Σάββατο 26 Οχτώβρη 2013
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 6
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Η «μοναχική κιβωτός» του εγχώριου λυρικού θεάτρου

Στιγμές από την ιστορία της μοναδικής λυρικής σκηνής της Ελλάδας

1965, «Ντον Κάρλο» του Βέρντι
1965, «Ντον Κάρλο» του Βέρντι
Σε συνέχεια του μικρού αφιερώματος στο λυρικό θέατρο στην Ελλάδα, που ξεκίνησε με τη συνέντευξη του προέδρου του Σωματείου Τραγουδιστών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Νεκτάριου Σαμαρτζή (Ενθετο «7 Μέρες» 6/10), ο «Ρ» δημοσιεύει σήμερα μια συνοπτική ιστορική αναδρομή στην εμφάνιση και την πορεία της όπερας στη χώρα μας, από τον γενικό γραμματέα του σωματείου, Γιώργο Σαμαρτζή.

Η ιστορία της όπερας στην Ελλάδα υποδιαιρείται σε τρεις περιόδους: Στην Επτανησιακή (19ος αιώνας), του Ελληνικού Μελοδράματος (1888-1943) και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (από το 1940).

Ο πρώτος συγκροτημένος θίασος όπερας

Στις 14 Μαρτίου 1888, στο θέατρο Μπούκουρα της Αθήνας, άνοιξε η αυλαία του πρώτου συγκροτημένου Ελληνικού θιάσου όπερας και μάλιστα με έργο Ελληνα συνθέτη, το πρώτο που γράφτηκε πάνω σε λιμπρέτο ελληνικό. Χρηματοδότης του θιάσου ο ιδεολόγος Ιωάννης Καραγιάννης και το έργο «Ο υποψήφιος Βουλευτής» (1867), του Κερκυραίου συνθέτη Σπυρίδωνα Ξύνδα.

Ως το 1888 το ελληνικό κοινό είχε εξοικειωθεί με την ιταλική τουλάχιστον όπερα, ως είδος μουσικοθεατρικό και μόνο από εισαγόμενους ιταλικούς θιάσους, ενώ οι Επτανήσιοι συνθέτες έγραφαν όπερα πάνω σε ιταλικά κείμενα. Γι' αυτό η σύμπτυξη ενός ελληνικού θιάσου ήταν εθνικό γεγονός για την εποχή. Μαέστρος ήταν τότε ο Ναπολέων Λαμπελέτ. Η ανασυγκρότηση του ίδιου θιάσου, για να παίξει την όπερα του Ντονιτσέτι Μπετλί, πέρασε στην ιστορία ως Β' Ελληνικό Μελόδραμα.

1959, «Νόρμα» του Μπελίνι
1959, «Νόρμα» του Μπελίνι
Ο θίασος διαλύθηκε περί το 1890 ύστερα από θριαμβευτικές, αλλά όχι προσοδοφόρες περιοδείες στην Αίγυπτο και σε Τουρκία, Μασσαλία, Τεργέστη, Βράιλα, Γαλάτσι, Οδησσό και Κωνσταντινούπολη.

Κατόπιν, το 1900 δημιουργήθηκε το Γ' Ελληνικό Μελόδραμα, υπό τον συνθέτη και αρχιμουσικό Διονύσιο Λαυράγκα, που εγκαινίασε τη δραστηριότητά του στο Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας.

Το ελληνικό μελόδραμα πάνω απ' όλα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν «πιάτσα» μεγάλων τραγουδιστών που προσπαθούσαν να κάνουν τέχνη κάτω από αντίξοες συνθήκες με μηδαμινή χρηματοδότηση και χωρίς κάποια μόνιμη στέγη.

