Παρασκευή 10 Απρίλη 2026 - Κυριακή 12 Απρίλη 2026
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 24
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΣΤΟΛΟΥΣ
Η «Ατζέντα 2030» και οι αλλαγές στις Ενοπλες Δυνάμεις

Ο όρος «Ατζέντα 2030» χρησιμοποιείται ευρέως από διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, το NATO και η Ευρωπαϊκή Ενωση, για να περιγράψει ολοκληρωμένα στρατηγικά προγράμματα με σαφώς καθορισμένους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα. Στην Ελλάδα, η «Ατζέντα 2030» του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, με πρωταγωνιστή τον κ. Δένδια, αποτελεί μια ευρεία αντιμεταρρύθμιση που στοχεύει στην προσαρμογή των Ενόπλων Δυνάμεων σε διεθνείς στρατηγικές και οικονομικές ανάγκες, ενώ παράλληλα επιδιώκει την ενίσχυση της συμμετοχής της χώρας σε υπερεθνικά πλαίσια και δομές ασφάλειας. Η συγκεκριμένη ατζέντα δεν αποτελεί απλό χρονικό ορόσημο, αλλά εκτεταμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων με σαφή στόχο την αναδιάρθρωση των στρατιωτικών δομών και τη μείωση του λειτουργικού κόστους.

1. Προσαρμογή στις διεθνείς απαιτήσεις και στη λεγόμενη «αμυντική οικονομία»

Οι Ενοπλες Δυνάμεις καλούνται να μεταρρυθμιστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του NATO και της ΕΕ, ενσωματώνοντας τις αρχές της σύγχρονης «αμυντικής οικονομίας». Η πρωτοβουλία «NATO 2030», που εγκρίθηκε το 2021, στοχεύει στη δημιουργία μιας πιο ενωμένης και ισχυρής συμμαχίας, με έμφαση στη συλλογική άμυνα, στην ανθεκτικότητα και στην προσαρμογή σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον. Στους βασικούς της άξονες περιλαμβάνονται η ενίσχυση της αποτροπής έναντι κρατικών και μη κρατικών απειλών και η διαχείριση γεωπολιτικών προκλήσεων που θέτουν στη διεθνή τάξη δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα.

Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται η αύξηση του κοινού προϋπολογισμού του ΝΑΤΟ και απαιτείται η δαπάνη του 5% του ΑΕΠ κάθε συμμετέχουσας χώρας σε εξοπλιστικά προγράμματα. Παράλληλα η ΕΕ προωθεί την ανάπτυξη μιας λεγόμενης «αμυντικής οικονομίας», η οποία συνεπάγεται αναδιάταξη παραγωγικών και επενδυτικών προτεραιοτήτων, με εκτιμώμενα κονδύλια άνω του 1 τρισ. ευρώ για προγράμματα όπως τα «ReArm Europe», SAFE και «Agile». Η προτεραιότητα δίνεται στην παραγωγή τεχνολογικά προηγμένων οπλικών συστημάτων με ενσωματωμένες δυνατότητες Τεχνητής Νοημοσύνης. Κύριος χρηματοδότης παραμένει ο Ευρωπαίος φορολογούμενος, με σημαντική συνεισφορά από τα αποθεματικά ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων, γεγονός που εγείρει συζητήσεις σχετικά με τον επιμερισμό του κόστους και τον ρόλο των ευρωπαϊκών κοινωνιών στη στήριξη των νέων στρατηγικών επιλογών.

2. Η αντιμετώπιση των Ενόπλων Δυνάμεων ως δημόσιας επιχείρησης

Παράλληλα η κυβέρνηση φαίνεται να αντιμετωπίζει τις Ενοπλες Δυνάμεις ως μια μεγάλη δημόσια επιχείρηση που χρήζει εκσυγχρονισμού, υιοθετώντας αλλαγές αντίστοιχες με αυτές που εφαρμόστηκαν σε ΔΕΚΟ και τράπεζες, δηλαδή ως μια δομή που χρειάζεται εκσυγχρονισμό μέσω εξορθολογισμού κόστους και αναδιοργάνωσης. Η προσέγγιση αυτή όμως ενδέχεται να μη λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εθνικής άμυνας και της ασφάλειας.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται αποφάσεις για το κλείσιμο στρατοπέδων και μονάδων σε διάφορες περιοχές της χώρας, ακόμα και σε γεωγραφικά ευαίσθητες ζώνες, με βασικό επιχείρημα τη μείωση λειτουργικών δαπανών. Επισημαίνεται ότι ορισμένες από αυτές τις εκτάσεις βρίσκονται σε περιοχές υψηλής εμπορικής αξίας (στα κέντρα μεγάλων πόλεων), υποδηλώνοντας ότι οικονομικά κίνητρα επηρεάζουν τις αποφάσεις για τον εκσυγχρονισμό.

