Κυριακή 25 Σεπτέμβρη 2011
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 2
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "Στα 70 χρόνια απο την ίδρυση του ΕΑΜ"
ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο αστικός κόσμος στην κατοχή

Η κατάκτηση της Ελλάδας απ' τον γερμανοϊταλικό και το βουλγαρικό φασισμό, το 1941, όξυνε στο έπακρο τις αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, ενώ έβαλε σε μεγάλη δοκιμασία όλες τις τάξεις και τα κόμματα της χώρας.

Το ΚΚΕ, όντας από τη γέννησή του σταθερός, συνεπής υπερασπιστής των λαϊκών συμφερόντων κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ανέλαβε σθεναρή δράση από τις πρώτες στιγμές της νέας κατάστασης. Είχαν προηγηθεί τα τρία (3) ιστορικά γράμματα του τότε ΓΓ της ΚΕ του Ν. Ζαχαριάδη, κατά την έναρξη και τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Η τιτάνια προσπάθεια του ΚΚΕ γινόταν ακόμη πιο δύσκολη, εξαιτίας του αρνητικού διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων, καθώς και του εσωτερικού συσχετισμού.

Οι επίμονες και πολύχρονες προσπάθειες της Σοβιετικής Ενωσης να δημιουργηθεί συμμαχία κατά των Γερμανίας - Ιταλίας - Ιαπωνίας, δεν απέφεραν αποτέλεσμα, αφού ο βρετανικός ιμπεριαλισμός επιδίωκε να στρέψει τη Γερμανία κατά της Σοβιετικής Ενωσης και σε συνέχεια να επωφεληθεί ο ίδιος, καθώς και άλλες καπιταλιστικές χώρες.

Με πρωτοβουλία του ΚΚΕ ιδρύθηκε το ΕΑΜ, που εξέφρασε την κοινωνικοπολιτική συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα μεγάλα τμήματα της φτωχής και μεσαίας αγροτιάς, καθώς και των λαϊκών στρωμάτων των πόλεων.

Σε αντίθεση με τη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων τους, που συσπειρώθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ, τα κόμματα της ελληνικής πλουτοκρατίας, τόσο αυτά της «Δεξιάς», όσο και του «Κεντρώου» χώρου, καθώς και εκείνα της «Ακρας Δεξιάς», κράτησαν εντελώς διαφορετική στάση.

Ποια ήταν ακριβώς η πολιτική στάση των αστικών κομμάτων στα χρόνια της Κατοχής;

Πλούτος - πείνα και θάνατος

Η γερμανική κατοχή ενέσκηψε σαν λαίλαπα, που δεν άφησε όρθιους ακόμη και καπιταλιστές. Βεβαίως, εκείνοι που δέχτηκαν το αποφασιστικό χτύπημα και την εκμετάλλευση, μέχρι και τη φυσική εξόντωση μεγάλων τμημάτων τους, ήταν η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα των πόλεων, καθώς και ορισμένες μάζες της φτωχής αγροτιάς. Ωστόσο, και για τμήματα της αστικής τάξης ίσχυσε αυτό που είπε ο Γερμανός στρατηγός στην Ελλάδα, σε επιτροπή που πήγε να διαμαρτυρηθεί, για τον συστηματικό λιμό: «Κύριοί μου, δε μας μένει καιρός να ασχοληθούμε με τέτοιας φύσεως θέματα. Οι Ελληνες πρέπει να γνωρίζουν τούτο: οι πλούσιοί τους θα πεινάσουν, οι φτωχοί θα πεθάνουν και οι Γερμανοί θα νικήσουν!» (Π. Ρούσου: «Η μεγάλη τετραετία», σελ. 121, «ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ»).

Τα λόγια του Γερμανού στρατηγού, πέρα από την υπερβολή που περιείχαν όσον αφορά στην τύχη γενικά των πλουσίων, έδειχναν μια πραγματικότητα: Καταληστεύτηκε ο ορυκτός πλούτος της χώρας και μεγάλο μέρος του παραγωγικού εξοπλισμού. Με τα «μάρκα κατοχής», που έθεσαν σε κυκλοφορία οι Γερμανοί και με τις «μεσογειακές δραχμές» οι Ιταλοί «αγόραζαν» προϊόντα, όσα δεν είχαν επιτάξει και κατασχέσει με την αρπαγή. Επρόκειτο για αληθινό πλιάτσικο. Περιουσίες εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα με το κατρακύλισμα της δραχμής. Η χρυσή λίρα στερλίνα έφτασε τα 104 τρισεκατομμύρια δραχμές! Κυρίως, βέβαια, αυτός ο κατακλυσμός έπληξε πολλούς μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες. Οι μεγάλοι αναπροσάρμοσαν τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους στις ανάγκες του στρατού κατοχής. Το ίδιο και οι μεγαλέμποροι. «Τσιμέντα, μηχανουργικές επιχειρήσεις, ελαιουργεία κ.λπ. τέθηκαν στη διάθεση των καταχτητών» (Π. Ρούσου: «Η μεγάλη πενταετία» τ. Α, σελ. 131, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»). Ταυτόχρονα, έκαναν την εμφάνισή τους νέα τμήματα της αστικής τάξης, οι περιβόητοι μαυραγορίτες. Απ' την άλλη, όταν αργότερα άρχισαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ύπαιθρο, καταστράφηκαν και σοδειές μεγαλοκαλλιεργητών.

