Μέρος 8ο
Ο ΣΥΝ αποδέχεται το κοινοτικό πλαίσιο της «απελευθέρωσης» στους στρατηγικούς τομείς της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών.
Εμφανίζεται συχνά με αντιφατικές θέσεις, από τη μία να ζητά από την κυβέρνηση επιτάχυνση της προώθησης των κοινοτικών οδηγιών για την απελευθέρωση και από την άλλη να απαιτεί «σταδιακή απελευθέρωση» με προστασία της λαϊκής κατανάλωσης.
Η δήθεν εναλλακτική του λύση εστιάζεται σε δύο βασικά σημεία:
α) Στη διατήρηση του δημόσιου ελέγχου σε μία επιχείρηση η οποία θα συνυπάρχει και θα ανταγωνίζεται τους ιδιωτικούς ομίλους μέσα στο πλαίσιο της «απελευθερωμένης» αγοράς. Αναδεικνύει δηλαδή ως βασικό τη διατήρηση της ισχυρής παρουσίας του κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, στο πλαίσιο της «απελευθέρωσης».
β) Στην ισχυροποίηση των λεγόμενων «ανεξάρτητων» ρυθμιστικών -διοικητικών αρχών (ΡΑΕ, ΕΕΤΤ) που προβλέπουν οι κοινοτικές οδηγίες. Σύμφωνα με το ΣΥΝ, οι συγκεκριμένες αρχές μπορούν να προστατέψουν το λαϊκό συμφέρον με κανονιστικές ρυθμίσεις.
Οι συγκεκριμένες θέσεις αποπροσανατολίζουν το λαϊκό κίνημα και το ενσωματώνουν στη στρατηγική της άρχουσας τάξης και της ΕΕ. Οι πρώην κρατικές επιχειρήσεις (πρώην ΔΕΚΟ) λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια σύμφωνα με τους νόμους της ανταγωνιστικής «απελευθερωμένης» αγοράς και σύμφωνα με τα συμφέροντα των μετοχών τους, ανεξάρτητα από το ποσοστό που θα διατηρήσει το κράτος στο μετοχικό τους κεφάλαιο.
Από την άλλη οι δήθεν «ανεξάρτητες» αρχές είναι θεσμικά εξαρτημένες από τα αρμόδια κοινοτικά όργανα και έχουν αποστολή την εφαρμογή της αντιλαϊκής κοινοτικής πολιτικής που υπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα των μονοπωλιακών ομίλων.
Ομως η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη, η συσσώρευση του πλούτου με τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου είναι που δημιουργεί την ανεργία και τη φτώχεια. Είναι ενδογενές πρόβλημα του καπιταλισμού από τη μια να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και από την άλλη να μην αντισταθμίζει την απώλεια θέσεων λόγω της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας.
Η τεχνολογική πρόοδος και η συνθετότητα στη χρήση των μηχανημάτων απαιτεί περισσότερη δεξιότητα και επαγγελματική κατάρτιση για τη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού από τον ένα κλάδο στον άλλο, ακολουθώντας τις μετακινήσεις του βιομηχανικού και εμπορικού κεφαλαίου. Αυτή την ανάγκη επιχειρούν να καλύψουν τα προγράμματα της διά βίου κατάρτισης (τα οποία προτείνει και η ΑΠ) στην εποχή της «γνώσης» και των «ραγδαίων αλλαγών», βεβαίως από τη σκοπιά της ευέλικτης και φθηνότερης εργατικής δύναμης για το κεφάλαιο.
Σε συνθήκες που η κοινωνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου πραγματοποιείται με δυσκολίες και αντιθέσεις σκληρού ανταγωνισμού των πολυεθνικών και των διακρατικών οργανισμών τους, η πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε σοσιαλδημοκρατική ή νεοφιλελεύθερη εκδοχή είναι μονόδρομος.
Επομένως, δεν μπορεί να αντιπαλεύει τις ιδιωτικοποιήσεις μιλώντας για δημόσιο τομέα, χωρίς να εξηγεί για ποιο κράτος, ποιο δημόσιο, στα χέρια ποιας τάξης βρίσκεται, σε όφελος ποιων λειτουργεί.
Ο ΣΥΝ προτείνει να «επιστρέψει η πολιτική στην οικονομία», για να εφαρμοστεί μια πολιτική, όπως λέει, «κοινωνικού κράτους» και «κοινωνικής αλληλεγγύης». Αυτή η θέση αποπροσανατολίζει την εργατική συνείδηση αποσιωπώντας τη διαλεκτική σχέση οικονομίας - πολιτικής, η οποία εκδηλώνεται σε κάθε κυβερνητική πολιτική στο έδαφος της οικονομικής κυριαρχίας του κεφαλαίου.
