«Arbeit macht frei»: «Η εργασία απελευθερώνει» έλεγε η επιγραφή στις κεντρικές πύλες στρατοπέδων συγκέντρωσης στο Νταχάου, στο Αουσβιτς και αλλού. Τι σιχαμερή ειρωνεία, για τα εκατομμύρια ανθρώπων που πέρασαν αυτές τις πύλες, όπου η εξοντωτική εργασία συνοδευόταν με τον βασανισμό και τον θάνατο... Από αυτή τη φράση δανείζεται η παράσταση «Αρμπαιτ» τον τίτλο της, όχι για να μιλήσει για το παρελθόν, αλλά για τα σύγχρονα, εξευγενισμένα «κάτεργα» του καπιταλισμού.
Επτά νέες εργαζόμενες γυναίκες, μέσα από τις επτά ιστορίες που απαρτίζουν το σπονδυλωτό έργο, μας μεταφέρουν στους χώρους δουλειάς τους, όπου το μόνο που «απελευθερώνεται» είναι η ταξική εκμετάλλευση, η αδικία, η εντατικοποίηση, ο ανταγωνισμός και το άγχος της επιβίωσης. Οι ηρωίδες - σερβιτόρες, καθαρίστριες, υπάλληλοι σε κάποιο αρχιτεκτονικό γραφείο ή σε κέντρο φύλαξης παιδιών, Ελληνίδες και μετανάστριες, με πτυχία ή χωρίς - δεν ζουν τίποτα το ηρωικό. Θυσιάζουν όλες τις δημιουργικές τους ικανότητες, τη φαντασία, τις γνώσεις τους και την ευαισθησία τους για τα κέρδη των αφεντικών τους. Και ναι, βγαίνουν πάντα χαμένες.
Είναι η ταξικότητα; Σίγουρα παίζει ρόλο, καθώς αποδεικνύουν ότι το ζήτημα της ταξικής πάλης δεν είναι τελικά και τόσο «ντεμοντέ» στο σύγχρονο θέατρο. Ξεχωρίζει, για παράδειγμα, η ιστορία όπου μία σερβιτόρα διώκεται για ρατσισμό από τους εφοπλιστές θαμώνες του μαγαζιού.
Είναι ο τρόπος που έχουν σμιλέψει τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις μέσα στις οποίες βρίσκονται; Φυσικά. Είναι το χιούμορ και τα μικρά ιντερμέδια όπως αυτό με το ταξικό ραπάρισμα - σε αντιστοιχία ίσως με το τραγούδι των Αμερικανών εργατών που έφτιαχναν τις σιδηροδρομικές γραμμές στον περασμένο αιώνα, που υποδέχεται και αποχαιρετά τους θεατές - που μας κάνουν να σκεφτόμαστε το «εν δυνάμει» των ηρωίδων και να συγχωρούμε έναν κάποιο μελοδραματισμό που υπάρχει σε ορισμένες στιγμές; Ναι.
Κυρίως, όμως, είναι κάτι που στο θέατρο δεν χωράει μονάχα στους διαλόγους, τα σκηνικά και τα φώτα, κρύβεται στις στιγμές δημιουργίας του. Το έργο αναβλύζει ότι γράφτηκε με φροντίδα για αυτές τις επτά νέες ηθοποιούς, Σοφία Ακασοπούλου, Ελευθερία Αράκη, Θεοδώρα Βαλομάνδρα, Βίκυ Εδιάρογλου, Εύα Θεολόγη, Αννα Μαρίνου, Μαρίτσα Φωτιάδου. Σκηνοθετικά και ερμηνευτικά δεν κραυγάζει για εντυπωσιασμό, για υψηλή καλλιτεχνική αρτιότητα και, όσο οξύμωρο και να φαίνεται κάτι τέτοιο, έρχεται σε πλήρη ανάδειξη του ίδιου του περιεχομένου. Οι ηθοποιοί, με τη φρεσκάδα, τη νεανική τους όρεξη, λειτουργούν ως ομάδα, με συναδελφική αλληλεγγύη επί σκηνής, κάνοντας ολοφάνερη τη ζέση τους να υπάρχουν... στο θέατρο και στη ζωή. Κι έτσι στιγμές - στιγμές, νιώθουμε ότι βλέπουμε εργαζόμενες που παίζουν θέατρο και όχι το ανάποδο. Βλέπουμε το «εν δυνάμει» τους. Τα σκηνικά (Ναταλία Αστυπαλίτη) και οι φωτισμοί (Γιώργος Αγιαννίτης) ενισχύουν την αίσθηση της απλότητας, του «χειροποίητου», του μη ψευδαισθησιακού, που στη συγκεκριμένη παράσταση ταιριάζει «γάντι». Αλλωστε, και τα γάντια των καθαριστριών δεν έχουν τίποτα το εξεζητημένο. Είναι απλώς κίτρινα και πλαστικά.