Εκείνοι, ωστόσο, που κατεξοχήν θησαύρισαν, ήτανε οι εφοπλιστές. «Μετά τον πόλεμο εισέπραξαν, απέναντι των 6,5 εκατομμυρίων λιρών, που στοίχιζαν τα χαμένα πλοία τους (δηλαδή εκείνα που οι ίδιοι κατά κανόνα βούλιαζαν), 40 εκατομμύρια λίρες και 30 εκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 8 φορές πάνω από την αξία των πλοίων τους. Ο Ωνάσης, σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στον "Προοδευτικό Φιλελεύθερο", παραδέχτηκε ότι στη 10ετία 1940 - 1949 οι εφοπλιστές των ποντοπόρων πλοίων κέρδισαν 7,5 τρισεκατομμύρια δραχμές». («Η Ελλάδα κάτω από το ζυγό των Γιάνκηδων», «ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ», σελ. 123).\

Οι κατοχικές κυβερνήσεις

Ενα τμήμα του αστικού κόσμου επέλεξε το δρόμο της ανοιχτής συνεργασίας με τους κατακτητές. Ησαν οι γνωστοί «κουίσλινγκ», που σχημάτισαν τις κατοχικές κυβερνήσεις υπό τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο και Ι. Ράλλη. Με την ενίσχυση αυτών των κυβερνήσεων και των Γερμανών σχηματίστηκαν τα φασιστικά κόμματα «Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας», «Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις» (ΕΣΠΟ), η «Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος» (ΟΕΔΕ) κ.ά.

Πρέπει να σταθούμε στο ζήτημα του σχηματισμού των κατοχικών κυβερνήσεων, και λόγω σημασίας και γιατί υπάρχει μια ουσιαστική πλευρά της όλης υπόθεσης, που συνήθως παραγνωρίζεται.

Το αστικό κράτος συνέχιζε να υπάρχει και να λειτουργεί, βεβαίως μέσα στις συνθήκες μιας κατακτημένης χώρας. Στα πλαίσια της ύπαρξης και λειτουργίας του - και ως προϋπόθεσή τους - σχηματίστηκαν οι κατοχικές κυβερνήσεις, που αναφέρθηκαν παραπάνω, έγινε προσπάθεια να ενισχυθούν οι μηχανισμοί καταστολής και καταπίεσης του λαού. Δημιουργήθηκαν τα «Τάγματα Ασφαλείας» και συναφείς κρατικές οργανώσεις, ενώ συνέχισαν να λειτουργούν η Ειδική Ασφάλεια, στην οποία βασανίζονταν κομμουνιστές (π.χ. η Ηλέκτρα Αποστόλου) και άλλοι αγωνιστές, η Αστυνομία Πόλεων και η Χωροφυλακή (αν και η τελευταία στις περισσότερες περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας ξηλώθηκε σε μια πορεία και αντικαταστάθηκε από τον ένοπλο λαό). Είχε διατηρηθεί και το υπουργείο Αμυνας, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε ο προηγούμενος τακτικός στρατός.

Η παραπάνω εξέλιξη είχε αντικειμενική βάση. Η κατοχή δεν κατάργησε - ούτε ήθελε φυσικά να καταργήσει - το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Και ήταν επόμενο ένα μέρος του αστικού πολιτικού και επιστημονικού κόσμου, καθώς και διάφορα κατακάθια της κοινωνίας, αλλά και τεταρτοαυγουστιανοί, να αναλάβουν την επάνδρωση των τομέων του αστικού κράτους.

Τα πράγματα, δηλαδή, έθεταν εξ αντικειμένου το ζήτημα ένα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου να διαχειριστεί και να υπερασπιστεί άμεσα - και κυρίως μακροπρόθεσμα - την εξουσία της τάξης του. Αυτή την ανάγκη την αναγνώριζε ολόκληρος ο αστικός πολιτικός κόσμος. Γι' αυτό ακριβώς επικρότησε τη δημιουργία των κατοχικών κυβερνήσεων ως εθνική ανάγκη. Γι' αυτό ακριβώς και ο αστικός Τύπος τις στήριξε. Πέρα, βεβαίως, και από το γεγονός ότι οι κατακτητές χρειάζονταν κυβερνήσεις - υποχείριά τους, για να συμβάλουν στο δικό τους (των κατακτητών) ρόλο καταστολής του λαού, ως τοποτηρητές γερμανικών συμφερόντων.

Ο στόχος, επομένως, ήταν διπλός και αυτό το δίπτυχο αποτελούσε τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Πρέπει, λοιπόν, να αναγνωριστεί στους πολιτικούς παράγοντες - συνεργάτες των Γερμανών ότι επέδειξαν ταξική συνέπεια. Γι' αυτό ακριβώς οι συνεργάτες των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν από τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αλλά αξιοποιήθηκαν κατά των λαϊκών δυνάμεων και στελέχωσαν τους κρατικούς μηχανισμούς και μετά την απελευθέρωση.

Για τη σημασία και το ρόλο των κατοχικών κυβερνήσεων ο Κ. Πυρομάγλου θίγει μια άλλη αξιοπρόσεκτη πλευρά, ανεξάρτητα απ' το γεγονός ότι οι εξελίξεις τελικά δεν την επιβεβαίωσαν. Θέτει το θέμα ότι το υπουργείο Αμυνας λειτουργούσε στην κυβερνητική συγκρότηση των «κουίσλινγκ», αν και δεν υπήρχε στρατός. Ποιο σκοπό εξυπηρετούσε αυτό, πέρα απ' την προσπάθεια συγκρότησης στρατιωτικών δυνάμεων και την προσπάθεια να εμποδιστούν αξιωματικοί του τακτικού στρατού να στελεχώσουν τον ΕΛΑΣ; Γράφει: «Ο σκοπός απεκαλύφθη κατά τους τελευταίους μήνας του 1941, όταν εις μίαν ανά την Ελλάδα περιοδείαν του ο στρατηγός Τσολάκογλου, ατενίζων τας ακτάς της Μικράς Ασίας, εδήλωσεν ότι "οι εκδιωχθέντες Ελληνες, θα πρέπει να επανέλθουν...". Ητο η περίοδος, κατά την οποίαν το Γερμανικόν Επιτελείον εμελέτα την εισβολήν εις την Τουρκίαν και είχεν ανάγκην μισθοφορικού στρατού. Η παγερά σιωπή του Ελληνικού Λαού έπεισε και "Κυβέρνησιν των Αθηνών" και Γερμανικάς Αρχάς, περί της πλήρους αρνήσεως των Ελλήνων, να εμπλακούν εις μίαν τοιαύτην περιπέτειαν» (Κ. Πυρομάγλου, ό. π., σελ. 143).

