ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 3 Οχτώβρη 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Μενέλαου ΓΟΥΒΕΤΑ

Γεννήθηκε στο Σουφλί το 1934. Μεγάλωσε με πολλές στερήσεις σε μια πολυμελή οικογένεια, εφτά άτομα. Ο πατέρας του, εξαιτίας των διωγμών που υπέστη, ως παλιός πολεμιστής του μικρασιατικού πολέμου (η οργάνωσή τους χαρακτηρίστηκε «αντεθνική») στον οποίο έλαβε μέρος, διακόπτοντας τις σπουδές του στη Γαλλία, δεν μπόρεσε να έχει μια μόνιμη δουλιά.

Ο Μ. Γ. είναι πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αλεξανδρούπολης. Μέχρι να διοριστεί - περίμενε 6 χρόνια περίπου - δούλευε στα κτήματα και σε άλλες χειρωνακτικές ιδιωτικές εργασίες. Είναι, επίσης, πτυχιούχος της ΣΕΛΔΕ και φοίτησε στην Πάντειο, χωρίς να πάρει πτυχίο. Ελαβε μέρος σε πολυήμερα επιμορφωτικά παιδαγωγικά και της Ελληνικής Ολυμπιακής Ακαδημίας σεμινάρια.

Πολλές επιστολές του με κοινωνικοπολιτικό και εκπαιδευτικό περιεχόμενο έχουν δημοσιευτεί στο «Ριζοσπάστη». Αρθρα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στο «Δημοκρατικό Εβρο», όργανο της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 συνεργάστηκε με τουριστικό περιοδικό σε θέματα ενημέρωσης και περιήγησης στα αξιοθέατα του νομού Εβρου.


Ο πετροπόλεμος

Γρηγοριάδης Κώστας

-- Γύρνα πίσω Αγαθοκλή! Δε βλέπεις; Βροχή πέφτουνε πάνω σου οι πέτρες τους.

Τον καλούσε ο Μένιος, που ήταν επικεφαλής της ομάδας των παιδιών της γειτονιάς του Πλάτανου, να γυρίσει πίσω σε ασφαλές μέρος.

-- Ασε με Μένιο, ξέρω γω τι κάνω. Θα τους κυνηγήσω μέχρι τα σπίτια τους, δεν έχουνε να πάνε πουθενά αλλού να κρυφτούν. Γιατί μας προκαλούν; Δε βλέπεις; Εχουνε φωνάξει και τον Ούτσια, που είναι μεγάλος (ήτανε 18 χρόνων) κι από πάνω απ' την τσιούκα (λοφίσκος) μας φοβερίζει κι ο Νέστορας με το περίστροφο του πατέρα του. Αν τολμάει, ας ρίξει ντε; Δεν μπορεί γιατί είναι χέστης. Ασε που είναι άδειο (ακούστηκε δυο φορές ξερός κρότος). Αν φωνάξουμε κι εμείς τον Τριγκά να δεις τι θα τους κάνουμε, θα τους ρίξουμε στη ρεματιά.

Με τον Τριγκά, ηλικίας γύρω στα 17, δεν μπορούσε κανένας να τα βάλει μαζί του, ακόμα κι εικοσάρηδες.

-- Πρέπει Αγαθοκλή, να τηρούμε τη συμφωνία μας (να μη γίνονται άστοχες και ριψοκίνδυνες ενέργειες) του απάντησε ο Μένιος.

Ο Αγαθοκλής ήτανε παιδί δυνατό, σκληραγωγημένο και πεισματάρικο, «ατρόμητο θηρίο» τον λέγανε οι συμμαθητές του. Σε κάθε πετροπόλεμο έδειχνε τη μεγάλη του ανδρεία. Στον πετροπόλεμο αυτόν που διηγούμαστε, προχωρούσε ακάθεκτα στις γραμμές της αντίπαλης ομάδας, πετώντας κατά πάνω τους ό,τι έβρισκε μπροστά του, πέτρες, ξύλα, τιζέκια (σκληροί χωμάτινοι σβόλοι) κι άλλα διάφορα αντικείμενα.

Για μια στιγμή, φτάνοντας στα ριζά της κατηφοριάς, κοντά στην όχθη του βαθιού ρέματος, που χωρίζει τα νεκροταφεία από τη συνοικία Μαντρούδα, θέλησε να περάσει απέναντι, πέρ' από τη ρεματιά. Αν δεν τον προλάβαινε ο Μένιος να τον τραβήξει πίσω, ματαιώνοντας το ριψοκίνδυνο εγχείρημά του, η τύχη του θα 'ταν άσχημη. Το δε σώμα του στο μεταξύ ήτανε γεμάτο μώλωπες κι αίματα.

