή. Να σου πω κάτι, Σεμίνα; Ενωσα αυτές τις δύο χώρες. Είμαι η Ελλάδα στη Χιλή και η Χιλή στην Ελλάδα. Αυτό το λένε όλοι και το δέχομαι.

Σ.: Τώρα το 24ωρό σου πώς είναι; Τι κάνεις ξυπνώντας το πρωί;

Δ.: Γράφω και διαβάζω.

Λήδα: Παίζει και μπιρίμπα.

Σ.: Βόλτες στη θάλασσα κάνεις;

Δ.: Τώρα τον χειμώνα, όχι. Αλλά κάθε καλοκαίρι μαζεύω βότσαλα. Κάποτε είχα κάνει και έκθεση από βότσαλα που τα ζωγράφιζα. Θα ξαναρχίσω πάλι...


Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