Οι απόντες

Το μεγαλύτερο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου της εποχής ανήκει στους «απόντες» του αγώνα. Ο Θ. Σοφούλης, αρχηγός των «Φιλελευθέρων», ο Γ. Καφαντάρης, των «Προοδευτικών», ο Ι. Σοφιανόπουλος, του «Αγροτικού Κόμματος», ο Γ. Παπανδρέου, του «Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος», ο Παν. Κανελλόπουλος, του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος», ο Κ. Καραμανλής, του «Λαϊκού Κόμματος», απείχαν ουσιαστικά, ορισμένοι και τυπικά, ενώ ο Στυλ. Γονατάς, υπαρχηγός του «Κόμματος των Φιλελευθέρων», καθοδήγησε την ίδρυση των «Ταγμάτων Ασφαλείας» του Ι. Ράλλη. Ο Γ. Καφαντάρης, σε πρόταση που του έγινε από το ΚΚΕ να προσχωρήσει στην Αντίσταση, απάντησε: «Οι Ελληνες να μη νοιάζονται, το ζήτημα θα το λύσουν οι σύμμαχοι» (δηλαδή οι Εγγλέζοι) (Π. Ρούσος, ό. π., σελ. 137). Την ίδια στάση κράτησαν στις προτάσεις του ΚΚΕ και άλλοι. Στον Γ. Παπανδρέου, στον οποίο έγινε πρόταση να ηγηθεί του ΕΑΜ, ανήκει το επίσης κατηγορηματικό «όχι», που έδωσε ως απάντηση. Εξάλλου από τη Νίκαια της Γαλλίας, όπου είχε μετεγκατασταθεί, ο Ν. Πλαστήρας καλούσε το λαό με επιστολή του να συνεργαστεί με τους κατακτητές: Παραθέτουμε το σχετικό γράμμα του Ν. Πλαστήρα: «Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει κυβέρνησις φιλογερμανική, για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα ετελείωνε και μετά τινας μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον)» («Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 14 Σεπτέμβρη 1998). Να σημειωθεί ότι αυτό το γράμμα στάλθηκε την 21 Απρίλη 1941, κι ενώ οι Γερμανοί είχαν περάσει τη Λάρισα και κατέβαιναν προς την Αθήνα.

Ποια ήταν η επιδίωξή τους; Ηταν η ίδια της προπολεμικής - προδικτατορικής περιόδου: Οταν θα φύγουν κάποτε οι κατακτητές, να επανέλθουν τα πράγματα στην προ της 4ης Αυγούστου κατάσταση και ν' αναλάβουν αυτοί τα ηνία της διακυβέρνησης. Μέχρι τότε «ας κάτσουμε όλοι στ' αυγά μας», περιμένοντας την αίσια έκβαση του πολέμου, που θα τη φέρουν οι ισχυροί σύμμαχοι... Από αυτή την άποψη, μόνο δυσφορία δημιουργούσε, σε όσους ήταν αντιμοναρχικοί, το θέμα του βασιλιά. Δυσφορούσαν από το γεγονός ότι οι Βρετανοί είχαν τη Μοναρχία ως ένα από τα βασικά τους στηρίγματα στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή που και οι ίδιοι στήριζαν στους Βρετανούς τις ελπίδες τους...

Στα χρόνια που προηγήθηκαν των προηγουμένων γεγονότων, είχαν οξυνθεί οι αντιθέσεις ανάμεσα στις αστικοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις και στο Παλάτι. Είχε μεσολαβήσει η βασιλομεταξική δικτατορία των Μεταξά - Γλύξμπουργκ, στη διάρκεια της οποίας μια σειρά απ' αυτούς είχαν γνωρίσει τόπους εξορίας και άλλους περιορισμούς, γεγονός που είχε προσθέσει νέες αντιδράσεις στις εκ πεποιθήσεως αντιμοναρχικές αντιλήψεις τους. Ενώ λίγους μήνες πριν την τεταρτοαυγουστιανή δικτατορία είχε πραγματοποιηθεί το νόθο δημοψήφισμα της 3ης Νοέμβρη 1935, το οποίο έδωσε υπέρ της Μοναρχίας το 105% των ψήφων! «... δηλαδή ήταν περισσότεροι οι ψήφοι υπέρ της μοναρχίας από τους ψηφοφόρους... Οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες της νοθείας θορυβήθηκαν για την γκάφα τους και όλη τη νύχτα της 3-4 Νοεμβρίου έκαναν διάφορες αλχημείες για να... μειώσουν τώρα τους ψήφους υπέρ της βασιλείας»! (Σπ. Λιναρδάτου: «Πώς φτάσαμε στην 4η Αυγούστου», σελ. 136). Εννοείται, φυσικά, ότι παρά τις αντιθέσεις μεταξύ τους και της Μοναρχίας, ήσαν πρόθυμοι να τη στηρίξουν, αρκεί αυτή να τους εξυπηρετούσε κομματικά...

Η αστική τάξη στην Ελλάδα, από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους, είχε δεσμούς κυρίως με τη Μ. Βρετανία, ανεξάρτητα απ' το κόμμα ή τα κόμματα που βρίσκονταν στην κυβερνητική εξουσία, ανεξάρτητα απ' το πολίτευμα που είχε στην α ή στη β χρονική στιγμή. Είναι χαρακτηριστικό ότι και η τεταρτοαυγουστιανή φασιστική δικτατορία (1936-1941), που οι φιλικές διαθέσεις της προς τη χιτλερική Γερμανία ήσαν διάχυτες, είχε κι αυτή εξωτερική πολιτική που κινιόταν στη γραμμή πλεύσης της Μ. Βρετανίας.

