Η ισχυρότερη «ρίζα», η βαθύτερη «πατρίδα» του ανθρώπου, είναι η μάνα που τον γέννησε και τον γαλούχησε με την αγάπη και τις αξίες της, αξίες που, διαλεκτικά, εδράζονται και στην κοινωνική τάξη της. Αυτό φαίνεται να πίστευε ο Σαίξπηρ, σμιλεύοντας το μύθο και τον ομώνυμο ήρωα του έργου του «Κοριολανός». Εργο παντοτινά επίκαιρο, λόγω του πολιτικού θέματος αλλά και της πολυσύνθετης, ολόπλευρης διάπλασης των προσώπων του. Ο Σαίξπηρ εκκινώντας από το ιστορικό πρόσωπο, του στρατηλάτη Γάιου Μάρκιου, του επωνομαζόμενου Κοριολανού, δεν έγραψε ένα ιστορικό δράμα, αλλά μια διαχρονική, οικουμενική πολιτική τραγωδία, για την «ύβριν» της αλαζονείας απέναντι στη λαϊκή βούληση και της προδοσίας της πατρίδας. Ο σαιξπηρικός Κοριολανός, θράφηκε, έως μυελού οστέων, από τη μάνα του με το αίσθημα της υπεροψίας και της ισχύος της αριστοκρατικής κάστας του, με το πολιτικό-κοινωνικό «δίκαιο» και την έπαρση του ρωμαϊκού ιμπέριουμ, ώστε να λάμψει στην πολεμική και πολιτική σκηνή της Ρώμης με τη γενναιότητα, τα ανδραγαθήματα, τους νικηφόρους επεκτατικούς πολέμους του. Ο Κοριολανός, ανδρείος, αλλά και αδυσώπητος κατακτητής, εκ πεποιθήσεως περιφρονητής των λαϊκών τάξεων και των εκπροσώπων τους, ιδιαίτερα όταν με το συμφεροντολογικό λαϊκισμό τους μετατρέπουν το λαό σε όχλο, εξαιτίας της αλαζονείας του απέναντι στους εκπροσώπους του «όχλου», εξορίζεται, προδίδει την πατρίδα του και της επιτίθεται μαζί με τους πρώην κατακτημένους και αδικοσφαγμένους από αυτόν Βόλσκους. Απορρίπτει πεισματικά τις προσπάθειες των πιο δικών του προσώπων να μη χτυπήσει την πατρίδα του, αλλά λυγά στη δακρυσμένη έκκληση της μάνας του, αν και ξέρει ότι προδίδοντας τους νέους του «συμμάχους», αυτό θα σημάνει τη θανάσιμη τιμωρία του από αυτούς, αλλά εντέλει και τον καθαρμό του.
«Ο αρχοντοχωριάτης», με το «Προσκήνιο»
Το έργο μεταφρασμένο εξαιρετικά, με ρεαλιστική, όμορφη και πλούσια νοηματικά από τον Μιχάλη Κακογιάννη μετάφραση (η καλύτερη σαιξπηρική μετάφρασή του) αποτέλεσε και την επίσης καλύτερη μέχρι τώρα, την πιο καλοσχεδιασμένη σκηνοθετικά και καλοδουλεμένη ως προς το λόγο, με ρεαλιστική ανάδειξη της πολιτικότητας του έργου, παράστασή του στο Φεστιβάλ Αθηνών. Στο ποιοτικό αποτέλεσμα συνέβαλαν το λιτά και καλαίσθητα «ρωμαϊκό» σκηνικό (Απόστολος Βέττας), τα θαυμάσια σχεδιαστικά και χρωματικά κοστούμια (Γιάννης Μετζικώφ) και οι αρμόζοντες φωτισμοί (Ελευθερία Ντεκώ). Οι καλύτερες, λεπτοδουλεμένες χαρακτηρολογικά, μεγάλης θεατρικής εμβέλειας ερμηνείες ήταν των Νίκου Χατζόπουλου και Μάνου Βακούση, στους δύο δειλούς και δόλιους εκπροσώπους του λαού. Σύνθετη, ρεαλιστική (χαρακτηρολογικά και ψυχογραφικά) ήταν η ερμηνεία του Νίκου Αρβανίτη. Πικρό χιούμορ, απλότητα και αμεσότητα είχε η ερμηνεία του Γιάννη Βόγλη. Η ερμηνεία των αξιότατων ηθοποιών Μάρθα Βούρτση και Γιώργου Κέντρου, έτεινε στον ακαδημαϊκό στόμφο. Καλές οι ερμηνευτικές παρουσίες των Τατιάνας Παπαμόσχου, Ευδοκίας Ρουμελιώτη, Χάρη Εμμανουήλ. Ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης, ηθοποιός με γερά φωνητικά, κινησιολογικά, και εκφραστικά εφόδια, άντεξε, τεχνικά, το «θηριώδη» ρόλο του Κοριολανού, αναδείχνοντας όμως την επιφάνειά του, όχι και το ποιητικό και τραγικό μέγεθός του.
