Δεύτερη μέρα του αποκλεισμού στο λιμάνι χθες | Νέο συλλαλητήριο σήμερα, με το Εργατικό Κέντρο και μαζικούς φορείς στο πλευρό τους
Για δεύτερη μέρα συνεχίστηκε χθες ο αποκλεισμός του λιμανιού |
Πραγματοποιώντας για δεύτερη μέρα αποκλεισμό στο λιμάνι της Μυτιλήνης καταδίκασαν την κυβέρνηση, που με την πολιτική διαχείρισης του αφθώδους πυρετού την οποία ακολουθεί τους έχει οδηγήσει σε καταστροφή και απόγνωση. Στο αγωνιστικό κάλεσμα της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λέσβου για τη χθεσινή κινητοποίηση ανταποκρίθηκαν οι Αγροτοκτηνοτροφικοί Σύλλογοι του νησιού, το Παλλεσβιακό Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο, σωματεία και φορείς.
Και χθες με τη μαζική τους συμμετοχή οι αγροτοκτηνοτρόφοι επέτρεψαν την αποβίβαση επιβατών και αυτοκινήτων από το πλοίο, αλλά απαγόρευσαν τη διέλευση φορτηγών, εντείνοντας την πίεση για άμεσα μέτρα από την κυβέρνηση, η οποία, πιστή στην υλοποίηση των πρωτοκόλλων της αντιλαϊκής ΚΑΠ της ΕΕ, αρνείται να πάρει ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ζωονόσου αλλά και τη δίκαιη αποζημίωση της απώλειας ζωικού κεφαλαίου και εισοδήματος των κτηνοτρόφων στο 100%, ώστε να μπορέσουν να ανακάμψουν.
Ετσι, και με τη χθεσινή κινητοποίησή τους ανέδειξαν, όπως χαρακτηριστικά λένε, ότι «κάθε μέρα που περνάει βουλιάζουμε όλο και πιο πολύ. Η ανικανότητα της κυβέρνησης να πάρει ουσιαστικά μέτρα για τη στήριξη της κτηνοτροφίας στο νησί μάς φορτώνει άγχος, αβεβαιότητα για το αύριο, οργή και αγανάκτηση. Ο αριθμός των κτηνιάτρων που δρουν αυτήν τη στιγμή στο πεδίο δείχνει τη σοβαρότητα με την οποία η κυβέρνηση και η Περιφέρεια αντιμετωπίζουν την κατάσταση. Προτεραιότητά τους έπρεπε να είναι η αναχαίτιση της ζωονόσου, η αποζημίωση των βιοπαλαιστών κτηνοτρόφων και η οικονομική στήριξη όλου του κτηνοτροφικού κλάδου στο νησί».
Στο πλευρό τους βρέθηκαν ξανά η Μαρία Κομνηνάκα, βουλευτής του ΚΚΕ, και αντιπροσωπεία της Τομεακής Επιτροπής Λέσβου του Κόμματος.
Οι βιοπαλαιστές κτηνοτρόφοι του νησιού ξεκαθαρίζουν ότι οι κινητοποιήσεις τους θα συνεχιστούν, απαιτώντας την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων τους, με την Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Λέσβου να καλεί σε μαζική συμμετοχή στο σημερινό συλλαλητήριο στις 11 π.μ. έξω από την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, ενώ παράλληλα τονίζει πως θα συνεχιστεί ο αποκλεισμός του λιμανιού.
Με σύνθημα «Ο αγώνας των κτηνοτρόφων είναι και δικός μας», το Παλλεσβιακό Εργατικό Κέντρο εκφράζει και πάλι τη στήριξή του στο δίκαιο αγώνα και στα ζωτικής σημασίας αιτήματα, κηρύσσοντας στάση εργασίας σήμερα από 11 π.μ. μέχρι 3 μ.μ. και καλώντας σε συμμετοχή στη συγκέντρωση στις 11 π.μ. στο κτίριο της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Απόφαση για στάση εργασίας σήμερα, από 11 π.μ. μέχρι 2 μ.μ., έχει πάρει και το Νομαρχιακό Τμήμα Λέσβου της ΑΔΕΔΥ. Ακόμα, όπως ανακοίνωσαν οι δήμοι Μυτιλήνης και Δυτικής Λέσβου οι υπηρεσίες τους σήμερα θα λειτουργήσουν με προσωπικό ασφαλείας, ενώ κλειστά θα παραμείνουν τα εμπορικά καταστήματα και τα καταστήματα εστίασης τις πρωινές ώρες.
Στο κάλεσμά του το Εργατικό Κέντρο ξεκαθαρίζει πως «ο αγώνας επιβίωσης των κτηνοτρόφων χρειάζεται τη στήριξή μας τώρα περισσότερο από ποτέ. Η εγκληματική διαχείριση του αφθώδους πυρετού από την κυβέρνηση και την περιφερειακή αρχή έχει οδηγήσει τους κτηνοτρόφους του νησιού μας στην απόγνωση και στην καταστροφή».