Μόλις η Ελλάδα κατακτήθηκε, αλλά και στην πορεία, ένα μεγάλο τμήμα του παραπάνω πολιτικού κόσμου μετακόμισε στην Αίγυπτο, απ' όπου γύρισε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση... Θα επιστρέψουμε στα όσα αφορούν στη δράση τους στο εξωτερικό. Για την ώρα ας μείνουμε στη στάση τους απέναντι στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση.

Με τους Γερμανούς κατά του λαού

Δεν ήταν καθόλου μικρή (το αντίθετο) η υπηρεσία που πρόσφερε στους καταχτητές μια μεγάλη μερίδα του αστικού Τύπου, τόσο εκείνη που υποστήριζε τα «Φιλελεύθερα» κόμματα, όσο και η «δεξιά» - «ακροδεξιά».

«Οι Γερμανοί καταχτητές μόλις μπήκαν στην Αθήνα έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τη Ραδιοφωνία και τις αστικές εφημερίδες. Και οι ιδιοκτήτες των τελευταίων προθυμοποιήθηκαν να συνεχίσουν την έκδοση των εφημερίδων τους και να αλλάξουν χαβά. "Καθημερινή", "Εστία", "Ακρόπολις", "Βραδυνή", "Ελεύθερον Βήμα", "Αθηναϊκά Νέα" και άλλες βάλθηκαν να υμνούν το φασιστικό Αξονα και κυρίως να πολεμάνε κάθε ιδέα εθνικής αντίστασης στους καταχτητές. Οι αρχές κατοχής και οι υπηρέτες τους πάσκιζαν με κάθε τρόπο να σπείρουν την ηττοπάθεια και να εξουθενώσουν ψυχικά το λαό. Μεγάλος ήταν ο κίνδυνος και μεγάλη η αηδία από τα γραφτά του δουλωμένου Τύπου και της επίσημης προπαγάνδας. Πρώτη η "Εστία" (29/4/1941) έγραψε μόλις μπήκαν οι χιτλερικοί στην Αθήνα: "Ο πόλεμος ετελείωσε διά την Ελλάδα. Θα νικήσει ο Αξων". Το "Ελεύθερον Βήμα" (2/5/1941) έκανε λόγο για κοινότητα συμφερόντων Ελλάδας και δυνάμεων του Αξονα. Η "Ακρόπολις" (15/5/1941) ονόμαζε "το δεύτερον όχι", δηλαδή την αντίσταση στους Γερμανούς, εγκληματικότερον του πρώτου (της αντίστασης στους Ιταλούς). "Καλώς συνετάγη" ο νόμος που τιμωρεί με θάνατο τους Ελληνες υπηκόους όσοι μετέχουν σε πολεμικές εχθροπραξίες κατά των Γερμανών - αυτά κήρυττε η "Καθημερινή" της 1/6/1941. Και τα "Καθημερινά Νέα" στον τίτλο τους ονόμαζαν "Αίσχος" την αντίσταση των πατριωτών της Κρήτης στις ορδές του Χίτλερ» (Π. Ρούσου: «Η μεγάλη πενταετία », τ. Α, σελ. 57).

Στο βιβλίο «Ο Γεώργιος Καρτάλης και η εποχή του» (εκδόσεις «Ιστορική Ερευνα»), του Κομνηνού Πυρομάγλου, υπαρχηγού του ΕΔΕΣ, διαβάζουμε σχόλιο της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 30 Απρίλη 1941: «Ναι! Να γίνη και η ψυχική αποστράτευσις, περί της οποίας γράφει η "ΕΣΤΙΑ". Ο πόλεμος ετελείωσε και πρέπει να το πιστεύσωμεν και να ασχοληθώμεν με τα ειρηνικά μας έργα. Αυτή είναι η σπουδαιότερη υπηρεσία εξ όσων έχομεν να προσφέρωμεν εις την χώραν μας. Με την ψυχικήν αποστράτευσιν θα αισθανθούμε την λύτρωσιν από τον εφιάλτην του πολέμου και θα αγωνισθώμεν, διά να αναδείξουμε την παραγωγήν και τον πολιτισμόν μας...» (Κ. Πυρομάγλου, ό. π., σελ. 126). Και την 29 του ίδιου μήνα η ίδια εφημερίδα: «Δεν το γράφομεν εκ λόγων κολακείας, αλλά διότι είναι γενική εντύπωσις: Οι Γερμανοί στρατιώται, όσοι εκυκλοφόρησαν κατά τας ημέρας αυτάς εις την πόλιν, υπήρξαν όλοι υποδείγματα ευπρέπειας και ευγενείας...» (ό. π., σελ. 127).

Να κι ένα άλλο σχόλιο της ίδιας εφημερίδας: «Αυταί οι εκδηλώσεις των ευάριθμων - ευτυχώς ευάριθμων - μωρών ανθρώπων, πρέπει να τελειώνουν. Δεν τους οφείλομεν τίποτε να προδίδουν και να δηλητηριάζουν μίαν απολύτως φιλικήν ατμόσφαιρα, η οποία οσημέραι δημιουργείται και τονούται μεταξύ του Λαού και των στρατευμάτων κατοχής. Εις το κάτω - κάτω είναι και έλλειψις στοιχειώδους αγωγής αι τοιούται εκδηλώσεις (σ.σ. προς τους αιχμαλώτους Αγγλους εκ μέρους του Λαού)» (ό. π., σελ. 129).

Συνεχίζουμε με την εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», της 2ας Μάη 1941: «Με τον τερματισμόν του πολέμου ήρθησαν πλέον οι φραγμοί, οι οποίοι εχώριζον τον Ελληνικόν Λαόν με τους τέως αντιπάλους του. Και εις αποκατάστασιν των παλαιών φιλικών δεσμών μεταξύ αυτού και των Γερμανών, έδωσαν την πρώτην ώθησιν αι Ανώταται Στρατιωτικαί Αρχαί Κατοχής, αι οποίαι διά των μάλλον υπευθύνων εκπροσώπων των έσπευσαν από της πρώτης στιγμής να διακηρύξουν, ότι έρχονται εις τον τόπον μας ως φίλοι» (ό. π., σελ. 132).