«Οιδίποδας επί Κολωνώ»
«Οιδίπους επί Κολωνώ», με το «Αμφι-Θέατρο»
Ενενηντάχρονος περίπου (406-405 π.Χ.), μπροστά στο αναπόφευκτο του θανάτου, νιώθοντας «προδομένος» από το γιο του, ο Σοφοκλής έγραψε τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ», συμπυκνώνοντας σε ένα μόνον έργο - φιλοσοφικό και πικρότατα ποιητικό - με την ανθρώπινη και ποιητική σοφία του πάντα, τα ανθρώπινα και τις μέγιστες έννοιες της ανθρώπινης πορείας και της κοινωνικής εξέλιξης. Το αιμομεικτικό γένος του ανθρώπου. Την πατροκτονία, την παιδοκτονία και την αδελφοκτονία. Την αδελφική και πατρική αγάπη. Την τραγωδία του «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα» και της κατάρας του «προδομένου» γονιού. Τον ανθρωποβόρο δόλο και την έπαρση μιας ποταπής εξουσίας. Τη φιλοπατρία και την προδοσία της πατρίδας. Τον επεκτατικό και εμφύλιο πόλεμο (συνεχιζόταν ακόμα ο Πελοποννησιακός Πόλεμος). Την ευνομούμενη Δημοκρατία και την άνομη τυραννία. Τον άγραφο νόμο σεβασμού και φιλοξενίας των εξορισμένων. Την ιερότητα του γεγονότος του θανάτου και την «ανάσταση» των νεκρών μέσω της μνήμης τους.
Την τραγωδία, μεταφρασμένη με ποιητικότητα αλλά και ρεαλιστική αμεσότητα, από τον Κ. Χ. Μύρη, (αλλά με κάποιες περικοπές, προφανώς για παραστασιακή «οικονομία»), παρουσίασε στα Επιδαύρια το «Αμφι-Θέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου, σε σκηνοθεσία, κίνηση του Χορού και φωτισμούς του ίδιου, αφαιρετικό, πάνινο λευκό σκηνικό και κοστούμια της Αγνής Ντούτση (το σκηνικό θυμίζει σκηνικά παλαιότερων παραστάσεων του «Αμφι-Θεάτρου») και σε διακριτική, μελωδική μουσική του Περικλή Κούκου. Ο Σπ. Ευαγγελάτος, σεβόμενος απολύτως το λόγο, σκηνοθέτησε μια λιτότατη ρεαλιστική παράσταση, αλλά με αποχρώσεις «ακαδημαϊκές», με έναν αδύναμο κινησιολογικά Χορό και αφήνοντας τα περιθώρια για στομφώδη, ναρκισσιστικό λόγο και σχηματική, επιφανειακή ως προς την τραγικότητα των ρόλων (είναι πρόσωπα και ταυτόχρονα σύμβολα των ανθρωπίνων παθών και εννοιών) ερμηνεία των Κώστα Αθανασόπουλου, Γιώργου Μπούτου, Δημήτρη Παπανικολάου, Σπύρου Μαβίδη, Αγγελικής Πέτκου, Κωνσταντίνου Γεωργίου. Αφησε - κρίμα - και τον Χρήστο Καλαβρούζο - ηθοποιό εξαιρετικό, ωριμότατο και ταυτόχρονα ακμαίο για μια σημαντική ερμηνεία του γέρου Οιδίποδα, ηθοποιό έμπειρο, με μεγάλα φωνητικά προσόντα, τεχνική, υποκριτική δύναμη, πλούσια και πηγαία συναισθηματική αλήθεια και αμεσότητα - σε μια καλλιεπή, μονότονα «τραγουδιστική», χωρίς κλιμάκωση, μελοδραματική, ερμηνεία. Μια διαφορετική σκηνοθετική «ανάγνωση» αποζητούσε η ψυχολογικού μινιμαλισμού ερμηνεία της Μαρίας Κεχαγιόγλου, με το χαμηλόφωνο, απλό λόγο της, την εσωτερικότητα και τη συναισθηματική αλήθεια της.
