Κυριακή 15 Ιούνη 2003
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 33
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ"
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Βιοτεχνολογία και περιβάλλον

Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε και δυνάμωσε μια συζήτηση για τις δυνατότητες της βιοτεχνολογίας και ειδικότερα της γενετικής μηχανικής στην αντιμετώπιση των μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων, σε διεθνές επίπεδο. Οι δυνατότητες αυτές διαφοροποιούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Στην πρώτη περιλαμβάνονται εφαρμογές ιατρικού χαρακτήρα, που αποσκοπούν στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών μεθόδων για την αντιμετώπιση παθήσεων οι οποίες μέχρι λίγα χρόνια πριν ήταν αδύνατο να θεραπευτούν. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται εφαρμογές της γενετικής μηχανικής στη γεωργία, με τη χρησιμοποίηση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, που απελευθερώνονται στο περιβάλλον.

Ανεξάρτητα από την παραπάνω διαφοροποίηση, η ανάπτυξη αυτών των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων καταδείχνει τις μεγάλες δυνατότητες της επιστημονικής και τεχνολογικής εξέλιξης και επιβεβαιώνει την ενότητα της ύλης, την κοινή καταγωγή των ειδών και δικαιώνει το διαλεκτικό υλισμό, που είναι η βάση της κοσμοθεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Οι νέες δυνατότητες της βιοτεχνολογίας προκάλεσαν το ενδιαφέρον των πολυεθνικών και γενικότερα του κεφαλαίου, τόσο στην ιατρική όσο και στη γεωργία για την παραγωγή τροφίμων. Μεγάλες πολυεθνικές των ΗΠΑ, που δραστηριοποιούνται στα φυτοφάρμακα, ξεκίνησαν γρήγορα την παραγωγή γενετικά τροποποιημένων φυτών (σόγιας, καλαμποκιού, βαμβακιού κλπ.) ανθεκτικών στα φυτοφάρμακα αυτών των εταιριών. Με κατάλληλη οργανωμένη αρθρογραφία στο διεθνή Τύπο προπαγανδίστηκε η χρήση αυτών των γενετικά τροποποιημένων φυτών και ήδη, από το 1996 που ξεκίνησαν αρχικά, το 2001 υπολογίζεται ότι οι καλλιέργειες έφτασαν στα 465 εκατ. στρέμματα, που ανήκουν σε 5,5 εκατ. αγρότες 13 χωρών.

Για να διευκολύνουν την προπαγάνδιση και να μειώσουν τις διαφαινόμενες αντιστάσεις επιστημονικών και άλλων φορέων, στη χρήση γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών οι πολυεθνικές εταιρίες χρησιμοποίησαν πολλά επιχειρήματα. Το βασικότερο απ' αυτά εστιάζεται στο επισιτιστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πάνω από 1 δισ. άνθρωποι στον πλανήτη, το οποίο τάχα θα επιλυθεί οριστικά με τη γενίκευση της χρήσης γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών στη γεωργία και στην παραγωγή τροφίμων. Αυτό ισχυρίζονται ότι θα συμβεί επειδή τα τρόφιμα που θα παράγονται από τις καλλιέργειες αυτές θα είναι φτηνότερα και σε μεγαλύτερες ποσότητες, μιας και θα αυξηθούν οι στρεμματικές αποδόσεις. Ετσι, λένε ότι πιο εύκολα θα μπορούν να αγοράζονται από τους φτωχούς καταναλωτές ιδίως των αναπτυσσόμενων χωρών, που έχουν χαμηλή αγοραστική ικανότητα και βιοτικό επίπεδο.

Η εξέταση των δεδομένων της παραγωγής τροφίμων παγκόσμια δείχνει όμως ότι οι δυνατότητες των «συμβατικών» καλλιεργειών υπερεπαρκούν για τη διατροφή όλων των κατοίκων του πλανήτη μας, παίρνοντας υπόψη τις ποσότητες ενέργειας, πρωτεϊνών και λοιπών θρεπτικών συστατικών που χρειάζονται οι άνθρωποι για την πλήρη διατροφή τους. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να υλοποιηθεί με την προϋπόθεση ότι όλες οι γεωργικές εκτάσεις θα καλλιεργούνται ανεμπόδιστα, με κριτήριο τις ανάγκες της ανθρωπότητας σε τρόφιμα, την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας και όχι το κέρδος. Οι δυνατότητες αυτές δείχνουν ότι το παγκόσμιο διατροφικό πρόβλημα δεν είναι κύρια τεχνοκρατικό για να λυθεί με κάποιες επιστημονικές ανακαλύψεις αλλά είναι κατ' εξοχήν πολιτικό πρόβλημα και θα ήταν λυμένο με διαφορετικές πολιτικές συνθήκες.