Και στο κύριο άρθρο του «Ελεύθερου Βήματος» της 26 Ιούνη 1941: «Από της πρωίας χθες αι Ιταλικαί Στρατιωτικαί Αρχαί εγκατεστάθησαν επισήμως και εις την Πρωτεύουσαν της Ελλάδος. Λαμπραί τελεταί εσημείωσαν το ιστορικόν γεγονός τούτο, το οποίον ο Αθηναϊκός Λαός παρηκολούθησε με ηρεμίαν και ευπρέπειαν εν μέσω ατμοσφαίρας βαθύτατης κατανοήσεως της πραγματικότητος. Αι Ιταλικαί Αρχαί Κατοχής είχον την ευτυχή και ιπποτικήν έμπνευσιν να περιλάβουν εις τον κύκλον της τελετής της εγκαταστάσεώς των εις Αθήνας την κατάθεσιν στεφάνου εις Τάφον του Αγνώστου Ελληνος Στρατιώτου. Οι Ελληνες, εκτιμώντες τη συμβολικήν αυτήν εκδήλωσιν, είναι ομόθυμοι εις το να εκφράσουν την ευγνωμοσύνην των προς την Ιταλικήν Διοίκησιν, διότι ετίμησε με τα χρώματα της Μεγάλης Ιταλίας τον Τάφον του Αγνώστου Ελληνος Μαχητού...» (ό. π. σελ. 134). Και τα «Αθηναϊκά Νέα» την 2 Ιούνη 1941: «...Λησμονούντες ότι από της πρώτης στιγμής οι Γερμανοί μας εφέρθησαν ως φίλοι, ότι δε μας προσέβαλαν εις τίποτε. Οτι αντιθέτως, μας εβοήθησαν εις όλα, ότι μας συνέδραμαν εις όλα, ότι απεδέσμευσαν τρόφιμα που ήσαν λεία πολέμου, ότι εργάζονται διά να αποκαταστήσουν τας συγκοινωνίας μας, ότι μας έδωσαν τας ύλας που χρειαζόμεθα, διά να επικοινωνήσωμεν μετά των επαρχιών. Οι άνθρωποι, που ελησμόνησαν τας υπηρεσίας αυτάς, δεν είναι Ελληνες. Είναι ή πεπωρωμένοι άνθρωποι ή όργανα των ξένων» (ό. π., σελ. 135-136).

Κατά του αγωνιζόμενου λαού στράφηκε και η επίσημη εκκλησία. Είναι χαρακτηριστική η στάση που κράτησε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Απευθυνόμενος «προς τον ευσεβή Ελληνικόν Λαόν» έγραφε σε μήνυμά του: «Ουδέν έχομεν να ωφεληθώμεν εξ οιωνδήποτε αποπειρών και προκλήσεων εναντίον των Αρχών κατοχής. Διά τούτο πάντες οφείλομεν, αφιερωμένοι εις την παραγωγικήν εργασίαν, ν' αναμείνουμε την ώρα της ειρήνης, εγκαρτερούντες και πιστεύοντες εις τον δικαιοκρίτην Θεόν» (Ηλία Βενέζη: «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός», σελ. 194).

Ο ίδιος, σε επιστολή του προς τον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα Γκ. Αλτενμπουργκ, έλεγε: «Είναι περιττόν και να λεχθεί ότι εκ της τοιαύτης περιπλοκής μόνον ζημίαι, υλικαί και ηθικαί, δύνανται να προκύψουν δι' αμφότερα τα μέρη, ωφελήματα δε μόνον διά τους έχοντας συμφέρον να οξύνουν και να διαιωνίζουν την αντίθεσιν μεταξύ Δυνάμεων Κατοχής και Ελληνικού Λαού»! (ό. π., σελ. 215).

Εχθροί του ΕΑΜ

Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι, ότι και οι φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις άλλες φορές πολέμησαν ανοιχτά το ΕΑΜ ή το υπονόμευσαν εντέχνως. Το ίδιο και οι Εγγλέζοι «σύμμαχοι» μέσω της «Ιντέλιτζενς Σέρβις» και των στρατιωτικών μηχανισμών τους στην Ελλάδα και στη Μ. Ανατολή. Οι Εγγλέζοι προσπάθησαν να αξιοποιήσουν σ' ένα βαθμό τη δύναμη του ΕΛΑΣ στο συμμαχικό πόλεμο, και το έκαναν. Ταυτόχρονα, όμως, επιχειρούσαν την υπονόμευση και τη χειραγώγησή του, ώστε να τον εξουδετερώσουν μεταπελευθερωτικά. Ο Εντι Μάγερς είναι αποκαλυπτικός ως προς αυτό. Εγραψε: «Η ρίζα του αγγλοαμερικάνικου προβλήματος στην Ελλάδα μεταξύ 1941 - 1944 ήταν ότι παρά τις προσπάθειές μας να κάνουμε την Αντίσταση και την εξόριστη κυβέρνηση περισσότερο αντιπροσωπευτικές, ώστε να μειώσουμε τις δυσχέρειες της Ελλάδας όταν θα κέρδιζε την ελευθερία της, η άμεση στρατιωτική μας πολιτική υποστήριξης του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ (του μεγαλύτερου μέχρι τότε Κινήματος Αντίστασης) ήρθε σε άμεση αντίθεση με τα μακροπρόθεσμα πολιτικά μας σχέδια» (Εντι Μάγερς: «Η ελληνική περιπλοκή», σελ. 280 - 281, εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ).