Ιδρυση της κρατικής όπερας

Η ίδρυση κρατικής όπερας αποφασίστηκε το 1938 και γιορτάστηκε με επίσημο γεύμα (28 Δεκεμβρίου 1938) στο ξενοδοχείο «Βασιλεύς Γεώργιος», προς τιμήν του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Η πρωτοβουλία ανήκε στον Κωστή Μπαστιά, τότε διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Ο Μπαστιάς (1901-1972) υπήρξε ταυτόχρονα οραματιστής και πραγματιστής, και οπωσδήποτε ικανότατος διαχειριστής. Το κλίμα βέβαια ήταν ευνοϊκό από δεκαετίες, αλλά καμία κυβέρνηση δεν είχε κάνει το τόλμημα (οικονομικό, αλλά και καλλιτεχνικό). Ο Κωστής Μπαστιάς προσέγγισε το δικτάτορα (όχι ιδιαίτερα φίλο της όπερας, κατά προσωπική του ομολογία) με δύο επιχειρήματα. Το πρώτο αφορούσε το περιορισμένο κόστος της λειτουργίας της όπερας σαν Λυρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου (ίδιο κτίριο, ίδιος τεχνικός εξοπλισμός, ίδιο προσωπικό στήριξης). Το δεύτερο αφορούσε τη «μεγάλη ευκαιρία», ο μεταξικός «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός» να κάνει και κάτι... για τον πολιτισμό.

1951, «Ο Ιπτάμενος Ολλανδός» του Βάγκνερ
1951, «Ο Ιπτάμενος Ολλανδός» του Βάγκνερ
Η όπερα στην Ευρώπη, το 1938 είχε μπει σε στάδιο αν όχι παρακμής, πάντως αναπροσαρμογής. Τα αίτια ήταν δύο και αλληλένδετα. Από τη μία, η ανάπτυξη της τεχνολογίας δημιούργησε νέες μορφές ψυχαγωγίας (γραμμόφωνο, ραδιόφωνο, κινηματογράφος), που στέρησαν την όπερα από το λαϊκό της χαρακτήρα. Από την άλλη, μετά το θάνατο του Πουτσίνι, η λυρική τέχνη δεν μπόρεσε να ανανεωθεί με συνθέτες ταυτόχρονα, υψηλής και λαϊκής αποδοχής. Αρχισε τότε να γίνεται συνείδηση ότι, αφού η αναγέννηση έμοιαζε αδύνατη, έπρεπε να επιχειρηθεί επαναπροσέγγιση. Να δοθεί έμφαση στην ερμηνευτική πρόταση, στη σκηνοθεσία, στη σκηνογραφία, στην εξαντλητική εκμετάλλευση του παραδοσιακού έργου τέχνης. Την εποχή των μεγάλων τραγουδιστών διαδέχτηκε η εποχή των μεγάλων μαέστρων (Τοσκανίνι, Βάλτερ, κ.λπ.), για να φτάσουμε στις μέρες μας, σ' εκείνη των σκηνοθετών και σκηνογράφων.

Στην Ελλάδα, για τους γνωστούς ιστορικούς λόγους, η λαϊκή αποδοχή της όπερας πραγματοποιήθηκε καθυστερημένα, η παρακμή ωστόσο συγχρονίστηκε με την ευρωπαϊκή. Ο θίασος του Ελληνικού Μελοδράματος, με ηγέτη τον Διονύσιο Λαυράγκα, ελληνόγλωσσος και ποιοτικός, πέτυχε στις δεκαετίες 1900-1920 ευρύτατη λαϊκή προσέγγιση, αλλά φυσικά, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στα σημεία των καιρών. Το 1938 ο ευφυέστατος Κωστής Μπαστιάς είχε αποκρυπτογραφήσει το «μήνυμα» και αγωνίστηκε όχι μόνο για τη δημιουργία Κρατικής Λυρικής Σκηνής, αλλά Λυρικής Σκηνής συγκεκριμένων στόχων. Οι στόχοι ήταν ένα τρίπτυχο: Διεύρυνση και εκσυγχρονισμός του ρεπερτορίου, αλλαγή καλλιτεχνικής προσέγγισης, θίασος πειθαρχικών πρωταγωνιστών (όχι ανένταχτων αστέρων). Επιχειρώντας να υλοποιήσει το δόγμα του, πρώτον, προσέλαβε ως φορείς της νέας νοοτροπίας, τον μαέστρο Βάλτερ Πφέφερ, τον σκηνοθέτη Ρενάτο Μόρντο και το χορογράφο Σάσα Μάχωφ. Δεύτερον, αγνόησε τους δημοφιλείς πρωταγωνιστές του ελληνικού μελοδράματος και σχημάτισε ένα νεανικό θίασο από αριστούχους των ωδείων. Τρίτον, προσάρμοσε το ρεπερτόριο, τόσο για να διευκολύνει τον άπειρο θίασό του, όσο και για να αντλήσει από την πείρα των ηθοποιών του Εθνικού Θεάτρου, επιλέγοντας (αρχικά πιστεύω) οπερέτες ή ολιγοπρόσωπες όπερες (όπως η Μπατερφλάι).

