Τους τραπεζικούς ομίλους έρχεται να διασφαλίσει η ενσωμάτωση της οδηγίας 2023/2225, που η κυβέρνηση παρουσιάζει προκλητικά ως «δικαίωση» και «ανάσα»
Το αφήγημα περί «τέλους του παράλογου ανατοκισμού» και «οροφής» στις οφειλές από καταναλωτικά δάνεια και κάρτες, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια των τραπεζικών ομίλων, για να θωρακίσουν την κερδοφορία τους, αφού πίσω από τις ανακοινώσεις για το πλαφόν του +30% έως +50% επί του αρχικού κεφαλαίου, κρύβεται η πρεμούρα τους να διασφαλίσουν ότι οι τράπεζες θα εισπράξουν σίγουρα και με «νόμο» ένα υπερπολλαπλάσιο ποσό από αυτό που δάνεισαν.
Η επίκληση της οδηγίας 2023/2225 ως πανάκεια είναι η γνωστή μέθοδος της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ που προσκυνούν τον ευρωενωσιακό μονόδρομο, με την κυβέρνηση να σπεύδει να εμφανιστεί τάχα ως «πολέμιος» των τραπεζών, την ίδια ώρα που τα κόμματα της «βολικής» αντιπολίτευσης σηκώνουν έναν εξίσου βολικό «κουρνιαχτό», επικαλούμενα τη διαδικασία επί παραβάσει της Κομισιόν κατά της Ελλάδας, για να πείσουν ότι η ΕΕ είναι δήθεν «προστάτης» των λαϊκών συμφερόντων.
Εδώ ακριβώς κρύβεται η μεγάλη απάτη, αφού ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ προβάλλουν την ΕΕ ως τον «καλό αστυνόμο» που εγκαλεί την κυβέρνηση, επειδή δήθεν δεν εφαρμόζει τη «φιλολαϊκή» ευρωενωσιακή πολιτική. Η πραγματικότητα όμως τους ξεσκεπάζει, καθώς η διαδικασία επί παραβάσει κινήθηκε ταυτόχρονα κατά 23 κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας, την οποία η εγχώρια σοσιαλδημοκρατία έχει για «πρότυπο». Αποδεικνύεται ότι η διαδικασία αυτή είναι ένα τυπικό εργαλείο της ΕΕ για την ενιαία εφαρμογή μιας πολιτικής που γράφτηκε καθ' υπόδειξη των τραπεζικών ομίλων, μιας και όλοι τους μαζί υπηρετούν τον ίδιο στόχο, να θωρακίσουν την τραπεζική κερδοφορία, νομιμοποιώντας το ληστρικό καθεστώς της τοκογλυφίας εις βάρος του λαού και των αναγκών του.
Πίσω, βέβαια, από τις βαρύγδουπες ανακοινώσεις των αστικών επιτελείων, η ωμή αλήθεια είναι ότι η οδηγία δεν έχει αναδρομικό χαρακτήρα και αφορά αποκλειστικά νέα δάνεια, πράγμα που σημαίνει ότι τα εκατομμύρια των λαϊκών οικογενειών, των εργαζομένων και των ανέργων που βρίσκονται ήδη εγκλωβισμένοι στη θηλιά του ανατοκισμού και της τοκογλυφίας, εξαιρούνται προκλητικά, με την ΕΕ να ξεκαθαρίζει στους τραπεζίτες ότι η «οροφή» δεν θα αγγίξει τα κέρδη τους από τις παλιές οφειλές.
Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι το αφήγημα περί «ανάσας» είναι ένα κακόγουστο αστείο, αφού οι νυν οφειλέτες αφήνονται έρμαια στις εκβιαστικές πρακτικές των funds και των εισπρακτικών, χωρίς την παραμικρή προστασία. Φυσικά, η συνειδητή επιλογή της μη αναδρομικότητας υπηρετεί τη στρατηγική του κεφαλαίου να μη χαθεί ούτε ένα ευρώ από τη ληστεία που έχει ήδη συντελεστεί, την ώρα που το νέο πλαίσιο προετοιμάζει το έδαφος για ένα πιο «αποτελεσματικό» ξεζούμισμα των μελλοντικών δανειοληπτών.
Ακόμη, η ίδια η ΕΕ ομολογεί στην αιτιολογική Σκέψη 73 ότι τα μέτρα πρέπει να θεσπίζονται «χωρίς την επιβολή περιττών περιορισμών» στα κράτη-μέλη, ενώ το Αρθρο 31 παραπέμπει την όποια ουσιαστική «αξιολόγηση» για το 2029, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για το τραπεζικό πάρτι.