Καταγγέλλει δε ότι «έναν μήνα μετά το πρώτο κρούσμα, ούτε οι κτηνίατροι έχουν αυξηθεί, ούτε ουσιαστικά μέτρα πρόληψης της εξάπλωσης έχουν παρθεί, ούτε ένα ευρώ αποζημίωση δεν έχει δοθεί στους κτηνοτρόφους που χάνουν τα κοπάδια τους και δεν μπορούν να πουλήσουν το γάλα τους.
Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως όταν πρόκειται για την επιβίωση του λαού, ΕΕ και κυβέρνηση λειτουργούν με ρυθμούς χελώνας και δίνουν μόνο μερικά ψίχουλα. Είναι ταχύτατοι όμως όταν αποφασίζουν να δώσουν 800 δισεκατομμύρια για την πολεμική οικονομία, όταν είναι να στείλουν οπλικά συστήματα στη Σαουδική Αραβία και φρεγάτες στην Ερυθρά Θάλασσα.
Είναι πρόκληση για τους κτηνοτρόφους και τους αγρότες, την ώρα που τα εκατομμύρια πάνε κι έρχονται για τους πολέμους, να μην προσλαμβάνονται κτηνίατροι και να μην εξασφαλίζεται η αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος, να μην παίρνεται ούτε ένα μέτρο για την ουσιαστική αντιμετώπιση των τεράστιων αυξήσεων στις τιμές για τις ζωοτροφές, τα λιπάσματα και τα καύσιμα».
Και τονίζει προς το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και την κυβέρνηση ότι «αντί να ασχολούνται με τα "πτυχία" του υφυπουργού, πρέπει εδώ και τώρα να ακούσουν και να ικανοποιήσουν τα αυτονόητα αιτήματα των κτηνοτρόφων και της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων, που από την πρώτη στιγμή παλεύουν για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Αμεσες αποζημιώσεις στους κτηνοτρόφους που θανατώθηκαν τα ζώα τους. Να δοθεί άμεσα ουσιαστική λύση στην παράδοση του γάλακτος και να καταβάλλονται τα χρήματα απευθείας στους κτηνοτρόφους. Να προσληφθούν ΑΜΕΣΑ κτηνίατροι. Να παγώσουν όλες οι οφειλές των κτηνοτρόφων σε δάνεια, ΕΛΓΑ και ΕΦΚΑ».
Να μην περάσουν οι άθλιοι κυβερνητικοί σχεδιασμοί για γενίκευση της εργασιακής ομηρίας
Σε μαζική συμμετοχή στην απεργία του κλάδου την Παρασκευή 24 Απρίλη και στην προσυγκέντρωση την ίδια μέρα στις 10 π.μ. στην πλατεία Βάθης καλεί το Συνδικάτο Εργαζομένων ΟΤΑ Αττικής, απαιτώντας τη μετατροπή όλων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου και να μην περάσει ο άθλιος σχεδιασμός της κυβέρνησης για γενίκευση της ομηρίας των συμβασιούχων των παιδικών σταθμών και των ΚΔΑΠ, αλλά και για ακόμα μεγαλύτερη υποβάθμιση των δομών.
Τώρα, τονίζει, «πρέπει να παλέψουμε όλοι οι εργαζόμενοι στους δήμους να καταργηθούν όλες οι μορφές ελαστικής εργασίας στους δήμους. Ωστε όλοι να έχουμε μόνιμη και σταθερή δουλειά, με αξιοπρεπείς μισθούς».
Περαιτέρω, καλεί σε κλιμάκωση του αγώνα με συμμετοχή στην πρωτομαγιάτικη απεργία και στην απεργιακή συγκέντρωση στις 10.30 π.μ. στο Σύνταγμα, «ενώνοντας τη φωνή μας και τη δύναμή μας με τους υπόλοιπους εργαζόμενους σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα», και στη συνέχεια στην απεργία των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα στις 13 Μάη.
Το Συνδικάτο προειδοποιεί τους εργαζόμενους να μην ξεγελαστούν από τη δήθεν συμπόνια των τάχα «ανεξάρτητων και αδέσμευτων» δημάρχων, καθώς έχουν συναινέσει σε αυτήν την πολιτική. Ούτε να περιμένουν κάποιον «σωτήρα». Οι διάφοροι «σωτήρες» είναι αυτοί που έχουν ψηφίσει και υιοθετήσει το σύνολο των νόμων που απαγορεύουν τη μετατροπή των συμβάσεων από ορισμένου χρόνου σε αορίστου.