Στο Κείμενο της ΑΠ εξειδικεύεται περισσότερο αυτή η θέση, παίρνοντας ένα μέρος των θέσεων του ΠΑΜΕ. Τάσσεται «κατά» της διευθέτησης του χρόνου εργασίας, υπέρ του 35ωρου, 5ήμερου, 7ωρου, όμως με διατήρηση του ύψους αμοιβής (και όχι αύξηση όπως ζητά το ΠΑΜΕ). Ταυτόχρονα ανοίγει το δρόμο της αποδοχής της μερικής απασχόλησης αφού τη δέχεται, αλλά την περιορίζει με ανώτατα όρια (10% επί του συνόλου). Ακολουθεί δηλαδή μια ευέλικτη και δημαγωγική τακτική για την πίεση δυνάμεών μας στο συνδικαλιστικό κίνημα. Δέχεται, δηλαδή, το πολιτικό πλαίσιο των αναδιαρθρώσεων, αλλά δημαγωγεί πάνω στα αντεργατικά αποτελέσματά τους. Είναι συνυπεύθυνος γιατί πρωτοστάτησε στον κοινωνικό διάλογο, στήριξε τα τοπικά σύμφωνα μερικής απασχόλησης στην τοπική αυτοδιοίκηση, που οι δυνάμεις του εφάρμοσαν μέσω της επιχειρηματικής δραστηριότητας των δήμων, υπέγραψε στο επίπεδο της ΓΣΕΕ και των Ομοσπονδιών το σημερινό αντιλαϊκό - εξοντωτικό ωράριο των καταστημάτων και των σούπερ μάρκετ και αποδέχτηκε την ελαστικοποίηση της εργασίας σε αυτά. Αν και μιλά για μέτωπο απέναντι στο κυβερνητικό συνδικαλισμό, πρωτοστατεί στις μορφές της ταξικής συνεργασίας με προτάσεις για «θεσμούς, μεταρρυθμίσεις, δημοκρατική επαναρύθμιση των εργασιακών σχέσεων κλπ.». Ουσιαστικά στρέφει το βασικό μέτωπό του απέναντι στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, το ΠΑΜΕ, καλλιεργώντας την ηττοπάθεια και τη συνδιαλλαγή με την εργοδοσία και τις κυβερνήσεις.
Με σύνθημα «Μισθοί ευρωπαϊκοί, όχι τιμές Βρυξελλών» η συνδικαλιστική παράταξη του ΣΥΝ θέτει κεντρικό στόχο τη «σύγκλιση με τους ευρωπαϊκούς μισθούς» σε μία τριετία και προτείνει κατώτερο μισθό 1.100 ευρώ, αλλά από το 2007.
Είναι παραπλανητικό το σύνθημα για «μισθούς ευρωπαϊκούς», διότι οι ονομαστικοί μισθοί δε δείχνουν ούτε το βαθμό εκμετάλλευσης ούτε το πραγματικό εργατικό εισόδημα και τη σχέση του με τις σύγχρονες ανάγκες της λαϊκής οικογένειας.
Δηλαδή καλεί τους εργαζόμενους να προσαρμόσουν τις απαιτήσεις τους στα όρια της «αντοχής της οικονομίας», όχι βέβαια οργανώνοντας ταξικούς αγώνες ενάντια στο κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του, αλλά με δήθεν «υπεύθυνες προτάσεις» και «διάλογο των κοινωνικών εταίρων». Αναπροσαρμόζει τη φρασεολογία του και την τακτική του, ενίοτε υψώνει τους τόνους της φωνής, για να εμφανίσει ένα δήθεν αγωνιστικό προφίλ, ενώ την ίδια στιγμή σε ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και Ομοσπονδίες, εδώ και 15 χρόνια, στηρίζει και ψηφίζει συλλογικές συμβάσεις στο πλαίσιο της εκάστοτε εισοδηματικής πολιτικής και του «συμφώνου σταθερότητας».
Οσον αφορά την παιδεία ακολουθεί εξίσου υποκριτική και δημαγωγική τακτική. Υποστηρίζει τη δημόσια παιδεία, αλλά αποδέχεται τη συνύπαρξη της ιδιωτικής (φροντιστήρια, λύκεια, ΚΕΣ, ΙΕΚ, κολέγια κλπ.) και προβάλλει τον «περιορισμό της κερδοσκοπίας» της.
Καταδικάζει φραστικά τους ταξικούς φραγμούς, αλλά συμφωνεί με τη διχοτόμηση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε Λύκειο και ΤΕΕ. Δέσμιος του «ευρωπαϊκού» προσανατολισμού του, αδυνατεί να αντιπαρατεθεί ουσιαστικά στις αντιδραστικές κατευθύνσεις της ΕΕ για την παιδεία, όπως στην πολιτική της «διά βίου μάθησης» προς όφελος του κεφαλαίου, ενώ ταλαντεύεται στο θέμα της αξιολόγησης, δημιουργώντας αυταπάτες για τη δυνατότητα ύπαρξης «δημοκρατικού τρόπου αξιολόγησης» στο πλαίσιο του συστήματος.
Ο Αλαβάνος στη Βουλή στις 18/2/2005 υποστήριζε ότι «μια επίσης λάθος αντίληψη είναι να ενισχύσουμε τη λογική της ΕΕ, ενώ της κάνουμε κριτική και πολλές φορές βάσιμη κριτική. Αντιλήψεις που λένε ότι το θέμα είναι να φύγουμε από την ΕΕ, το θέμα είναι να στηρίξουμε εμείς την εθνική παραγωγή, ουσιαστικά αποδυναμώνουν το βασικό αίτημα και τη βασική μάχη που πρέπει να δοθεί μέσα στην ΕΕ».
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