* * *

Ο πετροπόλεμος στα δυο τρία πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο σε παιδιά ηλικίας 12 μέχρι 14 χρόνων. Γινότανε κύρια στις διακοπές του καλοκαιριού. Είναι σαν να πούμε ένα αθλητικό παιχνίδι, που οι ρίζες του κρατάνε από τα βάθη των αιώνων. Εμεινε σήμερα και ως μίμηση πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα σε αντίπαλα μέρη, διαχρονικά, από την αρχαιότητα μέχρι και τον τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αλλοτε διεξάγεται ύστερ' από έντιμη κι αγαθή συμφωνία μεταξύ των παιδιών, οπότε παίρνει το χαρακτήρα της άθλησης και διασκέδασης με ασήμαντους μικροτραυματισμούς, σφιχταγκαλιάσματα μετά τη λήξη του και ανακήρυξη του νικητή της «μάχης» σε μια από τις δυο ομάδες. Και άλλοτε φτάνουνε τα παιδιά στον πετροπόλεμο ύστερ' από κάποια πρόκληση και παρεξήγηση που τροφοδοτούνε τη συνέπεια, την αφορμή, οπότε ξεδιπλώνονται απρόσμενα οι φανατισμοί κι εχθρότητες με δυσάρεστα πολλές φορές αποτελέσματα στη σωματική ακεραιότητα των παιδιών κι από τις δυο πλευρές.

Τον πετροπόλεμο, που περιγράφουμε, μπορούμε να τον κατατάξουμε στη δεύτερη κατηγορία.

Την περίοδο εκείνη είχε αρχίσει στην πατρίδα μας ο εμφύλιος πόλεμος, τον οποίο ως γνωστόν τον είχαν επιβάλλει οι Αγγλοαμερικάνοι ιμπεριαλιστές, προκειμένου να προωθήσουν στην περιοχή των Βαλκανίων τα στρατηγικά τους συμφέροντα. Τα μίση και τα πάθη στα χωριά και στις πόλεις κυριαρχούσαν στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Είχανε δε αυτά αντανάκλαση και στα μικρά παιδιά.

Τα παιδιά της γειτονιάς του Πλάτανου, της Πλάκας και της γειτονιάς των Πετσιναίων προέρχονταν από οικογένειες αριστερές, οι οποίες ήτανε κι η πλειονότητα. Τα παιδιά της συνοικίας της Μαντρούδας και της γειτονιάς των παλιών τούρκικων νεκροταφείων προέρχονταν από οικογένειες δεξιές ή κεντροδεξιές, που ήτανε μειοψηφία στο σύνολο των οικογενειών εκεί. Τα παιδιά από τις δεξιές οικογένειες ήταν σκέτο φαρμάκι. Οι τσαμπουκάδες, οι φιλονικίες κι οι αναίτιες προκλήσεις τους δεν είχαν όρια. Τούτο συνέβαινε γιατί η «εθνικόφρων» παράταξη που κυβερνούσε τον τόπο στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, με την επωνυμία «επτακέφαλη κυβέρνηση» (Κόμμα Λαϊκό, Κόμμα των Φιλελευθέρων, Κόμμα των Βασιλοφρόνων και μικρότερα άλλα δημοκρατικά λεγόμενα κόμματα) είχε το πάνω χέρι σ' όλες τις εκδηλώσεις της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, και τα παιδιά τους συμπεριφέρονταν κατ' αυτόν τον τρόπο.

Τα παιδιά από τις τρεις πρώτες γειτονιές, με 5-6 παιδιά η καθεμιά, συμφώνησαν ν' αντιμετωπίσουν μαζί, σ' αυτόν τον πετροπόλεμο, τα παιδιά της Μαντρούδας και τους συμμάχους τους, που αριθμούσαν συνολικά πάνω από 20 παιδιά, με την προϋπόθεση να μην υπερβαίνει η ηλικία τους τα 14 χρόνια. Ομως η ομάδα της Μαντρούδας παραβίασε τη συμφωνία, είχε στις τάξεις της και δυο δεκαοχτάρηδες.

Αφορμή για τη «σύγκρουση» υπήρξε η αδικαιολόγητη διεκδίκηση από τα παιδιά της Μαντρούδας ενός μέρους κάποιας έκτασης από το χώρο - δίπλα στα νεκροταφεία - ο οποίος δεν τους ανήκε παραδοσιακά, για το πέταγμα των χαρταετών, από την εποχή που μπήκαν τα όρια των συνοικιών.

Ετσι, κατά τη διάρκεια της «σύγκρουσης», όταν είδανε τα ζόρικα και χάνανε αρκετές «μάχες», οι «παλικαράδες» της βορινής αυτής συνοικίας και κυνηγημένοι περ' απ' το ρέμα, δεν τήρησαν τους όρους για δεύτερη φορά κι έντρομοι φωνάξανε σε βοήθεια κι άλλους δυο μεγάλους, 17 και 18 χρόνων. Στο μεταξύ πρωτύτερα είχε ακουστεί από πίσω από τις γραμμές μας μια άγνωστη φωνή, «έρχεται ο Τριγκάς», χωρίς, ωστόσο, να επιβεβαιωθεί.

Η μεγαλύτερη όμως ατιμία ήτανε να τρέξει πανικόβλητος στο σπίτι του ο Νέστορας και να φέρει, όπως είπαμε, το περίστροφο του πατέρα του.