Τελευταίες παραστάσεις: Σάββατο 4/4: 18.00 Κυριακή 5/4: 21.15, στο Θέατρο «Σταθμός» (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο).
Σε έναν κόσμο που όλα αγοράζονται και όλα πωλούνται, ποια είναι η τιμή μιας νεκρής ψυχής; Γραμμένο στα 1842, από τον Νικολάι Γκόγκολ, το μυθιστόρημά του «Νεκρές Ψυχές», ή όπως το χαρακτήριζε «ένα επικό ποίημα σε πεζό λόγο», έχει μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή και παίζεται για 2η χρονιά.
Ο Τσίτσικοφ τριγυρνάει από φέουδο σε φέουδο, μ' ένα τεφτέρι στην τσέπη, αναζητώντας από τους γαιοκτήμονες να αγοράσει τις ψυχές των νεκρών δουλοπάροικων. Ποιος ο σκοπός του; Στη Ρωσία του 19ου αιώνα η απογραφή των δουλοπάροικων γινόταν κάθε 10-15 χρόνια, έτσι ο γαιοκτήμονας συνέχιζε να πληρώνει φόρο για κάθε «κεφάλι» ακόμα και για τους νεκρούς. Ταυτόχρονα, όποιος είχε στους τίτλους ιδιοκτησίας του εργατικό δυναμικό με σκοπό να το μεταφέρει για αποικισμό στη Χερσώνα, επιδοτούνταν από το Επιτροπικό Συμβούλιο με 200 ρούβλια ανά «κεφάλι». Ο Τσίτσικοφ καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε «ψυχές» και «κεφάλια», όταν σκοπός είναι το κέρδος και οι γαιοκτήμονες καταλαβαίνουν ότι μια «ψυχή» είναι άχρηστη όταν δεν δουλεύει και αχρείαστο οικονομικό έξοδο όταν λογίζεται ακόμα ως «κεφάλι». «Αυτό το εμπόριο είναι πολύ αλλόκοτο», λέει η γριά Καρόμποτσκα, αλλά τι σημασία έχει; «Win-win» που θα έλεγαν και οι σημερινοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου. Η οξυδερκής, διεισδυτική, χαρισματική πένα του Γκόγκολ έβλεπε τις αστικές σχέσεις που αναδύονταν μέσα στη φεουδαρχία.
Η παράσταση της ομάδας GAFF, σε σκηνοθεσία και διασκευή Σοφίας Καραγιάννη και με σύμβουλο δραματουργίας την Σβετλάνα Μαμαλούι, βλέπει τον καπιταλισμό και τη δική του «νεκρή ψυχή». Τίποτα δεν είναι ζωντανό σε αυτόν τον κόσμο. Η διασκευή του κειμένου - πόσο τολμηρό εγχείρημα (!) - δεν πέφτει στην παγίδα της «πιστής μεταφοράς», ξεχωρίζει, σοφά, το κύριο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο της εμπορικής συναλλαγής, όπου οι άνθρωποι και οι ψυχές τους αντιστοιχούν με την τιμή τους ως «εμπορεύματα καλοδιαλεγμένα» στην αγορά. Οι συσχετίσεις με τη σημερινή εποχή - ακόμα και με την επικαιρική έννοια, όπως το έγκλημα στα Τέμπη, τα σκάνδαλα και η επιδημία - είναι φανερές, όχι όμως πρόδηλες. Γιατί η παράσταση αυτή, με τα πιο απλά σκηνικά μέσα, καταφέρνει να ενεργοποιεί διαρκώς τη σκέψη και τη φαντασία του κοινού. Ως θεατές συνδημιουργούμε νοητικά όλα όσα παραλείπονται από τον λόγο, αλλά καθοδηγούνται από τον ερμηνευτικό και κινησιολογικό κώδικα (Μαργαρίτα Τρίκκα) των πέντε ηθοποιών, Ιωσήφ Ιωσηφίδη, Διονύση Λάνη, Γιάννη Μάνθο, Χρήστου Παπαδόπουλου, Κωνσταντίνου Πασσά, υπό τον ήχο της υποστηρικτικής όσο και αντιστικτικής μουσικής του Γιώργου Χριστιανάκη.
Ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας άμαξες, άλογα, βάλτοι και μεγάλες εκτάσεις, αρχοντικά και κρατικές υπηρεσίες, με μόνα σκηνικά αντικείμενα δύο τροχήλατα ημικύκλια, που λειτουργούν εύστοχα (Γεωργία Μπούρδα). Ζωντανεύουν οι εκατοντάδες νεκρές ψυχές που ο Τσίτσικοφ κρατάει στο τεφτέρι του. Ζωντανεύουν τα εκατομμύρια νεκρών που έχουν χαθεί στον βωμό του κέρδους. Ζωντανεύουν και τα εκατομμύρια των ζωντανών ψυχών που αναγκάζονται να ζουν μια νεκρή ζωή. Ετσι, η ομάδα και η σκηνοθέτριά της κάνουν πράξη τη μετασχηματιστική δυνατότητα του θεάτρου και μας υπενθυμίζουν και τη δική μας. Γι' αυτό, ίσως, παραξενεύει το τελευταίο ερώτημα που απευθύνεται στους θεατές, όπου η ευθύνη αυτού του μετασχηματισμού μετακινείται σε ένα μονάχα ατομικό και ηθικό επίπεδο. Φτάνει άραγε μόνο αυτό; Η ίδια η παράσταση υπονοεί πως όχι...
