Η Βάνια Κατελανή - Κούλεϋ θέτει στη συλλογή της τις αναπολήσεις του Γ. Δροσίνη: «Κατέβαινα στην παλιά Αθήνα, στο Ριζόκαστρο του Καμπούρογλου, στο τζαμί, στο Μοναστηράκι, στ' Αμπατζίδικα και στην πλατεία Αβησσυνίας - το κυριακάτικο παλιατζίδικο...».
Ο χώρος που μάγευε την ψυχή του Δροσίνη, μαγνητίζει και τη δική μας και της ποιήτριας, όταν σ' αυτό το χώρο δένεται το παλιό με το νέο. Στο βράχο ο Παρθενώνας και στις παρυφές του ζωντανό «μνημείο» ένας λαός «παλιατζής» με σπινθηροβόλο βλέμμα, όπως του «Καραγκιόζη», που τον συμβολίζει στην καθημερινή του έγνοια για τον επιούσιο, πάντα ευρηματικός κι αξεπέραστος.
Θεατρική η ποιητική σύνθεση της Β. Κ. - Κ. με στοιχεία αρχαίας τραγωδίας. Ο χορός των Καρυάτιδων σχολιάζει τα δρώμενα, όπως τα φωτίζει η κάθε μέρα, που είναι «Μοναδική» στο «Μοναστηράκι το Μέλικο», προσωποποιημένο: «Απόσταγμα αιώνων το Μοναστηράκι», όταν «τα εμπορεύματα εναλλάσσονται στα μαγαζιά», όταν οι πρόγονοι «αόρατοι αφουγκράζονται για δυόμισι χιλιάδες καλοκαίρια τα τζιτζίκια». Αλλά κι όταν το υπερσύγχρονο δολοφονεί το υπόγειο φως: «Ο μετροπόντικας (...) κάτω απ' του Μακντόναλντς/ κόβει κεφάλια και σπάζει βάζα./ Μασέλα σιδερένια τρώει τα μάρμαρα/ Μπορεί και ζωγραφιές ωχρές του Απελή/ να ζήσει ο χάρος». Ευτυχώς, στην επιφάνεια μένει ακόμα αγέραστος ο «παλιατζής» λαός να χαίρεται τον έρωτα, αγνό ή αγοραίο: «Το γαμπριάτικο κουστούμι (του) εδώ αγορασμένο». Μια «μέλικη» αντίκα στο στόμα αυτού του «βάρδου ποιητή, του ασίκη» είναι το τραγούδι του. Μ' αυτό εναρμονισμένη κι η ποίηση της Β.Κ. - Κ. συνθεμένη «με όλα τα χρώματα που υπάρχουν στην παλέτα» του γνήσιου λόγου (ΙΩΛΚΟΣ).