Και για την επιτυχία της απεργίας καλεί όλους τους εργαζόμενους και τα Σωματεία του κλάδου να προετοιμάσουν τις Γενικές Συνελεύσεις που θα γίνουν στις 23 Απρίλη, με περιοδείες και συσκέψεις ανά χώρο δουλειάς. Εγκαιρα να ειδοποιήσουν τους γονείς των παιδιών στους παιδικούς σταθμούς, γιατί είναι αγώνας κοινός! Στις 24 Απρίλη, μέρα της απεργίας, να νεκρώσουν οι υπηρεσίες και «να βουλιάξουμε το κέντρο της Αθήνας με μια τεράστια διαδήλωση».
Το Συνδικάτο προβάλλει τα αιτήματα: Μονιμοποίηση όλων των εργαζομένων, χωρίς όρους και προϋποθέσεις και με ενισχυμένη κρατική χρηματοδότηση. Κατάργηση του νόμου Βορίδη και όλων των νόμων που απαγορεύουν τη μετατροπή των συμβάσεων από ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Αυξήσεις στους μισθούς κατά 20%. Επαναφορά τώρα του 13ου και του 14ου μισθού.
Με τον αναβρασμό στους δήμους να δυναμώνει, μαζική ήταν η συμμετοχή εργαζομένων από τις κοινωνικές δομές του δήμου Τυρνάβου, αλλά και από άλλους δήμους του νομού Λάρισας, στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη βδομάδα με πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής Τυρνάβου και αντικείμενο τις σοβαρές εξελίξεις που δρομολογούνται στον τομέα της Κοινωνικής Πρόνοιας.
Την εισαγωγική τοποθέτηση έκανε ο δήμαρχος Τυρνάβου, εκλεγμένος με τη «Λαϊκή Συσπείρωση», Στέλιος Τσικριτσής. Στη σύσκεψη παρευρέθηκαν επίσης οι δήμαρχοι Αγιάς και Τεμπών, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι.
Παρευρέθηκε επίσης και πραγματοποίησε παρέμβαση ο Φώτης Παπανικολάου εκ μέρους της διοίκησης του Εργατικού Κέντρου Λάρισας. Ιδιαίτερα μαζική ήταν η παρουσία των εργαζομένων, πολλοί εκ των οποίων πήραν τον λόγο, μεταφέροντας την έντονη ανησυχία τους για το μέλλον των δομών και των θέσεων εργασίας τους, αλλά και την αποφασιστικότητά τους να αντιδράσουν απέναντι στις εξελίξεις.
Στην ομιλία του ο Στ. Τσικριτσής ανέδειξε τον βαθιά κοινωνικό χαρακτήρα του ζητήματος, τονίζοντας ότι «το θέμα δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους ή τους δήμους, αλλά τη ζωή χιλιάδων οικογενειών, το μέλλον των παιδιών, τη λειτουργία της Κοινωνικής Πρόνοιας συνολικά». Υπογράμμισε ότι οι εξελίξεις δεν είναι συγκυριακές, αλλά αποτέλεσμα «μιας διαχρονικής πολιτικής επιλογής που αντιμετωπίζει τις κοινωνικές δομές ως κόστος και όχι ως υποχρέωση του κράτους».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι οι δομές λειτουργούν επί χρόνια με όρους προσωρινότητας, στηριζόμενες σε προγράμματα με ημερομηνία λήξης και σε εργαζόμενους με ελαστικές σχέσεις εργασίας, παρότι καλύπτουν πάγιες και κρίσιμες ανάγκες. Οπως επισημάνθηκε χαρακτηριστικά, «μιλάμε για εργαζόμενους που δουλεύουν 10, 15 ή και 25 χρόνια στις ίδιες θέσεις και παραμένουν όμηροι ενός καθεστώτος ανασφάλειας».
Αναφορά έγινε στα σχέδια που έρχονται στο φως για τη γενίκευση του συστήματος των voucher και τη σύνδεση της λειτουργίας των δομών με τον αριθμό των ωφελούμενων, κάτι που - όπως τονίστηκε - οδηγεί σε λειτουργία με όρους αγοράς, εντείνει την ανασφάλεια των εργαζομένων και ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών.
Κοινός τόπος των παρεμβάσεων ήταν η ανάγκη να μην απολυθεί κανένας εργαζόμενος, να μπει τέλος στο καθεστώς ομηρίας και να διασφαλιστεί η μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους, με πλήρη κρατική ευθύνη για τη λειτουργία και χρηματοδότηση των δομών. Παράλληλα αναδείχθηκε η σημασία της ευρύτερης κινητοποίησης της τοπικής κοινωνίας και ιδιαίτερα των γονέων, καθώς το ζήτημα αφορά άμεσα την πρόσβαση των λαϊκών οικογενειών σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες.
Η σύσκεψη ανέδειξε το έντονο ενδιαφέρον και την αγωνία των εργαζομένων, αλλά και τη δυνατότητα διαμόρφωσης ενός αγωνιστικού μετώπου απέναντι στις σχεδιαζόμενες αλλαγές, με στόχο την υπεράσπιση της εργασίας, της Κοινωνικής Πρόνοιας και των σύγχρονων αναγκών των λαϊκών οικογενειών.