1959, «Νόρμα» του Μπελίνι
1959, «Νόρμα» του Μπελίνι
Ο Μπαστιάς κατηγορήθηκε για αναλγησία απέναντι στους παλιούς πρωταγωνιστές του Ελληνικού Μελοδράματος, ακόμα και για επιλογές με πολιτικά κριτήρια. Το πρώτο, μέχρις ενός σημείου, είναι αλήθεια, καθώς ακόμα και αν δε ήθελε να τους χρησιμοποιήσει, θα μπορούσε να εκφράσει την κρατική ευγνωμοσύνη για την προσφορά τους, με κάποια σύνταξη ή αργομισθία. Μια θέση, τέλος, στο Διοικητικό Συμβούλιο και ένα παράσημο, ασφαλώς θα ταίριαζαν στον γέροντα Διονύσιο Λαυράγκα. Χαρακτηριστική η απόρριψη του μεγάλου βαρύτονου Γιάννη Αγγελόπουλου που ίσως και να οφειλόταν σε πολιτική προκατάληψη. Είναι γνωστό αντίθετα, ότι ο Μπαστιάς προστάτεψε τον Αιμίλιο Βεάκη (ομοϊδεάτη του Αγγελόπουλου) επιθετικά και αποτελεσματικά.

Η πρεμιέρα της Λυρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου με τη «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους (5 Μαρτίου 1940) υπήρξε θρίαμβος και σηματοδότησε μια νέα εποχή για την ελληνική λυρική τέχνη. Η νέα εποχή μετέθετε το κέντρο βάρους από την προσωπολατρία των πρωταγωνιστών στην κατά πλάτος και βάθος προσέγγιση ενός πολυσύνθετου έργου τέχνης.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Κωστής Μπαστιάς απομακρύνεται (Μάιος 1941), αλλά η Λυρική Σκηνή εξακολουθεί τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες στο Εθνικό Θέατρο και στο κηποθέατρο της πλατείας Κλαυθμώνος (το καλοκαίρι), ενώ το τμήμα της οπερέτας δραστηριοποιείται στο Θέατρο «Παρκ» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Από το 1943 ο θίασος εγκαθίσταται στο πρώτο Θέατρο «Ολύμπια» της οδού Ακαδημίας, ενώ το 1944 αποκόπτεται από το Εθνικό Θέατρο και λειτουργεί αυτοτελώς, ως Εθνική Λυρική Σκηνή, με πρώτο γενικό διευθυντή τον Μανώλη Καλομοίρη.

1950, «Η πουλημένη μνηστή» του Σμέτανα
1950, «Η πουλημένη μνηστή» του Σμέτανα
Σε γενικές γραμμές, οι διάδοχοι του Μπαστιά συνέχισαν το δόγμα του, αναθεωρώντας, ωστόσο, την ιδέα της «παρθενογέννησης» του θιάσου. Σταδιακά, το καλλιτεχνικό δυναμικό ενισχύθηκε τόσο από τον χώρο του Ελληνικού Μελοδράματος (ο τενόρος Πέτρος Επιτροπάκης, η σοπράνο Φραντσέσκα Νικήτα, οι βαρύτονοι Τίτος Ξηρέλλης και Τάκης Τσουμπρής, ο βαθύφωνος Γεώργιος Μουλάς) όσο και από τον χώρο των επαναπατρισθέντων λόγω του πολέμου (οι τενόροι Αντώνιος Δελένδας και Λάμπρος Μαυράκης, η σοπράνο Μιρέιγ Φλερύ, ο βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας). Οι άξιοι και έμπειροι αυτοί πρωταγωνιστές πλαισίωσαν αποτελεσματικά τα νέα αστέρια του θιάσου Μπαστιά: Τις πριμαντόνες Μαίρη Καλογεροπούλου (Μαρία Κάλλας), Ζωή Βλαχοπούλου, Ζωζώ Ρεμούνδου, τη μέτζο-σοπράνο Κίτσα Δαμασιώτη, τον τενόρο Μιχάλη Κορώνη, τον βαρύτονο Ευάγγελο Βασιλάκη, τον μπάσο Πέτρο Χοϊδά.