Παράλληλα παρατηρείται η σταδιακή μείωση του μόνιμου στρατιωτικού προσωπικού, μέσω υποχρεωτικών αποστρατειών στελεχών με σημαντική εμπειρία και παρουσία σε κρίσιμες επιτελικές θέσεις. Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με μια ευρύτερη αναδιάρθρωση του ανθρώπινου δυναμικού, η οποία επηρεάζει τη λειτουργία και τη συνέχεια των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ιδιαίτερο κεφάλαιο της αντιμεταρρύθμισης αποτελεί και η πολιτική «αξιοποίησης» της ακίνητης περιουσίας των στρατιωτικών και μετοχικών ταμείων (τα λεγόμενα «ασημικά»), η οποία ερμηνεύεται ως διαδικασία ιδιωτικοποίησης σημαντικών περιουσιακών στοιχείων. Η επιλογή αυτή συνδέεται με την ανάγκη χρηματοδότησης επιμέρους προγραμμάτων, όπως το στεγαστικό των στελεχών, ωστόσο προκαλεί σημαντικότατες αντιδράσεις ως προς τον τρόπο υλοποίησής της.

Στον τομέα της Υγείας εντάσσονται σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία των στρατιωτικών νοσοκομείων, με ενίσχυση στοιχείων ανταποδοτικότητας και πιθανή ενσωμάτωσή τους σε ευρύτερα σχήματα του συστήματος Υγείας. Οι εξελίξεις αυτές εγείρουν προβληματισμούς σχετικά με την πρόσβαση και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών Υγείας για τα εν ενεργεία και εν αποστρατεία στελέχη.

Τέλος, το νέο θεσμικό πλαίσιο, όπως αποτυπώνεται στον νόμο 5265/2026, εισάγει βαθμολογικές και μισθολογικές αλλαγές που επηρεάζουν δυσανάλογα τους υπαξιωματικούς, οι οποίοι αποτελούν τον βασικό επιχειρησιακό κορμό των Ενόπλων Δυνάμεων, οδηγούν σε υποβάθμιση του ρόλου τους με τη μείωση των ευκαιριών προαγωγής και θα έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της ελκυστικότητας των αντίστοιχων σχολών και την υποβάθμιση του στελεχιακού δυναμικού.

Παράλληλα οι νέες ρυθμίσεις για θητεία, εφεδρεία και στράτευση των γυναικών εισάγουν διαδικασίες που προβάλλονται ως εκσυγχρονισμός, αλλά εγείρουν ζητήματα αναξιοκρατίας, αδιαφάνειας και πελατειακών σχέσεων.

3. Ο θεσμός των Σχολών Υπαξιωματικών και η προαγωγή σε Αξιωματικούς

Η κυβέρνηση, με τη συμμετοχή της στρατιωτικής ηγεσίας, φαίνεται να προωθεί την απομάκρυνση από το ιστορικό μοντέλο των Σχολών Υπαξιωματικών, επαναφέροντας διακριτό ταξικό διαχωρισμό μεταξύ Αξιωματικών και Υπαξιωματικών και περιορίζοντας την προαγωγή των τελευταίων σε Αξιωματικούς. Οι Σχολές Υπαξιωματικών είχαν ιδρυθεί στα τέλη του 19ου αιώνα, καλύπτοντας ανάγκες σε εξειδικευμένο προσωπικό και εκπαιδεύοντας στελέχη που πρωταγωνίστησαν στη νεότερη στρατιωτική και πολιτική Ιστορία της χώρας.

Μετά το 1980 οι μισθολογικές ανισότητες μεταξύ Αξιωματικών και Υπαξιωματικών μειώθηκαν, αλλά υπήρχε διαχρονικά μια ελιτίστικη τάση εντός της στρατιωτικής ηγεσίας, που επιδίωκε τη δημιουργία αμιγούς Σώματος Υπαξιωματικών, με περιορισμό ή και κατάργηση της δυνατότητας εξέλιξής τους σε Αξιωματικούς. Τον σχεδιασμό αυτόν φαίνεται ότι υιοθέτησε πρόσφατα η κυβέρνηση, με πρόφαση την εφαρμογή ξενόφερτων μοντέλων ΝΑΤΟ και δυτικών χωρών, παρά το γεγονός ότι ο σχεδιασμός αυτός δεν λαμβάνει υπόψη την ιστορία, τη φιλοσοφία και τις ανάγκες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Παραβλέπεται σκόπιμα το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης των αποφοίτων των ελληνικών στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών, οι οποίοι εισάγονται μέσω πανελλαδικών εξετάσεων και ακολουθούν πολυετή εκπαίδευση, συνδυάζοντας στρατιωτική και ακαδημαϊκή κατάρτιση. Η μέχρι σήμερα δυνατότητα εξέλιξής τους προς βαθμούς αξιωματικών αποτελεί φυσική συνέχεια αυτής της πορείας και κρίσιμο στοιχείο για τη λειτουργία της ιεραρχίας. Με την πλήρη εφαρμογή της, η αλλαγή αυτή αναμένεται να προκαλέσει παραιτήσεις ικανών στελεχών, περαιτέρω απαξίωση των Σχολών Υπαξιωματικών και περιορισμένη ανάπτυξη της φυσικής ηγεσίας μέσα στο στράτευμα.