Ο αστικός πολιτικός κόσμος είχε βαθύτατη συνείδηση, ότι ο λαϊκός αγώνας κατά των καταχτητών είχε κατά βάθος ταξικό περιεχόμενο. Δεν ξεγελιόταν από το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο του, που «υπερκάλυπτε», σε μεγάλο βαθμό, το κοινωνικό. Κατανοούσε καλά, πως ο ερχομός των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο, έστω με αφετηρία την εθνική απελευθέρωση, δε γινόταν να περιοριστεί σ' αυτήν, απ' τα ίδια τα πράγματα, αφού τα δύο παραπάνω στοιχεία συνυπήρχαν. Και ότι, στην πορεία της πάλης, έτσι κι αλλιώς, θα οξύνονταν και τα αντικαπιταλιστικά κριτήρια των λαϊκών μαζών. Γιατί την ίδια στιγμή, που 100άδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα κι η δυστυχία ήταν ο καθημερινός σύντροφος των υπολοίπων, κάποιοι θησαύριζαν. Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο και η εξαθλίωση μεγάλου τμήματος της αγροτιάς δεν οφειλόταν μόνο στους καταχτητές. Μαζί με τους τελευταίους υπήρχε και η ντόπια αστική τάξη. Κατά συνέπεια κατανοούσαν, ότι σε κάποια στιγμή η λαϊκή αντίθεση μπορούσε να στραφεί εναντίον όλων.

Τη συνύπαρξη του εθνικοαπελευθερωτικού με το κοινωνικό στοιχείο του αγώνα, την εξέφρασε πολύ χαρακτηριστικά ο συνταγματάρχης Ψαρρός, αν και αναφερόταν σ' αυτήν αρνητικά, εξορκίζοντας το πραγματικά σύνθετο περιεχόμενο του αγώνα, λες κι αυτό δεν υπήρχε εξ αντικειμένου, λες και το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο δεν αναπτυσσόταν στη βάση του ταξικού, αλλά δήθεν την... εξάλειφε!

Ωστόσο ο Ψαρρός, είτε από έκπληξη, είτε από υποκρισία, έλεγε: «Η έννοια του εθνικού αγώνος συγχέεται και με πολιτικόν και κοινωνικόν περιεχόμενον. Και το περιεχόμενον αυτό παίρνει ακόμη στενοτέραν έκφρασιν και εκδήλωσιν, εν σχέσει με την προσωπικότητα του επικεφαλής των ανταρτικών τμημάτων. Εφ' όσον από την αρχήν ο ένοπλος ανταρτικός αγών δεν έχει ενοποιηθεί, ο στρατιωτικός ηγέτης μιας Οργανώσεως ή μιας περιοχής θα πρέπει να είναι έτοιμος, μαζί με τον αγώνα εναντίον του κατακτητού, να υποστεί ή να αντιμετωπίσει και τον εμφύλιον πόλεμον» (Κ. Πυρομάγλου, ο.π., σελ. 171).

Ταυτόχρονα ο αστικός πολιτικός κόσμος είχε καθαρό, ότι ο ξεσηκωμός του λαού θα τον αφύπνιζε και σε ό,τι αφορούσε στη στάση των αστικών κομμάτων στα προηγούμενα χρόνια, οπότε είχαν παραδώσει την εξουσία στην 4η Αυγούστου. Γι' αυτό και έκαναν ό,τι περνούσε απ' το χέρι τους, για να μείνει ο λαός υποταγμένος. Η καλλιέργεια της ηττοπάθειας, του «ρεαλισμού» (!) και της κινδυνολογίας - μαζί με τον αντικομμουνισμό - οργίασε!

Από την άλλη υπήρχαν - αυτό σαν δευτερεύον όμως στοιχείο - και οι προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, να παίξουν κι αυτοί ρόλο στην κυβέρνηση του Καΐρου (στις κυβερνήσεις για την ακρίβεια που σχηματίζονταν στο εξωτερικό), ενώ άλλοι καιροσκοπούσαν έχοντας το βλέμμα τους στραμμένο σε ευνοϊκές γι' αυτούς εξελίξεις μετά την απελευθέρωση.

Είναι χαρακτηριστική η στάση που κράτησε ο Ι. Σοφιανόπουλος. Οταν το 1943 τον συνάντησαν εκ μέρους του ΚΚΕ οι Γιάννης Ιωαννίδης και Πέτρος Ρούσος, μέλη του ΠΓ, και του πρότειναν ν' αναλάβει την πρωθυπουργία «της κυβέρνησης του βουνού», που τότε υπήρχε η σκέψη να σχηματιστεί, ο Σοφιανόπουλος αρνήθηκε. «Συμφωνούσε πως ο άξονας θα χάσει τον πόλεμο, μα τόνε φόβιζε η στάση της Αγγλίας:

-Δε θ' αφήσει, είπε, η Αγγλία και ζητάτε πολλά οι κομμουνιστές.

-Δε ζητάμε, του είπα, παρά την κατοχύρωση των θυσιών που δίνει ο λαός για τη λευτεριά και την αναγέννηση του τόπου. Αλλωστε, σε άλλες συνθήκες είχαμε κιόλας κάνει την αρχή με το σύμφωνο που είχαμε υπογράψει μαζί του (με το Σοφιανόπουλο) το 1936. Δεν αντέταξε τίποτα σ' αυτά μα δεν το αποφάσισε» (Π. Ρούσου, ο.π., σελ.350). (σημείωση: Ο Π. Ρούσος αναφέρεται στο «Συμφωνητικό μεταξύ Αγροτικού Κόμματος και ΚΚΕ» που υπογράφτηκε την 22η Ιούλη 1936 από τον Ι. Σοφιανόπουλο, του Αγροτικού Κόμματος και τον Β. Νεφελούδη, του ΚΚΕ).