Κατά τη δεκαετία 1940-1950, πάντα στο πλαίσιο του δόγματος Μπαστιά, συνεχίζονται οι προσπάθειες ποιοτικής αναβάθμισης, αλλά και διεύρυνσης του ρεπερτορίου. Στυλοβάτες είναι οι νέοι μαέστροι Αντίοχος Ευαγγελάτος, Λεωνίδας Ζώρας και ο βετεράνος του Ελληνικού Μελοδράματος, Τότης Καραλίβανος. Το ρεπερτόριο ξεπερνάει το φράγμα των ιταλικών επιτυχιών και ξανοίγεται στον Μότσαρτ και στη γαλλική σχολή, ενώ το 1944 πρωτοδιδάσκεται στο Ηρώδειο ο Φιντέλιο του Μπετόβεν. Πρόκειται για παράσταση σταθμό, με θριαμβεύτρια την Μαίρη Καλογεροπούλου.

Ο θίασος συνδυάζει πια τον αρχικό ενθουσιασμό με αυτοπεποίθηση και ωριμότητα, ενώ σταδιακά ξεχωρίζουν έξι βασικοί πρωταγωνιστές. Είναι, κατ' αρχάς, ο τενόρος Αντώνιος Δελένδας, ένας καλλιτέχνης με έντονη προσωπικότητα, άφθαστη μουσικότητα και αντοχή. Κοντά του, ο πληθωρικός βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας, χαϊδεμένος της γαλαρίας και άριστος ηθοποιός. Το ωραίο φύλο εκπροσωπείται από τις πριμαντόνες Μιρέιγ Φλερύ, Ζωή Βλαχοπούλου, Αννα Ρεμούνδου και την εξαίρετη μέτζο-σοπράνο Κίτσα Δαμασιώτη. Η Μαίρη Καλογεροπούλου φεύγει στη Νέα Υόρκη το 1945 για να μεταμορφωθεί, το 1947, στην ένδοξη Μαρία Κάλλας. Σημαντική είναι και η προσφορά της σοπράνο Φανής Αϊδαλή, των βαρυτόνων Ευστρατίου και Τσουμπρή, των τενόρων Μαυράκη, Καλαϊτζάκη, Καζαντζή και του μπάσου Μουλά.

