Για τη θωράκιση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στον διεθνή ανταγωνισμό με ΗΠΑ και Κίνα
Eurokinissi |
Πυρετώδεις είναι οι διεργασίες στα επιτελεία της ΕΕ για να αναβαθμιστεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων (φωτ. από την πρόσφατη άτυπη Σύνοδο στη Βουδαπέστη) |
Είχε προηγηθεί στις 8 Νοέμβρη, λίγα μόλις 24ωρα μετά την επικράτηση του Ντ. Τραμπ στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, η άτυπη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ στη Βουδαπέστη, που - παράλληλα με τη συνεδρίαση και της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας - καθόρισε άξονες πάνω στους οποίους τα ευρωενωσιακά επιτελεία θα χαράξουν τις προσπάθειες υπεράσπισης των συμφερόντων των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, σε συνθήκες αυξανόμενης συμπίεσης που γεννά ο εντεινόμενος ανταγωνισμός ΗΠΑ - Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και ενώ (όπως επανειλημμένα επισημαίνουν οι εκπρόσωποί τους) η μεγάλη απόσταση που τα χωρίζει από τους Αμερικανούς και Κινέζους ανταγωνιστές τους όχι μόνο διατηρείται αλλά και μεγαλώνει.
Μετά τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στη Βουδαπέστη, και με οδηγό τις κατευθύνσεις της περιβόητης έκθεσης Ντράγκι, δόθηκε στη δημοσιότητα η «Δήλωση σχετικά με τη νέα Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την Ανταγωνιστικότητα», στην οποία οι υπογράφοντες ηγέτες δήλωσαν ότι «αντιμέτωποι με νέα στοιχεία της γεωπολιτικής πραγματικότητας και τις οικονομικές και δημογραφικές προκλήσεις, εμείς, οι ηγέτες και οι ηγέτιδες της ΕΕ, είμαστε αποφασισμένοι να διασφαλίσουμε την κοινή οικονομική μας ευημερία και να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητά μας, καθιστώντας την ΕΕ την πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρο στον κόσμο και κατοχυρώνοντας την κυριαρχία, την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και την παγκόσμια επιρροή της ΕΕ».
Η Δήλωση της Βουδαπέστης προτάσσει χαρακτηριστικά την ανάγκη «να κλείσει στους τομείς της καινοτομίας και της παραγωγικότητας το κενό με τους διεθνείς ανταγωνιστές» της ΕΕ, θέτοντας σε προτεραιότητα μέτρα που θα ωφελήσουν την κερδοφορία ευρωπαϊκών μονοπωλίων στους κλάδους της Τεχνολογίας, της Ενέργειας και της «Αμυνας».
Με φόντο τους εντεινόμενους ανταγωνισμούς και την πολεμική προπαρασκευή, άλλωστε, η Δήλωση αναδεικνύει την ανάγκη να αυξηθούν η ετοιμότητα και οι ικανότητες στον τομέα της «Αμυνας» «σε τεχνολογικό και βιομηχανικό επίπεδο αντίστοιχα».
Μάλιστα, οι χώρες ζήτησαν από τον ύπατο εκπρόσωπο και την Κομισιόν να παρουσιάσουν «χωρίς καθυστέρηση αναπτυγμένες επιλογές για δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση. Θα αξιοποιήσουμε, επίσης, τη δυνατότητα της διαστημικής βιομηχανίας».
Ειδική αναφορά γίνεται, φυσικά, και στη συνέχιση της πολιτικής της «πράσινης και ψηφιακής μετάβασης» που έχουν ακριβοπληρώσει οι λαοί. Αναφέρεται μεταξύ άλλων στο ότι η ΕΕ επιδιώκει «να αναπτύξει μια ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική που θα εξασφαλίζει την ανάπτυξη μελλοντικών βασικών τεχνολογιών, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στη μετάβαση των παραδοσιακών βιομηχανιών».
Το τι θα πυροδοτήσουν τα παραπάνω για τον λαό κάθε ευρωπαϊκής χώρας το αποτυπώνουν σχεδιασμοί και επισημάνσεις που ήδη γίνονται.
