Ολο και εντονότερα εκδηλώνονται οι συνέπειες που αντιμετωπίζει ο ηρωικός λαός της Κούβας, ως αποτέλεσμα του πολύχρονου αποκλεισμού που οι ΗΠΑ εντείνουν παραπέρα, ειδικά μετά την ιμπεριαλιστική επίθεση στη Βενεζουέλα αλλά και το προεδρικό διάταγμα της κυβέρνησης Τραμπ, με το οποίο απειλείται με νέους δασμούς όποια χώρα συνεχίσει να προμηθεύει με πετρέλαιο την Κούβα.
Χαρακτηριστική είναι η ανάρτηση στο «Portal del Ciudadano de la Habana» (ιστοσελίδα της περιφέρειας της Αβάνας), με αφορμή την παγκόσμια Μέρα για την Αντιμετώπιση του Παιδικού Καρκίνου (15 Φλεβάρη) και με εκτενή αναφορά στο κρατικό δίκτυο εξειδικευμένων κέντρων διάγνωσης και θεραπείας του παιδικού καρκίνου, που λειτουργεί στην Κούβα εντελώς δωρεάν για τους ασθενείς.
Οι περιορισμοί που διαμορφώνονται ως συνέπεια του αμερικανικού αποκλεισμού, «εμποδίζουν την απόκτηση φαρμάκων πρώτης γραμμής, κυτταροστατικών, ιατρικών τεχνολογιών αιχμής και αναλώσιμου υλικού απαραίτητου για θεραπείες».
Κι ενώ μέχρι σήμερα «χάρη στην επιστημονική ανάπτυξη και την αφοσίωση του ιατρικού προσωπικού, η Κούβα ξεπερνούσε το 80% σε ποσοστό επιβίωσης των ανήλικων καρκινοπαθών, ένα ποσοστό δηλαδή συγκρίσιμο με αυτό των ανεπτυγμένων χωρών», πλέον, το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 60%...
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι κουβανικές αρχές πρωτοστατούν στην ιεράρχηση των υπηρεσιών που οι ανάγκες του πληθυσμού καθιστούν απολύτως απαραίτητες.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ στην «Cubadebate», σε συνάντηση που έγινε στον κεντρικό δήμο της Αβάνας, συζητήθηκε η «περίπλοκη κατάσταση ηλεκτρικής ενέργειας» και τονίστηκε ότι «το τρέχον σενάριο επιβάλλει την ανάγκη επιτάχυνσης της εισαγωγής και χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (...) Επικυρώθηκε η προτεραιότητα της διασφάλισης της λειτουργίας βασικών θεσμών όπως κέντρα δημόσιας υγείας, φορείς που συνδέονται με την παραγωγή τροφίμων, τα γραφεία τελετών, καθώς και τα ορφανοτροφεία, τα μαιευτήρια και τα γηροκομεία».
Κι ενώ ο αμερικανικός αποκλεισμός διαμορφώνει έναν κλοιό όλο και πιο ασφυκτικό γύρω από τον κουβανικό λαό, η Ουάσιγκτον συνεχίζει τους ωμούς εκβιασμούς.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λεβίτ, δήλωσε χτες για την Κούβα ότι «υπάρχει ένα καθεστώς που καταρρέει. Η χώρα καταρρέει και γι' αυτό πιστεύουμε ότι είναι προς το συμφέρον των Κουβανών να προχωρήσουν πολύ σύντομα σε δραματικές αλλαγές».
Η ίδια πρόσθεσε με θράσος ότι οι ΗΠΑ... «επιθυμούν να δουν ακμάζουσες και ευημερούσες δημοκρατίες σε όλο τον κόσμο, ειδικά στο Δυτικό Ημισφαίριο».
Ολα αυτά ενώ την πίεση μεγαλώνουν και ταξιδιωτικές οδηγίες που εκδίδονται από «δυτικές» κυβερνήσεις για αποφυγή ταξιδιών στην Κούβα, με πρόσχημα την «ασφάλεια» των ταξιδιωτών.
Σε τέτοια κίνηση προχώρησε τη Δευτέρα και η Ιρλανδία (είχαν προηγηθεί Βρετανία, Καναδάς κ.ά.), επικαλούμενη «σαφή και παρόντα κίνδυνο για την υγεία ή την ασφάλεια» των ταξιδιωτών που διαμορφώνει στην Κούβα η «ολοένα και πιο σοβαρή οικονομική και ανθρωπιστική κατάσταση», με ελλείψεις «τροφίμων, καυσίμων, ηλεκτρικής ενέργειας και πολύ περιορισμένη πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη».
Καμία από τις κυβερνήσεις αυτές βέβαια δεν στρέφεται ενάντια στον αποκλεισμό από τις ΗΠΑ.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Κουβανός ΥΠΕΞ, Μπρ. Ροντρίγκες, συναντήθηκε χτες στο Κρεμλίνο με τον Ρώσο Πρόεδρο, Βλ. Πούτιν, που χαρακτήρισε «απαράδεκτους» τους «νέους περιορισμούς που επιβλήθηκαν στο νησί».
Ο Ροντρίγκες συνάντησε και τον Ρώσο ομόλογό του, Σ. Λαβρόφ, που σύμφωνα με ανακοίνωση «καταδίκασε έντονα τις παράνομες κυρώσεις της Ουάσιγκτον κατά της Αβάνας, καθώς και την οικονομική και στρατιωτική πίεση που ασκείται στο κουβανικό κράτος και τους πολίτες του». Ακόμα, «επιβεβαιώθηκε η συνεπής υποστήριξη για το δίκαιο αίτημα της Αβάνας για άμεσο τερματισμό του εμπορικού, οικονομικού και χρηματοπιστωτικού εμπάργκο των ΗΠΑ, καθώς και για την αφαίρεση της Κούβας από τη λίστα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με τους κρατικούς χορηγούς της τρομοκρατίας».
Από την πλευρά του, ο Ροντρίγκες επανέλαβε ότι «είμαστε έτοιμοι για έναν διάλογο με σεβασμό επί ίσοις όροις με οποιαδήποτε χώρα».
Στην κουβανική αντιπροσωπεία συμμετείχε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικού Εμπορίου και Ξένων Επενδύσεων Οσκαρ Περς Ολίβα Φράγα, ενώ στις συναντήσεις από ρωσικής πλευράς πήρε μέρος και ο διευθύνων σύμβουλος της Rosneft, Ιγκορ Σετσίν.
Μέχρι χθες βράδυ δεν υπήρχε καμία επίσημη ανακοίνωση από τη Ρωσία για το κρίσιμο θέμα της αποστολής πετρελαίου.