Οπως έγραψε ο Γιώργης Αθανασιάδης, «ήταν φανερό ότι ο Ι. Σοφιανόπουλος, όπως και άλλοι αστοί πολιτικοί, προτιμούσε να συχνάζει σε διάφορα στέκια (σαλόνια, καφενεία, βίλες κ.λπ.), όπου συζητούσαν για τις πολεμικές και πολιτικές εξελίξεις και καιροφυλακτούσαν να εκμεταλλευτούν αυτές τις εξελίξεις προς όφελός τους. Οι ηγέτες αυτοί τροφοδοτούσαν με πληροφορίες και σκέψεις τη συκοφαντική εκστρατεία των Αγγλων, του βασιλιά και της εξόριστης κυβέρνησης ενάντια στην Εθνική Αντίσταση. Σε κοινή δήλωσή τους π.χ. που στάλθηκε τηλεγραφικά στο Κάιρο στις 19 του Γενάρη 1944, υπογραμμένη από τους Σοφούλη, Παπανδρέου, Καφαντάρη, Γονατά, Μυλωνά, Ράλλη και Σοφιανόπουλο, χαρακτήριζαν την Εθνική Αντίσταση του ελληνικού λαού «αναρχουμένην ανταρτικήν κίνησιν» και αποφαίνονταν ότι «η κίνησις αυτή, η χρησιμοτάτη, παρεξέκλινε του προορισμού της και τείνει να μεταβληθεί, αν δε μετεβλήθη ήδη, από απελευθερωτικήν εις κίνησιν εξοντώσεως του ελληνικού πληθυσμού» («ΔΟΚΙΜΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ», σελ. 385, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

Αλληλοσχέση και διαπλοκή

Η κατάταξη των αστικών πολιτικών δυνάμεων, που προηγήθηκε, θα ήταν σχηματική αν δεν έβλεπε κανείς την αλληλοσχέση που υπήρχε μεταξύ τους. Πώς εκφράστηκε ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις η αλληλοσχέση και η μεταξύ τους κοινή βάση; Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα:

Είναι ανακριβές ότι ο αστικός πολιτικός κόσμος, που δεν μπήκε στις κυβερνήσεις των κουίσλινγκ, ήταν αμέτοχος στη συγκρότησή τους και ότι αυτές δεν είχαν τη σύμφωνη γνώμη του. Το αντίθετο. Και να τι έγραφαν οι αθηναϊκές εφημερίδες της 8 Μάη 1941: «Ο πρωθυπουργός κ. Τσολάκογλου εδέχθη χθες τους πολιτικούς ηγέτας της χώρας, κ. κ. Πάγκαλον, Γονατάν, Οθωναίον, Μάξιμον, Κ. Τσαλδάρην, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλον, Β. Δηλιγιάννην, Γ. Πεσματζόγλου, Γ. Μερκούρην, Βελέντζαν και Περ. Ράλλην. Μετά τας συνομιλίας εδόθη εις τον Τύπον η κάτωθι επίσημος ανακοίνωσις: "Ο κ. πρωθυπουργός ήκουσε μετά προσοχής τας γνώμας των ανδρών τούτων, αφού εξέθεσε την κατάστασιν και τας ακολουθητέας κατευθύνσεις της κυβερνήσεως. Πάντες ανεγνώρισαν ότι η Κυβέρνησις Εθνικής Ανάγκης είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλήνων άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς. Επίσης πάντες ανεγνώρισαν το σφάλμα του εκπεσόντος καθεστώτος να κηρύξη τον πόλεμον κατά της Γερμανίας και διεκήρυξαν το χάσμα, το οποίον χωρίζει την Ελλάδα από την κυβέρνησιν των εν Κρήτη εγκατασταθέντων φυγάδων. Πολλοί εξ αυτών εξεδήλωσαν τον ζωηρόν αποτροπιασμόν των, διότι οι φυγάδες ούτοι δε συνεταύτισαν τας τύχας των με τον ελληνικόν Λαόν, τον οποίον, εκτός της συμφοράς του πολέμου, απεγύμνωσαν διά της αφαιρέσεως του Δημοσίου Χρήματος"...»(Κ. Πυρομάγλου, ό.π., σελ. 136-137).

Δηλαδή, οι παραπάνω πολιτικοί, αφού στήριξαν δημόσια την κυβέρνηση των Γερμανών στην Ελλάδα, έκαναν δήθεν και τον τιμητή στους υπόλοιπους της αστικής τάξης, που έφυγαν απ' τη χώρα κατακλέβοντας και το δημόσιο ταμείο!

Μετά το θάνατο του Μεταξά, την «αυτοκτονία» του πρωθυπουργού Κορυζή και την εμφάνιση του Κοτζιά - πρωτοπαλίκαρου της 4ης Αυγούστου και δημάρχου Αθήνας - ως πρωθυπουργού για λίγες ώρες, ο βασιλιάς Γεώργιος Β` κάλεσε τον Εμμ. Τσουδερό την 21 Απρίλη 1941 και τον διόρισε πρωθυπουργό. Γιατί διόρισε τον Τσουδερό, που ήταν βενιζελικός, και όχι κάποιον άλλον; Για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν έτοιμος να φύγει για την Κρήτη και σε συνέχεια για το Κάιρο και χρειαζόταν να έχει η κυβέρνησή του μια «δημοκρατική» βιτρίνα, μια βενιζελική πρόσοψη!

Ο Τσουδερός, λοιπόν, επεδίωξε η σύνθεση της κυβέρνησης να είναι αντιπροσωπευτική των κομμάτων. Αλλά μπήκαν στη μέση οι Εγγλέζοι, που ήθελαν να προφυλάξουν τους δημοκρατικούς πολιτικούς (Γ. Παπανδρέου κ.ά.) και μαζί με τον Τσουδερό σχημάτισαν αμιγή φασιστική κυβέρνηση. Στη σύνθεσή της περιλήφθηκαν τα πιο εκτεθειμένα, τα πιο αντιδραστικά στοιχεία: Ο ναύαρχος Σακελλαρίου, ο Μανιαδάκης - υφυπουργός Ασφάλειας επί Μεταξά - ο Κοτζιάς, ο Νικολούδης, ο Δημητράτος!

