Εναν χρόνο μετά ο 20χρονος Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί τους στίχους της ΕΠΟΝίτικης «Ασκλάβωτης Νιότης» (1945)
Ο Κώστας Καλαντζής σε φωτογραφία το 1978 |
Β'
Με αυτό το χρέος, η περίοδος της Κατοχής τον βρίσκει να διδάσκει στο Πρότυπο Ειδικό Σχολείο της Καισαριανής, το οποίο έχει στο τιμόνι την πρωτοπόρο παιδαγωγό Ρόζα Ιμβριώτη (1898 - 1977). Στο διάστημα των πρώτων σκοτεινών ημερών τον βρίσκουμε να συμμετέχει στην οργάνωση συσσιτίων.
Με τα δικά του λόγια από τη συλλογή διηγημάτων «Η μάντρα της κυρά Σόφης κι άλλες αληθινές ιστορίες» (εκδόσεις «Δίπτυχο», 1985) περιγράφει την απέλπιδα προσπάθεια να γίνει το ανθρωπίνως δυνατό για τα αναγκεμένα μαθητούδια:
«Αργά το μεσημέρι συναντήθηκα με τους δικούς μου στο σκολειό. Εκείνοι ήταν ταραγμένοι, μόνο που δεν έκλαιγαν. Γύρισαν στις χαμοκέλες και τις παράγκες προς το ρέμα, μέσα στη γειτονιά, δεξιά από τη λεωφόρο καθώς κατεβαίνεις από τον Αη Νικόλα. Τη φτώχεια και τη μιζέρια εκεί την ξέραμε, την είχαμε δει και παλιότερα, αλλά τώρα ήταν μια σωστή κόλαση. Απ' τα 75 παιδιά μας τα 25 πέθαναν από την πείνα, τα 5 λείπανε σε άλλες γειτονιές, τα 2 χαθήκανε και δεν ξέρανε ούτε οι γονείς τους τι γίνανε, και τα 6 ήταν κατάκοιτα, άρρωστα και σκελετωμένα».
Ο Μίκης Θεοδωράκης σε νεαρή ηλικία |
«Κάθονται στις οξόπορτες σαν πρώτα οι γριές κι οι γέροι / μα δεν ανοίγουν το παλιό της θύμησης τεφτέρι. / Παλικαριές και θάματα καινούργια μολογάνε, / παινάν και καμαρώνουνε τα Νιάτα που περνάνε».
Αλλά και τι ζωντάνια περιέχει το δημοτικογενές δημιούργημα «Περνάει η ΕΠΟΝ», που είναι «Αφιερωμένο στους ΕΠΟΝίτες και ΕΠΟΝίτισσες της Καισαριανής»:
«Απόψε τ' άστρα λάμπουνε, χρυσό το νιό φεγάρι, / τα παραθύρια κι οι καρδιές στη γειτονιά ανοιχτά. / Περνάει η ΕΠΟΝ στις ρούγες της χαρούμενο ένα σμάρι / για τη ζωή για λευτεριά την πάλη τραγουδά.
*
Απόψε όλοι αφουγκράζονται κατά το λόφο πέρα: / -Πάλι η ΕΠΟΝ με το χουνί μαντάτα θα μας πει, / τι πρέπει για να κάνουμε... κι αύριο αγώνα μέρα, / στην πόρτα μας το μυστικό να ρίξει το χαρτί.
*
Πρωί διαβάζουμε τι ψες στους τοίχους έχει γράψει, / τα σπίτια εγίναν φλάμπουρα, χτυπάνε τη σκλαβιά, είναι τα γράμματα φωτιές κάθε ψυχή θ' ανάψει, / για τους οχτρούς μας μαχαιριές που μπήγονται βαθιά».
Ομως η μεγάλη πράξη, η μεγάλη συμπύκνωση, η μεγάλη άκλαφτη θυσία για το μέλλον του σοσιαλισμού ακούγεται στο συγκλονιστικό «Σκοπευτήριο (Απόσπασμα)». Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι ο γέροντας - όπως τον χαρακτηρίζει - Υμηττός και η γύρω φύση συμμετέχουν στην τραγωδία των εκτελεσμένων παλικαριών:
Η σελίδα με το ποίημα «Σκοπευτήριο» στην πρώτη έκδοση του 1944 |
κι οι μακελάρηδες ναζίδες με τις μπότες
με τα πρησμένα μούτρα και τα γυαλένια μάτια...