Παράλληλα, ο θίασος δραστηριοποιείται στο χώρο της οπερέτας: της βιενέζικης υπό τον Βάλτερ Πφέφερ, της ελληνικής υπό τον Τότη Καραλίβανο. Αναδεικνύονται η Ανθή Ζαχαράτου και η Λέλα Ζωγράφου, δύο λαμπρές «σταρ». Πρώην τενόροι της όπερας, ο Πέτρος Επιτροπάκης και ο Λύσσανδρος Ιωαννίδης τις πλαισιώνουν με ωραίες φωνές και σκηνική άνεση. Είναι μια περίοδος ακμής, με παρονομαστή μιαν αναμφισβήτητη ενότητα λυρικής έκφρασης. Πρόκειται για τον καρπό διαδικασίας μισού περίπου αιώνα, με ρίζες στην αθηναϊκή καντάδα και στην ελληνική οπερέτα. Πράγματι, οι πρώτοι μεγάλοι λυρικοί τραγουδιστές ξεπήδησαν από το χώρο της καντάδας (Αποστόλου, Βακαρέλλης, Βλαχόπουλος κ.λπ.) εισφέροντας έναν δυσπερίγραπτο αυθορμητισμό λαϊκής έκφρασης. Η έκφραση αυτή διατηρήθηκε ακόμα και από εκείνους που αργότερα σταδιοδρόμησαν στο εξωτερικό (Αγγελόπουλος, Επιτροπάκης, Μυλωνάς, Ξηρέλλης κ.λπ.). Οι ίδιοι τραγουδιστές έγιναν τα καλλιτεχνικά πρότυπα των επερχόμενων, αλλά και οι καθηγητές τους, στα ωδεία. Τα πράγματα δεν άλλαξαν με την έλευση της Ελβίρας ντε Ιντάλγκο που, αφού συνεργάστηκε με το Ελληνικό Μελόδραμα, δίδαξε στο Ωδείο Αθηνών. Το ισπανικό ταμπεραμέντο της την έφερνε πολύ πιο κοντά στην ανένταχτη ελληνική έκφραση, παρά στη μανιέρα και τη μαζική παραγωγή των ιταλικών ωδείων. Η ντε Ιντάλγκο δε διέσπασε το αττικό λυρικό κλίμα αλλά εγκλιματίστηκε, εισφέροντας την πολύτιμη τεχνική της, μαζί με την αυτοπεποίθηση που ενέπνεε η έντονη προσωπικότητα και η ένδοξη καριέρα της.

Η μεταβατική περίοδος

Οι αντίξοες συνθήκες της δεκαετίας 1940-1950 (πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος) ευνόησαν την αττική λυρική εσωστρέφεια. Αντιθέτως, η δεκαετία 1950-1960 θα είναι μεταβατική. Οι δίσκοι μακράς διαρκείας (LP), το ραδιόφωνο, οι εύκολες σπουδές στο εξωτερικό, ακόμα και το Φεστιβάλ Αθηνών, άνοιξαν τις κερκόπορτες. Στα ωδεία, δίδασκαν πια καθηγητές με ευρωπαϊκή κουλτούρα, ενώ η Αθήνα γινόταν μεγαλούπολη.

Στη δεκαετία 1950-1960 ο θίασος ανανεώνεται, αναδεικνύει αστέρες διεθνούς προβολής και εγκαινιάζει μετακλήσεις από το εξωτερικό. Ο θάνατος του Ευάγγελου Μαγκλιβέρα, η αποχώρηση του Γεωργίου Μουλά, της Φραντζέσκας Νικήτα, του Λάμπρου Μαυράκη και η δεύτερη, διεθνής καριέρα της Μιρέιγ Φλερύ, εξισορροπούνται από λαμπρούς νέους καλλιτέχνες (ενδεικτικά: ο τενόρος Μιχάλης Χελιώτης, η μέτζο-σοπράνο Κική Μορφονιού) και από την ανάδειξη του μπάσου Πέτρου Χοϊδά. Ο τενόρος Λουδοβίκος Κουρουσόπουλος δείχνει ότι μπορεί να επωμισθεί το γενικό ρεπερτόριο του απερχόμενου Αντωνίου Δελένδα. Κάποια νέα ταλέντα αποχωρούν για να κατακτήσουν διεθνή φήμη (οι σοπράνο Μαρία Κερεστεντζή και Ρένα Γαρυφαλλάκη) ή τη διασημότητα (ο βαθύφωνος Νίκος Ζαχαρίου, ο βαρύτονος Κώστας Πασχάλης). Το ενδιαφέρον ανανεώνεται με μετακλήσεις και Ελλήνων λυρικών καλλιτεχνών. Ανάμεσά τους: ο μπάσος Νίκος Μοσχονάς και η μέτζο-σοπράνο Ελένη Νικολαΐδη από τη Νέα Υόρκη, οι τενόροι Ζαννής Καμπάνης και Γιώργος Κοκκολιός από την Ιταλία.

