«ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ
Γυρεύουν πίσω το ψωμί που δε φάγανε.
Γυρεύουν τον ήλιο που τους κλέψανε.
Γυρεύουν τη ζωή που τους κόψανε.
Μια και μάθαμε, σύντροφοι να πεθαίνουμε
μάθαμε και να ζούμε σύντροφοι.
Η λευτεριά είναι κοντά».
Στιγμές αποτυπωμένες σε φωτογραφίες με παγκόσμια σημασία. Πρόσεχα με δέος και βουβό κλάμα αυτές τις φωτογραφίες. Προσπάθησα μέσα από τις λίγες γνώσεις μου που αφορούν κριτική περιγραφής ενός πορτρέτου να παρατηρήσω την έκφρασή τους:
Ενώ πήγαιναν για να εκτελεστούν, τους οδηγούσαν στον θάνατο, δεν είχαν πένθιμη έκφραση. Μάλιστα, από μαρτυρίες προκύπτει ότι τραγουδούσαν.
Στις φωτογραφίες αποτυπώνεται ο εσωτερικός τους κόσμος.
Το ύφος τους έχει μεγαλοπρέπεια.
Το ήθος του ανθρώπου διακρίνεται από την όψη, τα μάτια, το σώμα, το μέτωπο.
Καμία έκφραση δεν έχει οδύνη.
Δεν βλέπουν σαστισμένοι, αμήχανοι, φοβισμένοι. Αλλά νηφάλιοι, συλλογισμένοι, με αυτοπεποίθηση και πίστη.
Το βλέμμα τους είναι διάφανο, γνήσιο.
Η ιδανική εικόνα ενός προσώπου. Με το κεφάλι, το σώμα ψηλά και χαμόγελο.
Αυτοί οι 200 πρέπει να εμπνεύσουν ζωγράφους, γιατί κι αυτοί είναι μορφές μιας αναγέννησης. Αυτό πίστευαν. Οτι θα γεννηθεί μια νέα Ελλάδα. Γι' αυτό τους σκότωσαν. Για την ιδεολογία τους.
Ηθελα να δω σε κάποιες φωτογραφίες και τα πρόσωπα αυτών των τεράτων που πυροβολούσαν. Με τι κυνισμό φωτογράφισαν τους μελλοθάνατους. Σίγουρα τα σπίτια τους θα γέμισαν παράσημα και μετάλλια για το θεάρεστο έργο τους.
Θα τους τίμησε η χώρα των ναζί, του φασισμού, με τελετές, γιορτάζοντας τον θάνατο των 200 - και όχι μόνο - αθώων ψυχών. Δεν διαγράφονται από τη μνήμη τα εγκλήματα πολέμου. Οι χαμένοι όμως της Ιστορίας είναι αυτοί.
Είναι συνδεδεμένο με τα βασανιστήρια, όμοια με αυτά που θα υπέστησαν και οι 200. Αφορά το «έργο πολιτισμού» του Παναγιώτη Μεταξά, που έτρωγε κορμιά και ζωές στα υγρά και ανήλιαγα μπουντρούμια. Ορίστε ένα απόσπασμα:
«Η πόρτα άνοιξε. Το αρματαγωγό είχε αράξει μπρος σε μια ξέρα και μεις είχαμε ετοιμάσει τα δέματά μας. Είμαστε πεντακόσιοι ένας πολιτικοί κρατούμενοι από τις φυλακές της Καλαμάτας, με το προσωπικό και τον διευθυντή μαζί. Βγήκαμε στις 5 το πρωί κι αντικρίσαμε έναν μαύρο όγκο που ξεπετιόταν μέσα απ' τη θάλασσα με κλίση 45ο - ήτανε η Γιούρα. Μπροστά μας μια χέρσα άπλα 5-6 στρέμματα με μερικές σκηνές αραιές. Μερικοί στρατιώτες και αλφαμίτες μας καλωσόρισαν σιωπηλά. Τριγύρω στα ψηλώματα πρόχειρα φυλάκια, χαρακτηριστικά απομονωμένα, έδειχναν για καταλύματα χωροφυλάκων.
Οπως είμαστε φορτωμένοι και στη γραμμή, παρατάχτηκαν οι χωροφύλακες με "εφ' όπλου λόγχη" και με αυτόματα από τις δύο πλευρές. Ενας συνταγματάρχης διάταξε ησυχία κι άρχισε να μιλεί:
"Συνέλθετε. Βρισκόμαστε στη Γιούρα, θα τα ξεχάσετε όλα όσα ξέρετε. Πας άφρων θα παταχθεί αμειλίκτως, πληρώνοντας το παράπτωμά του, ακόμα και με τη ζωή του. Εχω δώσει διαταγή εις την φρουράν, για καθετί που θ' αντιληφθεί, να ανοίξει πυρ άνευ νεοτέρας μου διαταγής!".
Μείναμε ακίνητοι - κανείς δεν ήτανε "άφρων". Ομως, ξαφνικά ακούστηκε ένα ποδοβολητό, ένα μπουλούκι ερχότανε καταπάνω μας, φωνάζοντας και σφυρίζοντας. Κανείς δεν κουνιόταν. Πάνω από το αρματαγωγό έδιναν παραγγέλματα και κείνο βουβό, δίχως καν να υποψιάζεται το τι συνέβαινε, ξεκινούσε σιγά σιγά, έκλεινε τις πόρτες και απομακρυνόταν. Οι χωροφύλακες με τους αλφαμίτες μας ρίχτηκαν, μας έσπρωχναν, μας έβριζαν και μας χτυπούσαν. Προχωρήσαμε όλοι μαζί στα νοτικά και μας σταμάτησαν σε μια γλώσσα στεριάς πάνω - κάτω δυο στρέμματα.
Ο ήλιος σε λίγο βγήκε μέσα από τη θάλασσα, άρχισε να ψηλώνει, ν' ανεβαίνει μεσούρανα και να μας παίρνει και την τελευταία ανάσα. Οι σκοποί άλλαζαν, έπιναν νερό, κατουρούσαν. Σ' εμάς απαγορεύονταν όλα - στέκαμε εκεί περιμένοντας...
Το ηλιοβασίλεμα ένας κρατούμενος άνοιξε το παντελόνι του, τον μιμήθηκαν όλοι - δεν μπορούσαν να μας κουμπώσουν και τα παντελόνια. Ενας άλλος ξεθαρρεύτηκε και βούτηξε τα πόδια του στο νερό, δυο - τρεις σίμωσαν κοντά του. Αυτό ήταν αφορμή να ξεχυθούν πάνω μας οι σκοποί. Ακολούθησε φοβερή μάχη - έσπασαν κεφάλια, χτύπησαν κορμιά, ώσπου κουράστηκαν. Μερικούς μας χτυπούσαν ως αργά το βράδυ. Απλώθηκε μια σιωπή που ταραζόταν μόνο από κανένα βογκητό χτυπημένου και μόλις νύχτωσε, έδωσαν διαταγή για κατάκλιση. Ηταν η πρώτη νύχτα της Γιούρας».
(Αναδημοσιεύεται από τη στήλη «Αστερισμοί Πολιτισμού» του «902.gr»)