Φεύγοντας η κυβέρνηση Τσουδερού άφησε πίσω της κυβερνητικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον αρχιδήμιο Κ. Μανιαδάκη, «που έπρεπε να φροντίσει να μην απολυθούν οι φυλακισμένοι και οι εξόριστοι και να εμποδιστεί η αναχώρηση, στην Κρήτη ή αλλού, των ανεπιθύμητων στο καθεστώς. Ο Μανιαδάκης εξετέλεσε πιστά τη βασιλική θέληση και την κυβερνητική εντολή. Ετσι, πολλοί φυλακισμένοι και εξόριστοι παραδόθηκαν στον κατακτητή και Κρητικοί που ήθελαν να πάνε στο νησί τους και να πολεμήσουν, εμποδίστηκαν από το φρουρό του καθεστώτος, τον Μανιαδάκη!» (Γ. Αθανασιάδη: «Η πρώτη πράξη της ελληνικής τραγωδίας», σελ. 67, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

Ως προς την παραπάνω διαπλοκή μπορούμε να δούμε και τις περιπτώσεις των Δαμασκηνού και Αγγελου Εβερτ. Ο πρώτος ήταν (έγινε) αρχιεπίσκοπος στην Κατοχή, ενώ μετά την Κατοχή έγινε αντιβασιλιάς και έπαιξε ηγετικό ρόλο στην καταστολή του ΕΑΜικού κινήματος ως στενός συνεργάτης και άνθρωπος του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ στη διάρκεια του Δεκέμβρη 1944 και μετά. Τον ίδιο ρόλο έπαιξε και ο Εβερτ ως αρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων. Και τους δύο τους προτίμησαν οι Γερμανοί, αλλά στηρίζονταν σ' αυτούς και οι Εγγλέζοι. Τους ήθελε, όμως, και ο Γ. Παπανδρέου και ο Πλαστήρας και γενικά η πλειοψηφία του αστικού πολιτικού κόσμου...

Αλλο παράδειγμα: Ανάμεσα στις αντιστασιακές στρατιωτικές οργανώσεις, που δημιουργήθηκαν ως αντίβαρο στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, η πιο σημαντική ήταν ο ΕΔΕΣ, που τυπικά είχε επικεφαλής τον Πλαστήρα (όντας αυτός στη Γαλλία!), αλλά ουσιαστικά είχε τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Αισθητή, επίσης, ήταν η παρουσία της στρατιωτικής οργάνωσης ΕΚΚΑ (Καρτάλης).

Τι έχει, ωστόσο, αποδειχθεί; Πρώτο, ότι ο ΕΔΕΣ δημιουργήθηκε και δρούσε με την έμπνευση, τα σχέδια και τις λίρες της Μ. Βρετανίας. Δεύτερο, ότι κύριος στόχος του δεν ήταν οι Γερμανοί, όπως ισχυριζόταν η ηγεσία του, αλλά ο ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ. Τρίτο, ότι στην ηγεσία του συνυπήρχαν και συνεργάτες των Γερμανών, ενώ ο ίδιος ο Ζέρβας ήταν άνθρωπος των Εγγλέζων. Ταυτόχρονα ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κ. Πυρομάγλου συγκαταλεγόταν σ' εκείνες τις προσωπικότητες που είχαν περισσότερες σχέσεις με «φιλελεύθερους» πολιτικούς. Οσο για τον Γ. Καρτάλη, ο Σοβιετικός πρέσβης Ροντιόνοφ, σε έκθεσή του προς το σοβιετικό υπουργείο Εξωτερικών, ανέδειξε το εξής γεγονός: Οτι ο Καρτάλης στηριζόταν και αυτός στην εγγλέζικη δύναμη, προκειμένου, μέσω αυτής της ενίσχυσης, να συμβάλει στη δημιουργία μετακατοχικών εξελίξεων διατήρησης της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Αυτό εξάλλου έκανε και το κάθε κόμμα της οικονομικής ολιγαρχίας.

Τον παραπάνω στόχο τον εξυπηρετούσαν και δυνάμεις συνεργαζόμενες με το ΕΑΜ, αλλά και δυνάμεις που ήταν εντός του ΕΑΜ. Και βέβαια οι επιδιώξεις τους ήταν φυσικό επακόλουθο του χαρακτήρα τους ως αστικών δυνάμεων και του προγράμματός τους.

Ηταν πρώτα απ' όλα θέμα της συνειδητής πρωτοπορίας του Μετώπου που δημιουργήθηκε, να πάρει αυτό κατεύθυνση προς τη λαϊκή εξουσία. Αυτό, δυστυχώς, για μια σειρά λόγους, που δεν είναι του παρόντος, δεν έγινε κατορθωτό.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι καθόλου δεν υπήρχαν σινικά τείχη ανάμεσα στα κόμματα της αστικής τάξης, παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις. Αντίθετα, όσο κι αν αυτές οξύνονταν, τα κοινά υπόβαθρα παρέμεναν.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η στάση των βασικών αστικών πολιτικών δυνάμεων έπαιρνε υπόψη της τις εξής παραμέτρους:

α) Τη στήριξη του κρατικού μηχανισμού και ταυτόχρονα τη συσπείρωση σωμάτων κρούσης που θα χτυπούσαν το ΕΑΜικό κίνημα και το ΚΚΕ.

β) Οτι η στρατιωτική δύναμη της Μεγάλης Βρετανίας ήταν μέσον εκ των ων ουκ άνευ για τη διατήρηση της κυριαρχίας της τάξης. Και την αξιοποίησαν στο έπακρο.

γ) Την ταχύτατη ανάπτυξη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, κατά συνέπεια την ανάγκη τους να παρεμβάλουν εμπόδια και κυρίως να υπονομεύσουν πολιτικά και οργανωτικά την ΕΑΜική πάλη. Η παρουσία της εγγλέζικης αποστολής στα ελληνικά βουνά (Εντι Μάγερς, Κρις Γουντχάουζ κ.ά.) διεκπεραίωνε και αυτόν το ρόλο, σε συνεργασία με πολιτικούς παράγοντες που θεωρούνταν... προοδευτικοί! Και τον διεκπεραίωνε, στα πλαίσια της ταυτόχρονης αντιχιτλερικής πάλης που διεξήγαγε γενικότερα η Μεγάλη Βρετανία.


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org