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε κι από το γεγονός ότι τεράστιες ποσότητες τροφίμων πετιούνται σαν άχρηστες στις χωματερές ή καταστρέφονται με άλλο τρόπο, χωρίς να διοχετεύονται στους λιμοκτονούντες λαούς, επειδή αυτό θα είχε σαν συνέπεια την πτώση των τιμών τους. Επιβεβαιώνεται και από τα φαινόμενα λιμοκτονίας που εμφανίστηκαν στην Αργεντινή, που είναι η χώρα παραγωγής των περισσότερων τροφίμων της Γης ανά κάτοικο. Το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει ακόμα και από τους δραστικούς περιορισμούς που επιβάλλει στην αγροτική παραγωγή η ΕΕ με διάφορα προσχήματα, αλλά και με τις γνωστές ποσοστώσεις και τα εξοντωτικά πρόστιμα συνυπευθυνότητας. Βλέπουμε δηλαδή ότι, αν πράγματι οι πολυεθνικές που παράγουν τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (φυτών, ζώων, αλλά και ψαριών) ήθελαν να συμβάλουν στη λύση του παγκόσμιου επισιτιστικού προβλήματος, δε θα χρειαζόταν να προχωρήσουν στη νέα αυτή ριψοκίνδυνη τεχνολογία, αφού το ίδιο αποτέλεσμα μπορούσε να έχει επιτευχθεί και με «συμβατικό» τρόπο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος για τη χρησιμοποίηση αυτής της ριψοκίνδυνης τεχνολογίας είναι η μείωση του κόστους παραγωγής και η αύξηση των κερδών των πολυεθνικών.

Ο κυνισμός των πολυεθνικών

Ομως η απελευθέρωση στο περιβάλλον γενετικά τροποποιημένων οργανισμών θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες στα οικοσυστήματα, στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με έγκυρες επιστημονικές ιατρικές οργανώσεις και άλλους φορείς, πριν από μια τέτοια απελευθέρωση πρέπει να προηγηθεί σοβαρή μελέτη, για να προσδιοριστούν από τα πριν οι κίνδυνοι που διαγράφονται για τους φυτικούς και ζωικούς οργανισμούς που εξελίχτηκαν φυσιολογικά στη φύση στο πέρασμα των αιώνων. Μάλιστα το χρονικό διάστημα αυτής της μελέτης το προσδιόρισαν σε πέντε έως δέκα χρόνια, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο για τη λογική των πολυεθνικών των οποίων η δίψα για άμεσα και μεγάλα κέρδη δε θέλει να υποταχθεί σε κανένα περιορισμό.

Η ανάγκη να προηγηθεί μακροχρόνια μελέτη, αποδείχνεται από τους κινδύνους που εγκυμονούν αυτές οι εξελίξεις, ορισμένες από τις οποίες έχουν επιστημονικά διαπιστωθεί, αλλά και από τις δυνατότητες που υπάρχουν να διαχυθεί το γενετικά τροποποιημένο υλικό στο περιβάλλον. Μέσα από μια τέτοια διάχυση είναι δυνατό συγγενικά είδη φυτών να «μολυνθούν» με γενετικά τροποποιημένο γενετικό υλικό με απρόβλεπτες συνέπειες. Π.χ. είναι πιθανό ορισμένα ζιζάνια να επιμολυνθούν με γενετικά τροποποιημένο υλικό και να αναπτύξουν αντοχή σε ζιζανιοκτόνα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος.

Ο κυνισμός όμως των πολυεθνικών στο θέμα της βιοτεχνολογίας δεν έχει όρια. Και αυτό αποδείχνεται από το γεγονός ότι ενώ οι δυνατότητες χρήσης της γενετικής μηχανικής είναι πάρα πολλές, το μέρος που οι πολυεθνικές ανέπτυξαν περισσότερο, είναι αυτό της αντοχής στα φυτοφάρμακα που οι ίδιες παράγουν. Αντίθετα, πολύ λιγότερο, ίσως και καθόλου, δεν τις απασχόλησε η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών που θα αντέχουν στις ασθένειες για να μειωθούν οι ανάγκες σε φυτοφάρμακα, ή οργανισμών που θα είναι ανθεκτικοί στην ξηρασία για να μπορούν να καλλιεργηθούν σε ξηροθερμικές και άγονες περιοχές. Ο κυνισμός τους μάλιστα έφτασε στο αποκορύφωμα με την παραγωγή και διάθεση στο εμπόριο τέτοιων γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, το πολλαπλασιαστικό υλικό των οποίων (σπόροι) δε θα μπορεί να κρατηθεί για αναπαραγωγή οργανισμών δεύτερης γενιάς. Ετσι οι παραγωγοί τέτοιων καλλιεργειών θα είναι υποχρεωμένοι κάθε χρόνο να αγοράζουν από τις πολυεθνικές το πολλαπλασιαστικό υλικό που χρειάζονται να σπείρουν. Με τον τρόπο αυτό οι αγρότες, αλλά και κράτη ολόκληρα, θα εξαρτούν την παραγωγή τους από τις διαθέσεις των προμηθευτών πολλαπλασιαστικού υλικού.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι και ο τομέας της βιοτεχνολογίας δεν πρέπει να αφεθεί στα χέρια των πολυεθνικών εταιριών, επειδή οι πραγματικά μεγάλες δυνατότητες που αυτός ο σύγχρονος κλάδος της επιστήμης και τεχνολογίας προσφέρει δε συμβαδίζει με τη δίψα τους για το κέρδος. Η δυσαρμονία που υπάρχει ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις και οδηγεί στη στρεβλή και επικίνδυνη χρησιμοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, μπορεί και πρέπει να αποκατασταθεί με την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Δηλαδή με τη σοσιαλιστική αλλαγή, που μπορεί να διασφαλίσει την ολόπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε όφελος των λαών και με σεβασμό στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία. Στα πλαίσια μιας τέτοιας αλλαγής, το δίλημμα ΝΑΙ ή ΟΧΙ στη γενετική μηχανική δε θα είχε κανένα περιεχόμενο.


Παναγιώτης ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Κτηνίατρος


Κορυφή σελίδας
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