Το δάσος με τα μαύρα κυπαρίσσια
πένθιμο κρέπι απλώνει στου Υμηττού το στήθος.
(Τα πουλιά έχουν καιρό να κελαηδήσουν κει
και τα παιδιά να παίξουνε στους ίσκιους...)
Κι ο γέρος Υμηττός που 'δε ξεριζωμούς μες στους αιώνες
λογής σημαίες να σκίζουνε τον κάμπο της Αθήνας
τέτοιον ανήλεο βάρβαρο με την παντιέρα του θανάτου
δεν μετάειδε δεν θυμάται.
Τώρα κάθε πρωί στέλνει το δροσερό του αγέρι
Να φιλήσει των παλικαριών τα μέτωπα
να πάρει τις στερνές παραγγελιές και τα μηνύματα
σάβανο την ομίχλη και τη δροσιά του δάκρυ
κι ένα στεφάνι από θυμάρια μυρωμένα
στα τιμημένα κορμιά που κείτονται στα πόδια του.
Πάνω απ' την κορφή του μαύρο σινιάλο σύγνεφο κρατάει
για να ιδούν της Ρούμελης και του Μωριά τα κορφοβούνια.
*
Ανάμαλλη ξυπνάει η φτωχογειτονιά
Με σφιγμένες τις καρδιές και τις καρδιές ζώνει τα τείχη.
- Φέρανε πέντε φέρανε δέκα είναι δικοί μας...
Τους έχουνε εκεί πίσω και τους στήνουν στη γραμμή.
Τραγουδάν τη Λευτεριά περήφανα
χαιρετάνε τους συντρόφους που αγωνίζονται».
Τι άλλο σας έχουμε γι' αυτό το Σαββατοκύριακο; Ο Κώστας Καλαντζής - κατά μαρτυρία της κόρης του, Αναστασίας Καλαντζή Αζίζι - γνώριζε τον Γιώργο Θεοδωράκη, πατέρα του Μίκη, καθώς έμεναν σε κοντινά διαμερίσματα στη Νέα Σμύρνη. Ετσι, φτάνει στα χέρια του τότε εικοσάχρονου ΕΠΟΝίτη σπουδαστή του Ωδείου Αθηνών το ποίημα «Ασκλάβωτη Νιότη», στο οποίο δίνει μουσική, με την ένδειξη «Ρυθμός εμβατηρίου».
Οι τρεις σελίδες από το τετρασέλιδο της μελοποίησης του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο ποίημα του Κώστα Καλαντζή «Ασκλάβωτη Νιότη» |
«Της Ελλάδας ασκλάβωτη / κι ενωμένη είμαι Νιότη / φλογισμένη ξεκίνησα / καταλιώντας τα σκότη.
*
Με το σφυρί μου στη φάμπρικα / με τ' αλέτρι μου στον κάμπο / με τα βιβλία αρματώθηκα / στον Αγώνα για να 'μπω.
*
Σ' ένα Αγώνα αξεπέραστο / που δε γράφει η Ιστορία / το στερνό στην ανθρώπινη / ματωμένη πορεία.
*
Στον Αγώνα που φέρνει μας / Λευτεριά Δίκιο Αλήθεια / όσα μοιάζουν ονείρατα / και φλογίζαν τα στήθια.
*
Στα βουνά είμαι κλεφτόπουλο / και χτυπάω με το βόλι / εκδικήτρα την ύψωσα / τη γροθιά μου στην πόλη.
*
Τη σημαία ξεδίπλωσα / του Εικοσιένα κορώνα / να τη στήσω στο λεύτερο / αψηλά Παρθενώνα.
*
Της Ελλάδας ασκλάβωτη / κι ενωμένη είμαι Νιότη / στην παγκόσμια Σύναξη / στη γραμμή ήρθα την πρώτη».
Ομως το ταξίδι μας στον κόσμο του Κώστα Καλαντζή θα συνεχιστεί.
Οι τρεις σελίδες από το τετρασέλιδο της μελοποίησης του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο ποίημα του Κώστα Καλαντζή «Ασκλάβωτη Νιότη» |
Οι τρεις σελίδες από το τετρασέλιδο της μελοποίησης του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο ποίημα του Κώστα Καλαντζή «Ασκλάβωτη Νιότη» |
Η ΕΠΟΝ Καισαριανής παρελαύνει επί της οδού Αμαλίας στο Σύνταγμα, στο ύψος της Αγγλικανικής Εκκλησίας |