«Αρχοντοχωριάτης»
Μεγάλη διάθεση να διασκεδάσει, να γελάσει πρωτίστως ο ίδιος, κάνοντας μια κωμικά χυμώδη μετάφραση, μια διασκεδαστικά ευρηματική σκηνοθεσία και μια ελευθεριάζουσα υποκριτική καθοδήγηση ομοτέχνων του, με την αριστουργηματική μολιερική κωμωδία-μπαλέτο «Ο αρχοντοχωριάτης», είχε ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Και το πέτυχε, όπως απέδειξε η χορταστικά γελαστική παράστασή του, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, με θίασο του Γιάννη Μπέζου. Με όλες τις συνισταμένες αυτής της παράστασης - μετάφραση, σκηνοθεσία και καθοδήγηση ηθοποιών με τους οποίους δεν έχει ξανασυνεργαστεί - κερδισμένοι δε βγήκαν μόνον οι ηθοποιοί ερχόμενοι σε επαφή με την ιδιαίτερη πνευματικότητα και αισθητική της πολύ προσωπικής θεατρικής «γλώσσας» του Β. Παπαβασιλείου. Ωφελημένος βγήκε και ο ίδιος, καθώς με τη συνεργασία με ηθοποιούς διαφορετικού «στίγματος», απέδειξε ότι διαθέτει, απελευθερώνοντάς τη, μια πλούσια («σφιγμένη» εκδηλωνόταν μέχρι τώρα), αίσθηση του κωμικού και την ικανότητα να κάνει - αυτός ο σημαντικός διανοούμενος καλλιτέχνης του θεάτρου μας - και πηγαίο και ευφραντικό λαϊκό θέατρο. Ο Παπαβασιλείου, γνωρίζοντας καλά τη μολιερική κωμωδία και τους θεατρικούς «κώδικες» της εποχής της, «παιχνίδισε» με τα κωμικά και φαρσικά στοιχεία της και με τους ρόλους - χαρακτήρες, καθοδηγώντας ευεργετικά τις ερμηνείες των ηθοποιών, και αποσπώντας το μέγιστο των δυνατοτήτων του καθένα, πέτυχε ένα συνολικά πολύ καλό υποκριτικό αποτέλεσμα. Ο Μπέζος, έμπειρος, φύσει κωμικός ηθοποιός, έπλασε απολαυστικά έναν αστοιχείωτο, μπουνταλά, λαϊκής καταγωγής νεόπλουτο, που για να γίνει «άρχοντας» πέφτει θύμα ενός άφραγκου, αρπακτικού ψευτοαριστοκράτη - τον ερμηνεύει σαρκαστικά ο Περικλής Μουστάκης - και προς συμμόρφωσή του σε μια πανέξυπνη «παγίδα», της λαϊκής αλλά και προσγειωμένης γυναίκας του - Ναταλία Τσαλίκη - και «διαβολεμένων» υπηρετών - με εύστοχες ερμηνείες των Ελένη Κοκκίδου και Χρόνη Παυλίδη. Εξαιρετικά «παιγνιώδης», με πληθωρικό χιούμορ, ήταν η ερμηνεία του Γιώργου Ψυχογιού (χοροδιδάσκαλος). Κωμικότητα είχαν και οι ερμηνείες των Ηλία Ζερβού (μουσικοδιδάσκαλος), Γιάννη Χαρίση (δάσκαλος φιλοσοφίας), Κωστή Δαμάκη (αρχιμόδιστρος), Χρόνη Παυλίδη (οπλοδιδάσκαλος). Σκηνικά χαριτωμένες οι υπηρετικές μεταμορφώσεις των Αλέξανδρου Παρίση και Κωστή Δαμάκη. Γόνιμοι υποκριτικά και οι Κίκα Γεωργίου, Γιώργος Γλάστρας, Νίκη Παλληκαράκη.