Το 1959 αναλαμβάνει εκ νέου τη γενική διεύθυνση της ΕΛΣ ο Κωστής Μπαστιάς, που σφραγίζει την εικοσαετία του δημιουργήματός του, με μια νέα περίοδο υψηλών στόχων και φρονήματος (με αποκορύφωση τις εμφανίσεις της Μαρίας Κάλλας στην Επίδαυρο). Τον «χρυσό αιώνα» Μπαστιά (1959-1964) ακολουθεί μια ικανοποιητική πορεία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μέχρι σήμερα, με φυσιολογικές καθιζήσεις και ανατάσεις και με διεθνίζοντα χαρακτηριστικά (κατάργηση της ελληνικής γλώσσας, υπέρτιτλοι, κατάχρηση μετακλήσεων, ελάττωση μόνιμων στελεχών).

Στο διάστημα 1960-1990, εμφανίστηκαν στην αθηναϊκή όπερα, κατά πρώτον κάποιοι Eλληνες λυρικοί διεθνούς φήμης, όπως οι σοπράνο Eλενα Σουλιώτη, Ζαννέτ Πηλού και Βάσω Παπαντωνίου, οι τενόροι Θάνος Φερεντίνος, Αντώνης Παπακωνσταντίνου, Παύλος Ράπτης, Σώτος Παπούλκας, οι βαρύτονοι Τζον Μοδινός, Βασίλης Γιαννουλάκος και Λούης Μανίκας, οι βαθύφωνοι Δημήτρης Καβράκος, Γιώργος Παππάς και Φραγκίσκος Βουτσίνος.

Ο Γιώργος Παππάς (Φίλιππος Β') με τον Σέργιο Καλαμπάκο (Ιεροεξεταστής) σε παραγωγή της όπερας «Ντον Κάρλο» του Βέρντι που παρουσιάστηκε την καλλιτεχνική περίοδο 1987-88 (πηγή: Ιστορικό Αρχείο ΕΛΣ).

Από τα μονιμότερα στελέχη (πολλά από τα οποία εμφανίστηκαν με επιτυχία στο εξωτερικό) σημειώνω τις σοπράνο Σούλα Γλαντζή, Χαρά Σαββινοπούλου, Καλλιόπη Καφετζή, Ρούλα Φωκιανού, Τάνια Τσαχουρίδου, Μαρία Μωραΐτου, Μαρία Μουτσίου, Μυρτώ Δουλή, Φώφη Σαραντοπούλου, Μαρία Κορομάντζου, Αγγέλα Λαλαούνη, Μαρία Λεοντοπούλου, Γεωργία Ιγνατιάδου, Φλώρα Καζατζιάν, Αντιγόνη Σγούρδα, Βαρβάρα Τσαμπαλή, Νανά Γούτου, Ηρώ Πάλλη, Ιλεάνα Κωνσταντίνου, Ιουλία Τρούσσα, τις μέτζο-σοπράνο Πόπη Τζαβάρα, Γιολάντα ντι Τάσο, Αννα Μαραγκάκη, Λέλα Σταματοπούλου, τους τενόρους Νίκο Χατζηνικολάου, Θάνο Πετράκη, Γιώργο Ζερβάνο, Νίκο Γρηγορόπουλο, Παναγιώτη Σμυρναίο, Γιάννη Ρούσση, Τάκη Σκαφίδα, Δημήτρη Στεφάνου, τους βαρύτονους Ελευθέριο Τερζή, Γιώργο Τασούλη, Κωστή Δημητρακόπουλο, Ανδρέα Κουλουμπή, Διονύση Τρούσσα, Βασίλη Κουντούρη, τους μπάσους Νίκο Δασκαλάκη, Βασίλη Φακίτσα, Γιώργο Τερζάκη, Νίκο Παπαχρήστο.

Αρχιμουσικοί και σημαντικοί καλλιτέχνες με προσφορά είναι οι Ανδρέας Παρίδης, Δημήτρης Χωραφάς, Οδυσσέας Δημητριάδης, Στέλιος Καφαντάρης, Ευθύμιος Καβαλλιεράτος, Λουκάς Καρυτινός, Ηλίας Βουδούρης και Βύρων Φιδετζής.


Γιώργος ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org