Παρασκευή 28 Φλεβάρη 1997
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 30
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Ο θάνατος ενός έθνους...

Μια ταινία που μπορεί να διχάσει, να συζητηθεί, αλλά σίγουρα θα συναρπάσει είναι "Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται" του Σριντιάν Ντραγκόγιεβιτς από τη Σερβία, ενώ ο ελληνικός "Καβάφης" του Γιάννη Σμαραγδή προκαλεί μια αίσθηση, τουλάχιστον, αμηχανίας, καθώς μια εσωτερική δύναμη αντιστέκεται στους σχεδόν "εθνικούς" λόγους, που επιβάλλουν μια θετική στάση απέναντι στο συγκεκριμένο έργο... Ανάλογη αμηχανία συνοδεύει και το αμερικανικό "Ρωμαίος και Ιουλιέτα",αφού αναζητά κανείς λόγους (και δε βρίσκει) για μια τέτοιου είδους μεταφορά του κλασικού δράματος. Τέλος, η"Απειλή στον αέρα" και το "Daylight" συναγωνίζονται μεταξύ τους σε καταστάσεις έντασης και αγωνίας συμμαχώντας, κατά κάποιο τρόπο, ενάντια στα νεύρα του κοινού (σε πολλούς, όμως, αρέσει).

"Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται"

Και να που η κρίση στα Βαλκάνια, ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος συγκεκριμένα, δίνει τροφή στους σκηνοθέτες και τους δημιουργούς της περιοχής, αιμοδοτεί, σχεδόν κυριολεκτικά, τη θεματολογία τους και αναδεικνύει μια κινηματογραφία, που φυσικά προϋπήρχε στη γειτονιά μας, αλλά έπρεπε να ξεσπάσει αυτός ο πόλεμος "έξω από την πόρτα μας", για να αρχίσουμε να γνωριζόμαστε καλύτερα μαζί της. Κι αν Ελλάδα δε σημαίνει μόνο Αγγελόπουλος,αποδεικνύεται αυτή τη φορά, ότι Γιουγκοσλαβία δε σημαίνει μόνο Κουστουρίτσα,παρ' όλο που στην ταινία αυτή μπορεί κανείς να παρατηρήσει φανερές ομοιότητες με το"Αντεργκράουντ". Αρχίζοντας από τη χρήση παρόμοιας αισθητικής, σε ίδιας θεματικής και πρόθεσης σκηνές (τα εγκαίνια του τούνελ φέρνουν στο νου την παρεμφερή χρήση που επιφύλαξε ο Κουστουρίτσα στις σκηνές επικαίρων της ταινίας του), αλλά και έναν ανάλογο σαρκασμό, καθώς και μια ανάλογη μυθοπλαστική ελευθερία, που αγγίζει ένα σουρεαλισμό με ροκ καταβολές.

Ασχετα, όμως, από αυτά, που τελειώνουν εδώ και δεν αποτελούν άλλωστε και την ουσία, ο Σριντιάν Ντραγκόγιεβιτς που σκηνοθέτησε "τα όμορφα χωριά", δεν αποπειράται να δημιουργήσει κάποιο πανοραμικό μαγικό γυαλί για τη χαμένη του πατρίδα, όπως έκανε ο Κουστουρίτσα. Προτιμά, με μια αναλυτική διάθεση, να σταθεί πλάι στους ήρωές του, που βρέθηκαν με ένα όπλο στο χέρι να πολεμούν για μιαν "ιδέα". Ιδέα που ξεγυμνώνεται σταδιακά στη διάρκεια της ταινίας, για να απομείνει τελικά ένα τίποτα. Ενα ψέμα, όμοιο με αυτό των περασμένων δεκαετιών, που εξέθρεψε τις σημερινές εκρηκτικές αντιθέσεις. Κάπου εδώ, όχι στην αισθητική, αλλά στην ανθρωποκεντρική της διάσταση, η ταινία συναντιέται ξώφαλτσα με το "Πριν από τη βροχή" του Μίλτο Μαντζέφσκι (από την ΠΓΔΜ), αποφεύγοντας, όμως, μια γενικόλογη ανθρωπιστική τοποθέτηση, που θα κολάκευε τις πάντοτε κομφορμιστικές απαιτήσεις του κοινού και θα εξυπηρετούσε τη διεθνή της αποδοχή...

Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, παρακολουθώντας κανείς την ταινία, σε όποια "πλευρά" κι αν ανήκει, μπορεί να διατυπώσει πλήθος αντιρρήσεων και επιφυλάξεων, συχνά, αλληλοαναιρούμενων στο εσωτερικό της, στα αλληλοπλεκόμενα επίπεδα της δράσης. Γιατί, η ταινία είναι φορτωμένη από τις αντιφάσεις των ηρώων της, που αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις της κοινωνίας τους, και οι οποίες βγήκαν στο προσκήνιο με εκρηκτικό τρόπο. Και δεν αναγνωρίζει καμιά βεβαιότητα, ικανή να προσφέρει στον θεατή την ασφάλεια της ταύτισης με κάποιους "καλούς", ενάντια σε κάποιους "κακούς", στη βάση μιας κοινά παραδεκτής ηθικής στάσης. Αλλωστε, τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στους εφτά πρωταγωνιστές, τους εφτά Σέρβους, που βρίσκονται εγκλωβισμένοι από τους Μουσουλμάνους σε ένα στοιχειωμένο τούνελ (η θέση τους αυτή ίσως αποτελεί λόγο ταύτισης του θεατή μαζί τους), αφού πρώτα έχουν κάψει και λεηλατήσει μια σειρά από μουσουλμανικά χωριά (και να που η ταύτιση αναιρείται). Πρόκειται για έναν ηλικιωμένο λοχαγό, θιασώτη κάποτε του "τιτοϊκού ονείρου". Εξω από το τούνελ είναι ο Μουσουλμάνος κουμπάρος του, συμπολεμιστής του στα χαρακώματα της δεκαετίας του '40. Είναι ακόμη ένας κλέφτης, που αφού ξάφρισε ό,τι μπορούσε στην ξενιτιά επέστρεψε στην πατρίδα για να βρεθεί στο στρατό στη θέση του αδελφού του, που προσπαθούσε να το αποφύγει για να σπουδάσει.

Είναι ακόμη δυο εθνικιστές, πιστοί στο μεταφυσικό όραμα μιας μεγάλης Σερβίας. Είναι ένας πρεζάκιας, που φορά στολή σε μια στιγμή γενικής πατριωτικής έξαρσης. Είναι και ένας διανοούμενος, ο "καθηγητής", με τον σερβικό σταυρό στο κράνος, που βγάζει στη σύγκρουση την πιο καταπιεσμένη του επιθετικότητα. Τέλος, το κεντρικό πρόσωπο, ο Μίλαν, που βρέθηκε να πολεμά δίπλα στο χωριό του. Εξω από το τούνελ είναι ο αδελφικός του φίλος, ο Χαλίλ. Ο πρώτος νομίζει ότι ο δεύτερος σκότωσε τη μάνα του. Κι αυτός, ότι ο άλλος του έκαψε το μαγαζί. Τίποτα από αυτά δε συνέβη. Παρεξήγηση. Ετσι κι αλλιώς σε λίγο θα είναι όλοι νεκροί.

Ομως, αν η ελπίδα δε βρίσκεται στις αυταπάτες του παρελθόντος, ούτε στο καινούριο αιματοβαμμένο παραμύθι, που προοιωνίζεται στις συμβολικές σκηνές των επίσημων εγκαινίων. Ούτε στις φωνές των καλοζωισμένων... ειρηνιστών στο Βελιγράδι. Τότε πού μπορεί κανείς να την ανακαλύψει; Ισως τελικά, μόνο τη μέρα που άρχιζε ο πόλεμος. Οταν οι δυο φίλοι τσούγκριζαν, με έναν πολύ γνώριμο σ' εμάς τρόπο, τα ποτήρια τους.

"Στην υγειά μας, Μίλαν, αλλά πες μου, θα γίνει τελικά πόλεμος;", ρώτησε ο Χαλίλ. "Ποιος πόλεμος, φίλε... ".

(ΑΣΤΡΟΝ, ΑΤΤΙΚΟΝ)

"Καβάφης"