Τελευταίες παραστάσεις: Σάββατο 4/4: 18.15, Κυριακή: 5/4: 20.30 στο Θέατρο «Θησείον», (Τουρναβίτου 7).
Σε ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων, ανάμεσα σε σκουριασμένα σασί και στραβωμένα τιμόνια, μια κοινότητα ορφανών φτιάχνει έναν κόσμο από την αρχή. Σε μια προσπάθεια επιβίωσης και αναδόμησης του πολιτισμού τα πρόσωπα του έργου μετατρέπουν ένα κατεστραμμένο αυτοκίνητο σε τοτέμ μιας μάλλον καλύτερης εποχής. Στα ερείπια της ταχύτητας το ανθρώπινο είδος αναζητά μια συνέχεια.
Ο Φερνάντο Αρραμπάλ στο «Νεκροταφείο Αυτοκινήτων» φτιάχνει ένα ποιητικό σύμπαν όπου η ιεροτελεστία και η ιεροσυλία συνυπάρχουν. Με αντίσταση στα εύκολα συμπεράσματα, ο συγγραφέας ξετυλίγει μια αλλόκοτη ιστορία όπου η τρυφερότητα διαδέχεται τη βία, το χιούμορ εκμαιεύεται από τον πόνο και η καλοσύνη είναι σχεδόν κακούργημα. Μέσα σε αυτόν τον παράλογο κόσμο αποκαλύπτεται η επιμονή του ανθρώπου να ελπίζει σε καλύτερες μέρες, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα.
Ταυτότητα παράστασης: Ηθοποιοί: Αναστάσης Γεωργούλας, Μαριαλένα Ηλία, Στέργιος Μικρούτσικος, Σπύρος Μπόσγας, Γιώργος Φασουλάς, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου
Σκηνοθεσία: Οδυσσέας Ζήκας, Συνεργάτης Δραματουργός/Φωνή Ηχητικού: Θωμάς Βελισσάρης, Ενδυματολογία: Λίζα Χουχούα, Κίνηση: Λουκία Κονιδάρη, Μουσική Σύνθεση: Δημήτρης Λώλης, Σκηνογραφία/Φωτισμός: Οδυσσέας Ζήκας.
Τελευταίες παραστάσεις: Δευτέρα 6/4: 20.30, Τρίτη 7/4: 20.30 στον Χώρο «Φρένο» (Χαλκιδικής 34, Βοτανικός).
Η «Λίγεια» του Εντγκαρ Αλαν Πόε δημοσιεύεται στο περιοδικό «The American Museum» το 1838. Το αφήγημα ήταν από τα αγαπημένα του συγγραφέα: «Το πιο ευγενές είδος διηγημάτων είναι εκείνο που ενεργοποιεί στον υπέρτατο βαθμό τη φαντασία. Γι' αυτόν και μόνο τον λόγο, μπορούμε να θεωρήσουμε τη "Λίγεια" την καλύτερη ιστορία μου».
Η παράσταση ανιχνεύει το μεγαλείο της γυναικείας μορφής ως Σύμβολο, ως Τοπίο όπου βρίσκουν διέξοδο, είτε μέσω της γραφής, είτε μέσω της δημιουργικής ανάγνωσης, το κρυστάλλινο συναίσθημα, η ποιητική ευφυία και η ερεβώδης μουσικότητα των λέξεων του Εντγκαρ Αλαν Πόε.
Η παράσταση βασίζεται στην πρώτη ελληνική μετάφραση του έργου από τον Νικόλαο Σπανδωνή, στην καθαρεύουσα των αρχών του 20ού αιώνα.
Ταυτότητα Παράστασης: Ηθοποιοί: Αφροδίτη Βραχοπούλου, Αλέξανδρος Τσίτσος.
Σκηνοθεσία: Δανάη Κατσαμένη, Επιμέλεια κίνησης: Αννα Λιανοπούλου, Σκηνικά - κοστούμια: Μάρτιν Γαβρίλης, Δανάη Κατσαμένη, Φωτισμοί: Μανώλης Μπράτσης. Μουσική: Fuchs & Lοwe.
Τελευταία παράσταση: Κυριακή 5/4: 19.00, στο θέατρο «Arroyo» (Μ. Αλεξάνδρου 128).