Την ίδια στιγμή, η οδηγία αφήνει στο απυρόβλητο το οξύτερο ζήτημα που αντιμετωπίζει η λαϊκή οικογένεια, που δεν είναι άλλο από τα στεγαστικά δάνεια. Ενώ ο λαός βιώνει μια πραγματική πανδημία πλειστηριασμών, με τα «κοράκια» των funds και τις τράπεζες να βγάζουν «στο σφυρί» ακόμα και το μοναδικό «κεραμίδι» που έχει πάνω από το κεφάλι του, η ΕΕ και η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγουν συνειδητά να μην αγγίξουν το πεδίο όπου υπάρχει εξασφάλιση με ακίνητο, επιβεβαιώνοντας με αυτήν την επιμονή τους πως λογίζουν τη λαϊκή κατοικία ως εμπόρευμα και πεδίο κερδοφορίας για τους ομίλους και αποδεικνύοντας, για μια ακόμη φορά, ότι το δικαίωμα στη στέγη είναι ασυμβίβαστο με τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς.
Φυσικά, η «ξαφνική ευαισθησία» της κυβέρνησης της ΝΔ να φέρει το σχετικό νομοσχέδιο τώρα (αναμένεται σε διαβούλευση εντός του Μάη), οφείλεται στην υποχρέωση συμμόρφωσης με τις προθεσμίες της Κομισιόν για το 2026. Η ουσία όμως βρίσκεται στο πεδίο εφαρμογής, αφού η ρύθμιση αφορά αποκλειστικά δάνεια χωρίς εγγυήσεις (κάρτες, καταναλωτικά έως 100.000 ευρώ), δηλαδή δάνεια που οι τράπεζες θεωρούν «χαμένα» αν «κοκκινίσουν», μιας και δεν έχουν τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης σε ακίνητα. Στην πραγματικότητα, οι τράπεζες έχουν ήδη βγάλει το κεφάλαιό τους μέσω των εξωφρενικών επιτοκίων πριν καν το δάνειο γίνει «κόκκινο». Αυτό που κινδυνεύουν να χάσουν είναι τα επιπλέον τοκογλυφικά κέρδη, και γι' αυτό ΕΕ και κυβέρνηση κάνουν την «ανάγκη φιλοτιμία», θεσπίζοντας μια «οροφή» που θα διασφαλίσει την είσπραξή τους.
Ενδεικτικά, ένα παράδειγμα που αποκαλύπτει τον εμπαιγμό:
- Εστω ότι πρόκειται για ένα καταναλωτικό δάνειο 20.000 ευρώ που ο οφειλέτης αδυνατεί να εξυπηρετήσει, και για το οποίο βέβαια έχει ήδη πληρώσει ένα κάρο τόκους. Αν η τράπεζα με ανατοκισμούς το φτάσει στα 50.000 ευρώ, ξέρει ότι δεν θα πάρει τίποτα, αφού ο οφειλέτης δεν έχει περιουσία να του υφαρπάξει. Αν όμως βάλει «οροφή» στα 25.000 - 30.000 ευρώ και του πλασάρει μια «ρύθμιση» των 100 ευρώ τον μήνα, έχει πιθανότητες να εισπράξει. Οι πιθανότητες αυτές μάλιστα αυξάνονται, αν επιστρατευτεί και η γνωστή τακτική του «μαστιγίου και του καρότου», με τις εισπρακτικές και τα «κοράκια» των funds από τη μία να τρομοκρατούν, και την κυβέρνηση από την άλλη να παρουσιάζει ως «ευκαιρία» τη νομιμοποιημένη τοκογλυφία, για να εξασφαλίσει ότι ο λαός θα πληρώσει πάση θυσία.
Το ΚΚΕ, ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2023, καταψήφισε την ευρωενωσιακή οδηγία - έκτρωμα, αποκαλύπτοντας ότι οι «οροφές» στοχεύουν στην πιο αποτελεσματική απομύζηση του λαϊκού εισοδήματος, την ώρα που τα στεγαστικά δάνεια, εκεί που παίζεται η πρώτη κατοικία, μένουν έρμαια στις διαθέσεις των ομίλων.
Απέναντι σε αυτόν τον εμπαιγμό, ο λαός πρέπει να αντιτάξει τη δική του πάλη για οριστική κατάργηση του ανατοκισμού και κάθε είδους τοκογλυφικής επιβάρυνσης, για γενναία διαγραφή χρεών για τις λαϊκές οικογένειες, τους ανέργους, τους χαμηλοσυνταξιούχους, για απαγόρευση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας και των κατασχέσεων. Μόνο ο λαός μπορεί να σώσει τον λαό, στον δρόμο της ρήξης με την πολιτική της ΕΕ και του κεφαλαίου. Αυτός είναι ο δρόμος που αποτελεί τη μόνη εγγύηση για πραγματική ανακούφιση για τους πολλούς.