Κατά τεκμήριο, ποιητική η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον εθνικό μας(πλέον) ποιητή. Ομως, πώς θα μπορούσε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μια τέτοια μορφή, όταν από την αρχή ως το τέλος, η ταινία καταναλώνεται στην ομοφυλοφιλική διάθεση του ποιητή, κι αυτό με μια διάθεση μονίμως αποστασιοποιημένη και ανεκπλήρωτη; Δίχως καν την τόλμη της ερωτικής ολοκλήρωσης, όχι από την πλευρά του Καβάφη, βέβαια, αλλά του σκηνοθέτη. Δεν πρόκειται για αίτημα "πορνογραφικό". Ομως, είναι στο βάθος της φτηνή αυτή η στάση, που προβάλλει ένα ατελείωτο υπονοούμενο, το οποίο σε τελική ανάλυση απέχει και από τον βαθύ, αλλά και "υλικό", ερωτισμό που διαπερνά το έργο του ποιητή. Και πώς να στηριχτεί κινηματογραφικά ο ποιητικός χαρακτήρας της ταινίας, με σκηνές σαν αυτή της αρχής, όπου ο άτυχος Δημήτρης Καταλειφός παρακολουθεί ηδονοβλεπτικά το "ημίγυμνο καλοφτιαγμένο, νεανικό σώμα", που καταβρέχεται υπό το φως του ήλιου, όταν τέτοια κλισέ είναι κατάλληλα για φωτογραφίσεις μοντέλων σε περιοδικά μόδας; Και πώς να στηριχτεί κινηματογραφικά ο ποιητικός χαρακτήρας της ταινίας με τη συνεχή, εκτός κάδρου, απαγγελία των ποιημάτων, πλάι στο αταίριαστο μουσικό "χαλί" του, αξιόλογου κατά τ' άλλα, Βαγγέλη Παπαθανασίου.Και πώς να στηριχτεί ακόμα και αφηγηματικά το βιογραφικό, έστω, μέρος της με την "έκθεση ιδεών", που μας παρέχει σχολικές "πληροφορίες" για τον ποιητή; Η, με τη σκηνή περί του γενεαλογικού δέντρου και την άκομψη εμμονή για τη σχέση της οικογένειας Καβάφη με την "περιφέρεια"; Είναι, όντως, επιμελημένες εικαστικά και ατμοσφαιρικά φωτογραφημένες από τον Νίκο Σμαραγδή,σκηνές σαν αυτή στα λουτρά. Ομως, υπηρετούν μια αντίληψη, που προσπαθεί να εκβιάσει, τελικά, την κινηματογραφική ποίηση, χρησιμοποιώντας τα εξωτερικά, επιφανειακά της στοιχεία και αδιαφορώντας για την ουσία της.

(ΒΙΛΑΤΖ 4, ΔΑΝΑΟΣ, ΙΝΤΕΑΛ ΜΑΡ., ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΑΙΗ)

"Ρωμαίος και Ιουλιέτα"

Στο σύγχρονο περιβάλλον της "Βερόνα Μπιτς", μιας ακτής που θυμίζει Μαϊάμι, έχει μεταφερθεί από τον σκηνοθέτη Μπαζ Λούρμαν,το γνωστό κλασικό δράμα, ενώ ο ανταγωνισμός Μοντέγων - Καπουλέτων παραπέμπει σε διαμάχη οικογενειών της μαφίας. Σεναριακή λύση που, κατ' αρχήν, δεν μπορεί να θεωρηθεί άστοχη. Ομως, η μεταφορά του σαιξπηρικού έργου είναι υπόθεση δύσκολη στο θέατρο κι ακόμη περισσότερο στον κινηματογράφο. Πόσο μάλλον η τοποθέτησή του σε μια ξένη προς το έργο εποχή, που απαιτεί ιδιαίτερη δραματουργική επεξεργασία, τουλάχιστον στους διαλόγους, που καθώς χρησιμοποιούνται ατόφιοι ξενίζουν και φαντάζουν αταίριαστοι προς την επικρατούσα ατμόσφαιρα. Γιατί άλλο είναι το σπαθί κι άλλο το σαρανταπεντάρι μάγκνουμ. Με τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο και την Κλερ Ντέινς.

(ΑΘΗΝΑΙΟΝ, ΒΙΛΑΤΖ 6, ΚΟΡΟΝΕΤ, ΜΑΡΟΥΣΙ 1, ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ, ΟΠΕΡΑ 1, ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ, ΤΡΟΠΙΚΑΛ, ΑΠΟΛΛΩΝ ΠΕΙΡ. )

"Daylight"

Ταινία καταστροφής, με ένα τούνελ σε αμερικανικό αυτοκινητόδρομο να πλημμυρίζει και να ανατινάζεται και τον Σιλβέστερ Σταλόνε να βγάζει το φίδι απ' την τρύπα. Πολλά νερά... Σκηνοθεσία Ρομπ Κόεν

"Απειλή στον αέρα"

Ενα αεροπλάνο μένει ακυβέρνητο και μια αεροσυνοδός αναλαμβάνει να το προσγειώσει, ενώ ένας παρανοϊκός δολοφόνος προσπαθεί να την εξοντώσει και ένα μαχητικό F-14, ενδέχεται, να την καταρρίψει. Επιτυχία της ταινίας η μαζοχιστική ταύτιση που προκαλεί τον θεατή, πολύ περισσότερο καθώς γνωρίζει κανείς από πριν το τελικό αποτέλεσμα. Σκηνοθεσία Ρόμπερτ Μπάτλερ.

Αγης ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗΣ


Κορυφή σελίδας
Ευρωεκλογές Ιούνη 2024
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