«Οσο περισσότερο περιμένουμε, τόσο περισσότερα διλήμματα θα έχουμε», έσπευσε να τονίσει από την πλευρά του (στο «Κολέγιο της Γαλλίας») ο Μακρόν, καλώντας σε άμεση αξιοποίηση και εμπλουτισμό αντιλαϊκών κατευθύνσεων που τα ευρωενωσιακά επιτελεία επεξεργάζονται τα τελευταία χρόνια. Για να εξηγήσει τι εννοεί, έσπευσε να χαρακτηρίσει «ένα πραγματικό πρόβλημα για εμάς» το ότι «έχουμε ένα πιο γενναιόδωρο κοινωνικό μοντέλο» και «ένα μοντέλο ανάπτυξης που εδώ και 30 χρόνια έχει δημιουργήσει λιγότερο πλούτο κατά κεφαλήν απ' ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες...».
Η ΕΕ και οι κυβερνήσεις των κρατών - μελών της, βέβαια, όλα τα προηγούμενα χρόνια έχουν κλιμακώσει την αντιλαϊκή επίθεση στα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των λαών της Ευρώπης, στα μέτρα προστασίας των ανέργων και των εργατικών - λαϊκών οικογενειών, έχουν επιταχύνει την εμπορευματοποίηση της Υγείας και της Παιδείας, ξηλώνουν συστηματικά ό,τι έχει απομείνει από το περιβόητο «ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος», το οποίο διαμορφώθηκε υπό την πίεση των λαϊκών αγώνων, σε άλλη φάση του καπιταλιστικού συστήματος στην Ευρώπη και με άλλο διεθνή συσχετισμό.
Ωστόσο, η υπεράσπιση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων πιέζει για περαιτέρω ανατροπές.
Κυβερνήσεις και αστικά επιτελεία στην ΕΕ ήδη επεξεργάζονται τις επόμενες αντιλαϊκές ανατροπές, κομμένες και ραμμένες στις ανάγκες των μονοπωλίων.
Στη Γαλλία, ο υπουργός Οικονομικών Αντ. Αρμάν «γκρίνιαξε» πρόσφατα κάνοντας λόγο για λιγότερες ώρες δουλειάς στη Γαλλία σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ισχυριζόμενος ότι αυτό «έχει ως απόρροια να υπάρχουν λιγότερα κονδύλια για προγράμματα Κοινωνικής Ασφάλισης, λιγότερα χρήματα για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών πολιτικών, λιγότερα φορολογικά έσοδα και, τελικά, λιγότερες θέσεις εργασίας και μικρότερη οικονομική ανάπτυξη». Υπογράμμισε ότι «ο στόχος πρέπει να είναι ηαύξηση του αριθμού των ωρών εργασίας κατά τη διάρκεια του έτους,για τη χρηματοδότηση του μοντέλου μας κοινωνικής προστασίας», αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι θα ήθελε «να μετριάσει την αύξηση των εισφορών στους χαμηλούς μισθούς». Επέμεινε δε ότι «η αύξηση του εργασιακού ωραρίου παραμένει ανεπαρκής στη Γαλλία».
Στην πεπατημένη των περιβόητων «επιτροπών σοφών» που συγκροτούνται για την προετοιμασία αντιλαϊκών «μεταρρυθμίσεων», ο Αρμάν είπε ότι «τις επόμενες ημέρες» θα συγκληθεί μια «επιστημονική επιτροπή» η οποία έχει δημιουργηθεί για την αξιολόγηση των δεδομένων και των αλλαγών που απαιτεί η «τιθάσευση» του δημόσιου ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ το επόμενο έτος.
Ο δε προκάτοχός του, Ζ. Νταρμαμέν, τάχθηκε υπέρ της αναθεώρησης της 35ωρης εργάσιμης βδομάδας (που τυπικά ισχύει στη Γαλλία), δηλώνοντας ότι «η κατάσταση στη χώρα μας επιδεινώνεται από την άποψη των δημοσιονομικών δεικτών της, αλλά δεν είναι με την αύξηση των φόρων που θα αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη στην οικονομία μας» και προσθέτοντας: «Ας αναλάβουμε δύσκολες μεταρρυθμίσεις, σε τομείς όπως η επιδότηση των ανέργων. Ας δουλέψουμε περισσότερο, ας θέσουμε υπό αμφισβήτηση τις 35 ώρες».
Στη Γερμανία, εν αναμονή και των πρόωρων εκλογών, δρομολογούνται νέες αντιλαϊκές «μεταρρυθμίσεις», για παράδειγμα με συνέχιση ανατροπών στην Κοινωνική Ασφάλιση: SPD - Πράσινοι προώθησαν από κοινού στη Βουλή νομοσχέδιο για το Συνταξιοδοτικό - Ασφαλιστικό, μεταξύ άλλων με κατεύθυνση για περικοπές στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, «ευελιξία» στις ηλικίες συνταξιοδότησης, χαμηλότερες συντάξεις και μείωση σε κάθε είδους επιδόματα.