* * *

Η «μάχη» κράτησε περίπου μια ώρα με μικρά διαλείμματα για ανεφοδιασμό από πέτρες κι ήταν άνιση. Με την εμφάνιση κι απειλή δε του περιστρόφου, η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ της ομάδας της Μαντρούδας. Ο Αγαθοκλής, ο Μένιος κι ο Ματιούδης και δύο - τρία άλλα παιδιά συνέχιζαν να «πολεμούν» στην πρώτη γραμμή, ενώ είχανε δώσει εντολή στους «συμμαχητές» τους να υποχωρούν σιγά - σιγά, ώσπου κι οι ίδιοι εγκατέλειψαν τη «μάχη» με μικροτραυματισμούς.

Ο Μένιος, προβλέποντας πως τα «επινίκιά» τους θα τα γιορτάσουν με παρέλαση στο δρόμο που αρχίζει από το 4ο Δημοτικό σχολειό και καταλήγει στον κεντρικό δρόμο της αγοράς, κάλεσε τον Αγαθοκλή και 3-4 άλλα παιδιά να καταστρώσουν κάποιο σχέδιο για «αντίποινα» την ώρα της παρέλασής τους. Στην παρέλαση συμμετείχαν καμιά δεκαριά παιδιά, τ' άλλα είχανε πάει στα σπίτια τους.

Πράγματι συμφώνησαν όλοι σ' αυτό κι άρχισαν να τρέχουν μέσα από παρακαμπτήριους σκολιούς δρόμους για να προλάβουνε να τους στήσουν, το συντομότερο, ενέδρα. Ταμπουρεμένοι πίσ' από 'να πυκνό θαμνώδη φυσικό φράχτη, δίπλα από το σπίτι του Πήτα, τους περίμεναν με πολλές πέτρες στις τσέπες τους ο καθένας.

Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Ο αιφνιδιασμός με βροχή από πέτρες στα κεφάλια τους, τους έκανε να διαλυθούν πανικόβλητοι κι όπου φύγει φύγει, δίχως ν' αντιληφθούν από πού τους ήρθε τ' αναπάντεχο. Ο Αγαθοκλής θέλησε κι αυτή τη φορά να τους κυνηγήσει μέχρι τα σπίτια τους, αλλά όλοι τους είχανε γίνει «λαγός», σκούζοντας από τους πόνους και τους άφησε να φύγουν. Ξανά δεν τόλμησαν να πατήσουν πόδι στο μέρος που θέλησαν να το σφετεριστούν. Και τα παιδιά της γειτονιάς του Πλάτανου και των άλλων δυο γειτονιών πετούσαν πλέον ανενόχλητα τους χαρταετούς τους.

Η ανδρεία κι η παλικαριά του Αγαθοκλή ήτανε ξακουστή σ' όλη τη μικρή πόλη του Σουφλίου. Ομως πριν ανοίξουν τα σχολειά, το Σεπτέμβρη, ο αγαπητός Αγαθοκλής είχε φριχτό τέλος. Ανατινάχτηκε μαζί με τον πατέρα του από νάρκη πάνω στο βοϊδάμαξό τους, που πηγαίνανε στο χωράφι για δουλιά. Ολοι οι φίλοι κι οι συμμαθητές του τον κλάψανε γοερά. Σήμερα κρατάνε τη μνήμη του άσβεστη.

Η ιστορία με τις παράξενες νάρκες έξω από την πόλη σε χωραφόδρομους - σε χωραφόδρομο ανατινάχτηκε ο Αγαθοκλής, όπως κι ο ξάδερφός μου Τάκης, 18 χρόνων με το κάρο του (η χήρα μητέρα του είχε πλούσια και αφανή ωστόσο αντιστασιακή δράση) - είναι περίεργη. Απ' ό,τι δείχνανε τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, φάνηκε πως η εγκληματική μανία των παραστρατιωτικών οργανώσεων που δρούσαν παράλληλα με τον κυβερνητικό στρατό, στρεφότανε σε αθώους πολίτες, γιατί δεν είχανε τα κότσια ν' αντιμετωπίσουν στα ίσα και κατά μέτωπο τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Ο πετροπόλεμος αυτός, ήταν ο τελευταίος. Σήμερα, όταν ανταμώνουν εκείνα τα παιδιά, «φίλοι κι εχθροί», όλοι κάτι έχουν να πουν. Οσοι βέβαια απ' τους άλλους κατάλαβαν το λάθος τους. Θυμούνται τις καλές κι άσχημες στιγμές του πετροπόλεμου και όταν τα διηγούνται σπαρταρούν από τα γέλια. Ξέχασαν αυτά που τους χώριζαν ως παιδιά εργατικών κι αγροτικών οικογενειών, και τους ενώνει πια η κοινή πάλη για μόνιμη και σταθερή δουλιά, για τα άνεργα παιδιά τους και μια αξιοπρεπή διαβίωση ως συνταξιούχοι, διεκδικώντας αύξηση των συντάξεών τους.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org