4. Ιδιωτικοποίηση τεχνικής υποστήριξης οπλικών συστημάτων

Η ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών, κυρίως της τεχνικής υποστήριξης των οπλικών συστημάτων, έχει ήδη ξεκινήσει. Η ανάθεση συντήρησης Β και Γ βαθμού σε εργολάβους και ιδιώτες μειώνει την ανάγκη για υψηλή επαγγελματική κατάρτιση του προσωπικού, ενώ αυξάνει το κόστος μακροπρόθεσμα, αφού οι ιδιωτικές εταιρείες θα διαχειρίζονται την υποστήριξη για δεκαετίες.

Επιπλέον, σε καταστάσεις αυξημένης έντασης ή πολεμικής εμπλοκής η διαθεσιμότητα των υπηρεσιών από ιδιώτες δεν είναι εγγυημένη, ενώ οι αμοιβές θα απαιτείται να είναι υπέρογκες, γεγονός που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.

5. Μεταβολές στον ρόλο και τη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων

Οι Ενοπλες Δυνάμεις μετατρέπονται σε ένα μικρότερο, ευέλικτο και περιορισμένων δυνατοτήτων στράτευμα. Η κύρια αποστολή της υπεράσπισης της χώρας συνδυάζεται πλέον με διεθνείς υποχρεώσεις και περιλαμβάνει αποστολές στο πλαίσιο συμμετοχής σε οργανισμούς όπως το NATO και η ΕΕ.

Κάποιοι εκτιμούν ότι οι αλλαγές αυτές μπορεί να βασίζονται σε ενδεχόμενες διεθνείς εγγυήσεις για την ασφάλεια των συνόρων ή σε παρασκηνιακές συμφωνίες διευθετήσεων, περιορίζοντας την ανησυχία της κυβέρνησης για την επιχειρησιακή ικανότητα. Ωστόσο, η έμφαση σε στρατό οπλιτών μαχητών με περιορισμένες δυνατότητες εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη συνοχή, το ηθικό και το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η αντίδραση των Αποφοίτων ΑΣΣΥ και των Στρατιωτικών Φορέων

Σημαντικό ρόλο στην αντίδραση απέναντι στην «Ατζέντα 2030» διαδραμάτισε ο Σύλλογος Αποφοίτων της Σχολής Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), μέσω του Συντονιστικού Συμβουλίου Συλλόγων Αποφοίτων ΑΣΣΥ και τη συγκρότηση του μετώπου των 13 φορέων στρατιωτικών. Οργανώθηκαν ημερίδες, γράφηκαν άρθρα, δόθηκαν συνεντεύξεις και πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις σε πολιτικά κόμματα, Εργατικά Κέντρα και κοινωνικούς φορείς, με στόχο την ενημέρωση της κοινής γνώμης.

Παράλληλα διοργανώθηκαν τρία μεγάλα συλλαλητήρια και μία παράσταση διαμαρτυρίας στην Αθήνα, με συμμετοχή χιλιάδων στρατιωτικών, οικογενειών τους και πολιτών, γεγονός που καθυστέρησε την ψήφιση του νόμου για πάνω από οκτώ μήνες και επέφερε σημαντικές βελτιωτικές τροποποιήσεις, παρά την επιμονή της κυβέρνησης και τις εντάσεις με το υπουργείο Εθνικής Αμυνας.

Η αντίδρασή μας δεν περιορίζεται σε συντεχνιακά αιτήματα, αλλά εκφράζει ανησυχίες για την υποβάθμιση της αμυντικής ικανότητας, το ηθικό και τη συνοχή των Ενόπλων Δυνάμεων. Ως φορείς επιδιώκουμε τη συνέχιση του αγώνα μας τόσο μέσα από τις δικαστικές αίθουσες, διεκδικώντας την ανατροπή ή βελτίωση των νόμων, όσο και κοινωνικά, συνεργαζόμενοι με την υπόλοιπη κοινωνία, αναδεικνύοντας και επισημαίνοντας τις συνέπειες των αντιδραστικών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών.

Σε καλούμε να συστρατευτείς μαζί μας.


Γράφει ο
Σμήναρχος ε.α. Βασίλης ΤΣΙΛΙΓΙΑΝΝΗΣ
Πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων ΣΤΥΑ (Σ.Α.Σ.)


Κορυφή σελίδας
Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιΐας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