Στην Ολομέλεια του Φλεβάρη υπερψηφίστηκε και ο κανονισμός για τις ψευδεπίγραφες ρήτρες διασφάλισης της Συμφωνίας ΕΕ - Mercosur, οι οποίες ήρθαν με τη μορφή κειμένου της τελικής συμφωνίας του Ευρωκοινοβουλίου με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Οσοι ψήφισαν τον κανονισμό ισχυρίζονται ότι βάζει «φρένο» στις εισαγωγές. Η αλήθεια είναι ότι ο κανονισμός λειτουργεί ως δικαιολογία για να επικυρωθεί η συμφωνία. Είναι το «τυρί» για να περάσει η «φάκα» της Mercosur, που λειτουργεί ως συμπλήρωμα της ΚΑΠ και εξασφαλίζει φθηνές πρώτες ύλες στα μονοπώλια. Η υπερψήφιση από τους ευρωβουλευτές της ΝΔ ουσιαστικά νομιμοποιεί στην πράξη τη Συμφωνία Mercosur, καλλιεργώντας αυταπάτες μιας δήθεν πιο «ήπιας» εφαρμογής της πάντα στο πλαίσιο της αναθεωρημένης ΚΑΠ, που άλλωστε όλα τα άλλα αστικά κόμματα μαζί με τη ΝΔ έχουν ψηφίσει (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Πλεύση, Βελόπουλος, Λατινοπούλου, Νίκη).
Αποτελούν μια παραπλανητική προσπάθεια της Επιτροπής, του Ευρωκοινοβουλίου και συνολικά της ΕΕ να κάμψουν την οργή και την αγανάκτηση των βιοπαλαιστών αγροτών που συνεχίζουν να δίνουν αγώνα επιβίωσης, ενώ υπηρετεί τα σχέδια της ΕΕ να εφαρμόσει αυθαίρετα και εσπευσμένα τη Συμφωνία, παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί αίτηση για τη δικαστική της ακύρωση.
Καμία «ρήτρα» δεν μπορεί να εξισώσει το κόστος παραγωγής ενός βιοπαλαιστή αγρότη στην Ελλάδα με αυτό των αγροτοκτηνοτροφικών κολοσσών της Βραζιλίας ή της Αργεντινής.
Η ενεργοποίηση των όποιων μέτρων προβλέπει ο κανονισμός (όπως η αναστολή των μειωμένων δασμών) περιορίζεται μόνο στα λεγόμενα «ευαίσθητα» γεωργικά προϊόντα. Ακόμη και στην περίπτωση που κριθεί από την Επιτροπή ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα, απαιτούνται δαιδαλώδεις προϋποθέσεις και χρονοβόρες διαδικασίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα μέτρα να εφαρμόζονται «κατόπιν εορτής», όταν πλέον οι αθρόες εισαγωγές φθηνών και αμφίβολης ποιότητας προϊόντων από τις χώρες της Mercosur θα έχουν ήδη κατακλύσει την αγορά, γονατίζοντας τους βιοπαλαιστές αγρότες και κτηνοτρόφους.
Ενώ τα μέτρα χρησιμεύουν ως ένα διαπραγματευτικό εργαλείο της ΕΕ για να προστατεύσει τα δικά της εξαγωγικά μονοπώλια (όπως τις βιομηχανίες αυτοκινήτων, φαρμάκων και μεταποίησης) και όχι τους αγρότες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το δικαίωμα που δίνεται στους βιομήχανους να απαιτούν μέτρα για τα δικά τους προϊόντα, ακόμη και αν αυτά δεν περιλαμβάνονται στα λεγόμενα ευαίσθητα. Παράλληλα, η δυνατότητα τροποποίησης του καταλόγου των «ευαίσθητων προϊόντων» μέσω πράξεων της Επιτροπής αφήνει ακόμη πιο απροστάτευτους τους βιοπαλαιστές αγρότες: Η ΕΕ θα μπορεί να αποκλείει γεωργικά προϊόντα (όπως για παράδειγμα της ελληνικής παραγωγής) που ενώ δεν θεωρούνται «ευαίσθητα» για την Ενωση συνολικά, είναι ζωτικής σημασίας για τους αγρότες και τη λαϊκή κατανάλωση.