Την ίδια στιγμή, κολοσσοί όπως η «Volkswagen» προχωρούν σε «επείγουσες αλλαγές», αναδιαρθρώνοντας την παραγωγή σε μεγάλες μονάδες, με κλείσιμο εργοστασίων, απολύσεις ή μειώσεις μισθών, «πάγωμα» αυξήσεων κ.λπ. Η συγκεκριμένη αυτοκινητοβιομηχανία επικαλείται τον εντεινόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα, ειδικά στην ηλεκτροκίνηση, επισημαίνοντας ότι «το κόστος εργασίας στα γερμανικά εργοστάσια είναι πλέον πολύ υψηλό» και αυτό «μειώνει την ανταγωνιστικότητα» του ομίλου...
Αντίστοιχα προσανατολίζονται και άλλα μονοπώλια, όπως ο γαλλικός όμιλος παραγωγής ελαστικών «Michelin», που βάζει «λουκέτο» στα εργοστάσια σε Σολέ και Βαν, απειλώντας να πετάξει στον δρόμο πάνω από 1.200 εργαζόμενους. Εξηγώντας τις επιλογές της, η εργοδοσία ανέφερε ότι «εξαντλήσαμε όλες τις δυνατότητες, κοιτάξαμε να δούμε αν θα μπορούσαμε να αλλάξουμε τα εργαλεία παραγωγής, αν θα μπορούσαμε να αυξήσουμε τον φόρτο εργασίας. Ομως το περιβάλλον της αγοράς συνέχισε να επιδεινώνεται» και έκανε λόγο για «δομική υποχώρηση της αγοράς ελαστικών φορτηγών» στην Ευρώπη, για να καταλήξει ότι «δεν μπορούμε πλέον να εξάγουμε ειρηνικά».
Σημειωτέον, η «Michelin» ήδη από το 2020 έκλεισε τις εγκαταστάσεις της στη Λα Ρος-σιρ-Γιον (στη Βεντ), ενώ μέχρι το 2025 ετοιμάζεται να κλείσει άλλα δύο εργοστάσια στη Γερμανία.
Την Τετάρτη συνεδρίασε και το Ευρωκοινοβούλιο, με θέμα τις σχέσεις ΕΕ - ΗΠΑ μετά την επανεκλογή Τραμπ στην αμερικανική προεδρία, με τον επικεφαλής της ευρωενωσιακής διπλωματίας Ζ. Μπορέλ να εκτιμά ότι «η επιστροφή του Τραμπ θα έχει συνέπειες που θα σημαδέψουν τις επόμενες δεκαετίες», αλλά και ότι «η Ευρώπη πρέπει να είναι προετοιμασμένη για τις συνέπειες», ζητώντας μέτρα ώστε να μπορέσουν οι Βρυξέλλες να απαντήσουν στα νέα δεδομένα «με γαλήνη, επαγρύπνηση και χωρίς να προκαλούν αίσθηση παράλυσης».
Την ίδια στιγμή ενδεικτικές είναι οι επισημάνσεις στις οποίες προχωρούν μια σειρά επικεφαλής Κεντρικών Τραπεζών ευρωπαϊκών κρατών, όπως αυτός της Κεντρικής Τράπεζας της Φινλανδίας, Ολι Ρεν, ο οποίος εκτίμησε πως «ένας νέος εμπορικός πόλεμος είναι το τελευταίο που χρειαζόμαστε σε μια συγκυρία γεωπολιτικής αντιπαλότητας, ιδίως μεταξύ συμμάχων». Ξεκαθάρισε βέβαια ότι «αν είναι να ξεκινήσει εμπορικός πόλεμοςη Ευρώπη πρέπει να μην είναι απροετοίμαστη, όπως το 2018», η δε Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) «να λειτουργήσει ως άγκυρα οικονομικής και νομισματικής σταθερότητας σε αυτό το ταραγμένο τοπίο».
Από την πλευρά του ο κεντρικός Τραπεζίτης της Αυστρίας, Ρ. Χόλτσμαν, υποστήριξε ότι μια συνέπεια της επιβολής νέων δασμών σε όλες τις εισαγωγές από την Ουάσιγκτον θα είναι ότι «τα αμερικανικά επιτόκια θα παραμείνουν σε υψηλότερα επίπεδα και ο πληθωρισμός θα είναι επίσης υψηλότερος», ασκώντας ανοδικές πιέσεις προς το δολάριο και τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης.