ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 29 Γενάρη 2012
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "Ο Φρίντριχ Ενγκελς για την οικονομική κρίση"
ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο Φρίντριχ Ενγκελς για την οικονομική κρίση

Η οικονομική κρίση στις καπιταλιστικές οικονομίες πολλών κρατών ακόμη και ισχυρών από την αρχή της εκδήλωσής της, τροφοδότησε συζητήσεις στα αστικά επιτελεία σε διάφορους οικονομολόγους αλλά και στις αστικές κυβερνήσεις, στην ΕΕ, για το χαρακτήρα της, την αιτία της, την αντιμετώπισή της, τις μορφές διαχείρισής της, προκειμένου οι συνέπειες για το κεφάλαιο να είναι όσο γίνεται λιγότερο οδυνηρές. Αλλωστε, κρίση σημαίνει καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, επομένως και ενός τμήματος του κεφαλαίου, ανεξάρτητα αν αυτό στον καπιταλισμό ωθεί στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Οδυνηρές, βεβαίως, είναι σίγουρα οι συνέπειες για την εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα στα οποία ρίχνουν τα βάρη της κρίσης οι αστικές κυβερνήσεις. Οι απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος, ανάμεσά τους και οι οπορτουνιστές, ανάγοντας την αιτία της οικονομικής κρίσης στη μορφή διαχείρισης, αφαιρούν ή συγκαλύπτουν το έδαφος στο οποίο εκδηλώνεται, δηλαδή τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οπως και το γεγονός ότι η εκδήλωσή της είναι νομοτελειακή, αντικειμενικό γεγονός, πέρα και έξω από τη θέληση των ανθρώπων. Γιατί η αιτία της οικονομικής κρίσης βρίσκεται στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην ατομική - καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Η τυχοδιωκτική πολιτική των οπορτουνιστών για την κρίση εκφράζεται με τη συγκάλυψη της αιτίας της, την εξαφάνιση της αντικειμενικότητας της εμφάνισής της, με προβολή πολιτικής διαχείρισης του καπιταλισμού για την αντιμετώπισή της, συσκοτίζει στη συνείδηση της εργατικής τάξης το δρόμο για την αντιμετώπιση της κρίσης σε όφελος των συμφερόντων της, που σημαίνει ταξική πάλη για την ικανοποίηση όλων των αναγκών της στη ρότα κατάργησης της αιτίας που δημιουργεί και αναπαράγει την κρίση, δηλαδή την κατάργηση της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Που οδηγεί ευθέως στην αναγκαιότητα της κοινωνικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της, άρα και στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και στην αντικατάστασή της με την κοινωνική ιδιοκτησία. Δηλαδή, στην κατάργηση του καπιταλισμού. Ετσι, αστοί αναλυτές, και ιδιαίτερα οι οπορτουνιστές, επικαλούνται τον Μαρξ για την ερμηνεία της κρίσης, αλλά τον αρνούνται ως προς το οριστικό ξεπέρασμά της που σημαίνει πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό με την εργατική τάξη στην εξουσία. Πολύ περισσότερο, καλούν την εργατική τάξη από κοινού με τους καπιταλιστές να αντιμετωπίσουν την κρίση. Δηλαδή, οδηγούν στη διαιώνιση της υποταγής της στο κεφάλαιο. Οι Μαρξ και Ενγκελς, από το 1848, στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», μίλησαν για το αναπόφευκτο της οικονομικής κρίσης, το νομοτελειακό της εκδήλωσής της, καθώς και ότι μέσα απ' αυτήν ξεπροβάλλει η αναγκαιότητα αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό.

Ας το παρακολουθήσουμε:

«Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Αντίθετα, η αμετάβλητη διατήρηση του παλιού τρόπου παραγωγής αποτελούσε τον πρώτο όρο ύπαρξης όλων των προηγούμενων βιομηχανικών τάξεων. Η συνεχής ανατροπή της παραγωγής, ο αδιάκοπος κλονισμός όλων των κοινωνικών καταστάσεων, η αιώνια αβεβαιότητα και κίνηση διακρίνουν την αστική εποχή από όλες τις προηγούμενες. Διαλύονται όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις, με την ακολουθία τους οι καινούριες που διαμορφώνονται παλιώνουν πριν προλάβουν να αποστεωθούν. Καθετί το κλειστό και στάσιμο εξατμίζεται, καθετί το ιερό βεβηλώνεται και στο τέλος οι άνθρωποι αναγκάζονται ν' αντικρίσουν με νηφάλιο μάτι τη θέση τους στη ζωή και τις αμοιβαίες σχέσεις τους.

Η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πώληση των προϊόντων της κυνηγά την αστική τάξη πάνω σ' όλη τη γήινη σφαίρα. Είναι υποχρεωμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμόρφωσε κοσμοπολιτικά την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας. Εκμηδενίστηκαν και εξακολουθούν ακόμα καθημερινά να εκμηδενίζονται οι παμπάλαιες εθνικές βιομηχανίες. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζωτικό ζήτημα για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια ντόπιες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες ζώνες και που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται μονάχα στην ίδια τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Στη θέση των παλιών αναγκών, που ικανοποιούνταν από τα εθνικά προϊόντα, μπαίνουν καινούριες ανάγκες, που για να ικανοποιηθούν απαιτούν προϊόντα των πιο απομακρυσμένων χωρών και κλιμάτων. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας μπαίνει μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών. Κι αυτό που γίνεται στην υλική παραγωγή γίνεται και στην πνευματική παραγωγή. Τα πνευματικά προϊόντα των μεμονωμένων εθνών γίνονται κοινό κτήμα. Η εθνική μονομέρεια και ο εθνικός περιορισμός γίνονται όλο και πιο αδύνατα και από τις πολλές εθνικές και τοπικές φιλολογίες διαμορφώνεται μια παγκόσμια φιλολογία.

Με τη γρήγορη βελτίωση όλων των εργαλείων παραγωγής, με την απεριόριστη διευκόλυνση των επικοινωνιών, η αστική τάξη τραβάει στον πολιτισμό όλα, ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη. Οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα σινικά τείχη και που αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δε θέλουν να χαθούν. Τα αναγκάζει να εισαγάγουν στη χώρα τους το λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν αστοί. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο "κατ' εικόνα της".

Η αστική τάξη υπέταξε την ύπαιθρο στην κυριαρχία της πόλης. Δημιούργησε τεράστιες πόλεις, αύξησε σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό του αστικού πληθυσμού σε σύγκριση με τον αγροτικό και απέσπασε έτσι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής. Οπως εξάρτησε την ύπαιθρο από την πόλη, έτσι εξάρτησε τις βάρβαρες και τις μισοβάρβαρες χώρες από τις πολιτισμένες, τους αγροτικούς λαούς από τους αστικούς λαούς, την Ανατολή από τη Δύση.

Η αστική τάξη όλο και περισσότερο καταργεί τον κατακερματισμό των μέσων παραγωγής, της ιδιοκτησίας και του πληθυσμού. Συσσώρευσε τον πληθυσμό, συγκεντροποίησε τα μέσα παραγωγής και συγκέντρωσε την ιδιοκτησία σε λιγοστά χέρια». (Μαρξ - Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 23-25).

Σε άλλο σημείο του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», οι Μαρξ και Ενγκελς αναφέρουν:

«Μπρος στα μάτια μας συντελείται μια παρόμοια κίνηση. Οι αστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, οι αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, η σύγχρονη αστική κοινωνία, που δημιούργησε τόσο ισχυρά μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, μοιάζει με το μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που ο ίδιος κάλεσε. Εδώ και δεκάδες χρόνια, η ιστορία της βιομηχανίας και του εμπορίου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστορία της εξέγερσης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις σύγχρονες σχέσεις παραγωγής, ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας, που αποτελούν τους όρους ύπαρξης της αστικής τάξης και της κυριαρχίας της. Αρκεί ν' αναφέρουμε τις εμπορικές κρίσεις που με την περιοδική τους επανάληψη όλο και πιο απειλητικά αμφισβητούν την υπόσταση ολόκληρης της αστικής κοινωνίας. Στις εμπορικές κρίσεις καταστρέφεται τακτικά ένα μεγάλο μέρος όχι μονάχα των έτοιμων προϊόντων, αλλά ακόμα και των παραγωγικών δυνάμεων που ήδη είχαν δημιουργηθεί. Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα 'λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δε χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι' αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές και κάθε φορά που οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν το εμπόδιο αυτό, φέρνουν σε αναταραχή ολόκληρη την αστική κοινωνία, απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν από αυτές. Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; Από τη μια μεριά καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη, κατακτώντας καινούριες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πώς λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ολόπλευρες και πιο τεράστιες κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να προλαβαίνει τις κρίσεις.

Τα όπλα που χρησιμοποίησε η αστική τάξη για να ανατρέψει τη φεουδαρχία στρέφονται τώρα ενάντια στην ίδια την αστική τάξη.

Ομως η αστική τάξη δε σφυρηλάτησε μονάχα τα όπλα που θα της φέρουν το θάνατο. Δημιούργησε και τους ανθρώπους που θα χειριστούν αυτά τα όπλα, τους σύγχρονους εργάτες, τους προλετάριους.

Στο βαθμό που αναπτύσσεται η αστική τάξη, δηλαδή το κεφάλαιο, στον ίδιο βαθμό αναπτύσσεται και το προλεταριάτο, η τάξη των σύγχρονων εργατών που ζουν μονάχα τόσο όσο βρίσκουν δουλειά, και που βρίσκουν τόσο δουλειά όσο η δουλειά τους αυξάνει το κεφάλαιο. Αυτοί οι εργάτες που είναι αναγκασμένοι να πουλιούνται κομματάκι κομματάκι, είναι ένα εμπόρευμα όπως κάθε άλλο εμπορικό είδος, και γι' αυτό είναι εκτεθειμένοι σε όλες τις εναλλαγές του συναγωνισμού, σε όλες τις διακυμάνσεις της αγοράς». (Μαρξ - Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 26-27).

Οι Μαρξ και Ενγκελς στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» υπογραμμίζουν επίσης: «Αντίθετα, ο σύγχρονος εργάτης, αντί ν' ανυψώνεται με την πρόοδο της βιομηχανίας, βυθίζεται όλο και πιο χαμηλά, πιο κάτω ακόμα κι από τις συνθήκες ζωής της ίδιας του της τάξης. Ο εργάτης πέφτει στην αθλιότητα και η μαζική αθλιότητα αυξάνει ακόμα πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Ετσι γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει άλλο κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και να επιβάλει στην κοινωνία σαν ρυθμιστικό νόμο τους όρους ύπαρξης της τάξης της. Είναι ανίκανη να κυριαρχεί γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του, γιατί είναι υποχρεωμένη να τον ρίξει ως την κατάσταση που θα χρειάζεται να τον τρέφει αυτή αντί να τρέφεται η ίδια από αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της αστικής τάξης δε συμβιβάζεται άλλο με την κοινωνία.

Ο ουσιαστικός όρος για την ύπαρξη και την κυριαρχία της αστικής τάξης είναι η συσσώρευση του πλούτου στα χέρια ιδιωτών, ο σχηματισμός και η αύξηση του κεφαλαίου. Η προϋπόθεση του κεφαλαίου είναι η μισθωτή εργασία. Η μισθωτή εργασία στηρίζεται αποκλειστικά στο συναγωνισμό ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες. Η πρόοδος της βιομηχανίας, που η αστική τάξη είναι ο άβουλος και παθητικός της φορέας, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών μέσα από το συναγωνισμό την επαναστατική τους συνένωση μέσα από την οργάνωση. Ετσι, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αφαιρείται κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το ίδιο το έδαφος που πάνω στη βάση του παράγει και ιδιοποιείται τα προϊόντα. Πριν από όλα, η αστική τάξη παράγει τους ίδιους τους νεκροθάφτες της. Η πτώση της και η νίκη του προλεταριάτου είναι το ίδιο αναπόφευκτα» (Μαρξ - Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 33-34).

Βεβαίως, ο Μαρξ, στο αξεπέραστο έργο του «Το Κεφάλαιο», απέδειξε αναλυτικά και συγκεκριμένα αυτήν την πραγματικότητα, δηλαδή ότι το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό είναι νομοτελειακό.

Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ απέδειξε ότι αντικειμενικά ο καπιταλισμός θα αντικατασταθεί από τον ανώτερο, κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής. Οτι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα. Και απέδειξε ότι αντικειμενικά και μέσω της δράσης των ίδιων των νόμων κίνησης του καπιταλισμού φτάνει στο τέλος του. Το εξηγεί μιλώντας για την ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης («Κεφάλαιο», τ. 1ος), αλλά και με τη μελέτη της μετοχικής εταιρείας («Κεφάλαιο», τ. 3ος).

Το γεγονός ότι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα διαπιστώνεται από την όξυνση της βασικής του αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, και από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης.

Οι καπιταλιστές αυξάνουν την παραγωγικότητα, αυξάνοντας τη μάζα των κερδών τους, αλλά αυτή η τάση οδηγεί στην πτώση του ποσοστού του κέρδους, που σημαίνει ότι αντικειμενικά δυσκολεύεται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Εδώ βρίσκεται και η στενότητα των ορίων του, το αναπόφευκτο της ανατροπής του.

Ας δούμε πώς το παρουσιάζει:

«Εξαλλου, μια και το ποσοστό της αξιοποίησης του συνολικού κεφαλαίου, το ποσοστό του κέρδους, αποτελεί το κίνητρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (ακριβώς όπως η αξιοποίηση του κεφαλαίου αποτελεί το μοναδικό της σκοπό), η πτώση του ποσοστού του κέρδους επιβραδύνει το σχηματισμό καινούριων αυτοτελών κεφαλαίων και εμφανίζεται έτσι απειλητική για την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής, προάγει την υπερπαραγωγή, την κερδοσκοπία, τις κρίσεις, την εμφάνιση περίσσιου κεφαλαίου, παράλληλα με τον περίσσιο πληθυσμό. Οι οικονομολόγοι, λοιπόν, που, όπως ο Ρικάρντο, θεωρούν απόλυτο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, νιώθουν εδώ ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής δημιουργεί φραγμό στον ίδιο τον εαυτό του, και γι' αυτό αποδίδουν το φραγμό αυτό όχι στην παραγωγή, αλλά στη φύση (στη διδασκαλία για την γαιοπρόσοδο). Το κύριο, όμως, που τους κάνει να τρομάζουν μπρος στο μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, είναι η διαίσθηση ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σκοντάφτει σ' έναν φραγμό, που δεν έχει καμιά σχέση με την παραγωγή του πλούτου σαν τέτοιου. Και αυτός ο ιδιόμορφος φραγμός μαρτυράει τον περιορισμένο στο χρόνο και τον ιστορικό, παροδικό μόνο χαρακτήρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Μαρτυράει ότι δεν αποτελεί απόλυτο τρόπο παραγωγής για την παραγωγή του πλούτου, ότι μάλλον σε μια ορισμένη βαθμίδα έρχεται σε σύγκρουση με την παραπέρα ανάπτυξή του» («Το Κεφάλαιο» τρίτος τόμος, σελ. 306).

Πώς και γιατί προάγει την υπερπαραγωγή; Οι καπιταλιστές, παράγοντας για το κέρδος, είναι υποχρεωμένοι να αυξάνουν την παραγωγικότητα. Η ίδια η τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει, τούς οδηγεί σ' αυτό που σημαίνει ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, δηλαδή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή μέσα παραγωγής που αυξάνουν στον ίδιο χρόνο τη μάζα της παραγωγής εμπορευμάτων ακόμη και με λιγότερη χρησιμοποίηση εργατικής δύναμης, δηλαδή εργατών.

Ας δούμε πώς το δίνει ο Μαρξ:

«Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ωθεί στην ανάπτυξη του εργατικού πληθυσμού, ενώ δημιουργεί διαρκώς τεχνητό υπερπληθυσμό. Η συσσώρευση του κεφαλαίου εξεταζόμενη από την πλευρά της αξίας, επιβραδύνεται από το μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, και επιταχύνει έτσι τη συσσώρευση των αξιών χρήσης, η οποία με τη σειρά της επιταχύνει την πορεία της συσσώρευσης από άποψη αξίας.

Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα, που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια.

Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφάλαιο και όχι αντίστροφα, ότι δηλαδή τα μέσα παραγωγής είναι απλά μέσα για μια διαρκώς διευρυνόμενη διαμόρφωση του προτσές της ζωής για την κοινωνία των παραγωγών. Τα όρια, μέσα στα οποία μόνο μπορούν να κινηθούν, η διατήρηση και η αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, οι οποίες βασίζονται στην απαλλοτρίωση και στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά βρίσκονται γι' αυτό διαρκώς σε αντίφαση με τις μεθόδους παραγωγής, που είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για το σκοπό του και που τείνουν προς απεριόριστη αύξηση της παραγωγής, προς την παραγωγή σαν αυτοσκοπό, προς την απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο - απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας - έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Αν λοιπόν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα μέσο ιστορικής σημασίας για την ανάπτυξη της υλικής παραγωγικής δύναμης και για τη δημιουργία της αντίστοιχης σ' αυτήν παγκόσμιας αγοράς, αποτελεί ταυτόχρονα τη μόνιμη αντίφαση ανάμεσα σ' αυτό το ιστορικό του καθήκον και στις αντίστοιχές του κοινωνικές σχέσεις παραγωγής» («Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 316).

Η διαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε σχέση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του κεφαλαίου οδηγεί στην κρίση.

Ο Ενγκελς στο «Αντι-Ντίρινγκ» στο τρίτο μέρους του έργου, «Ο σοσιαλισμός», κάνει μια πολύ συγκεκριμένη, σύντομη και εκλαϊκευμένη παρουσίαση όλων αυτών που ζούμε σήμερα με την κρίση. Επομένως, έχει ιστορική αξία, γιατί γράφτηκε το 1877 και μιλά για το σήμερα. Αναδεικνύει το πέρασμα της ατομικής παραγωγής στην κοινωνική με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που φρενάρονται από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, την αντίφαση της κοινωνικής παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της που οδηγεί στην κρίση, το αντικειμενικό της εκδήλωσης της κρίσης στο πλαίσιο της εμπορευματικής παραγωγής και της αγοράς, καθώς και το γεγονός ότι αντικειμενικά η κρίση στην παραγωγή θα εξαφανιστεί μόνο με το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο έχει τίτλο «Θεωρητικά» και το παρουσιάζουμε σήμερα στο ένθετο «Ιστορία», («Αντι-Ντίρινγκ» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 416-437).


Θεωρητικά

Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας ξεκινάει από τη θέση ότι η παραγωγή και, κοντά στην παραγωγή, η ανταλλαγή των προϊόντων αποτελεί τη βάση όλης της κοινωνικής οργάνωσης, ότι, σε κάθε κοινωνία που εμφανίζεται ιστορικά η κατανομή των προϊόντων και, μαζί μ' αυτή, η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις ή κάστες ρυθμίζεται σύμφωνα με το τι και πώς παράγεται και πώς αυτό που παράγεται ανταλλάσσεται. Σύμφωνα με τα προηγούμενα, οι τελευταίες αιτίες όλων των κοινωνικών αλλαγών και πολιτικών ανατροπών δεν πρέπει να αναζητηθούν στα κεφάλια των ανθρώπων, στην όλο και αυξανόμενη κατανόησή τους της αιώνιας αλήθειας και δικαιοσύνης, αλλά σε αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής. Δεν πρέπει να αναζητηθούν στη φιλοσοφία, αλλά στην οικονομία της συγκεκριμένης εποχής. Η αναδυόμενη αντίληψη ότι οι υπαρκτοί κοινωνικοί θεσμοί δεν είναι καθόλου λογικοί και, μάλιστα, είναι άδικοι, ότι η λογική έγινε παραλογισμός, η ευεργεσία πληγή, δεν είναι παρά ενδείξεις ότι στις μεθόδους παραγωγής και στις μορφές ανταλλαγής έχουν συντελεστεί, κρυφά κρυφά, αλλαγές, στις οποίες δεν αντιστοιχεί πια η οργάνωση της κοινωνίας, η οποία ήταν κομμένη και ραμμένη σε παλαιότερους οικονομικούς όρους. Αυτό σημαίνει, επίσης, ότι τα μέσα για τον παραμερισμό των κακώς κειμένων, που ανακαλύφθηκαν, πρέπει να βρίσκονται επίσης στις ίδιες τις αλλαγμένες σχέσεις παραγωγής, περισσότερο ή λιγότερο αναπτυγμένα. Αυτά τα μέσα δεν πρέπει να επινοηθούν σε κάποιο κεφάλι, αλλά να ανακαλυφθούν με το κεφάλι στραμμένο στα υλικά δεδομένα της παραγωγής που βρίσκονται μπροστά μας.

Με βάση αυτά, πώς έχουν τα πράγματα σ' ό,τι αφορά το σύγχρονο σοσιαλισμό; Εχει γίνει κατά κάποιο τρόπο γενικά αποδεκτό ότι το υπαρκτό κοινωνικό σύστημα έχει δημιουργηθεί από την τάξη που κυριαρχεί τώρα, την αστική τάξη.

Ο τρόπος παραγωγής της αστικής τάξης, που, από την εποχή του Μαρξ μέχρι σήμερα, έχει ονομαστεί καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, δε συμβιβαζόταν με τα τοπικά και ταξικά προνόμια, ούτε με τους αμοιβαίους προσωπικούς δεσμούς της φεουδαρχικής οργάνωσης. Η αστική τάξη τσάκισε το φεουδαρχικό καθεστώς και εγκαθίδρυσε στα ερείπιά του το αστικό κοινωνικό σύστημα, το βασίλειο του ελεύθερου ανταγωνισμού, της ελεύθερης διακίνησης, της ισοτιμίας των κατόχων εμπορευμάτων και όπως αλλιώς λέγονται οι αστικές απολαύσεις.

Τώρα, μπορούσε πια να αναπτυχθεί ελεύθερα ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Οι παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες διαμορφώθηκαν κάτω από την καθοδήγηση της αστικής τάξης, αναπτύχθηκαν με ως τώρα ανήκουστη ταχύτητα και σε ως τώρα ανήκουστο βαθμό από τότε που ο ατμός και τα νέα μηχανικά εργαλεία μετέτρεψαν την παλαιά μανιφακτούρα σε μεγάλη βιομηχανία. Ομως, όπως στην εποχή τους κάποτε η μανιφακτούρα και η χειροτεχνία που είχε αναπτυχθεί παραπέρα κάτω από την επίδρασή της, είχαν έρθει σε σύγκρουση με τα φεουδαρχικά δεσμά των συντεχνιών, έτσι n μεγάλη βιομηχανία, στην πληρέστερη διαμόρφωσή της, έρχεται σε σύγκρουση με τους στενούς φραγμούς, μέσα στους οποίους την κρατάει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Οι νέες παραγωγικές δυνάμεις ήδη έχουν ξεπεράσει την αστική μορφή της εκμετάλλευσής τους. Η σύγκρουση αυτή ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τον τρόπο παραγωγής δε βγήκε από ανθρώπινα κεφάλια, όπως γινόταν με το προπατορικό αμάρτημα και τη θεία δικαιοσύνη, αλλά υπάρχει πραγματικά, στα γεγονότα, αντικειμενικά, έξω από μας, ανεξάρτητα από τη θέληση και την πορεία ακόμα και εκείνων των ανθρώπων που την προκάλεσαν.

Ο σύγχρονος σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο από την αντανάκλαση στη σκέψη αυτής της σύγκρουσης που γίνεται στην πραγματικότητα, το ιδεατό αντικατόπτρισμά της στο κεφάλι πρώτα της τάξης η οποία υποφέρει απ' αυτή, της εργατικής τάξης. Σε τι συνίσταται, λοιπόν, η σύγκρουση αυτή;

Πριν από την καπιταλιστική παραγωγή, δηλαδή στο Μεσαίωνα, γενικά υπήρχε η μικρή επιχείρηση στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας των εργατών στα μέσα παραγωγής τους: Η γεωργία των μικρών, ελεύθερων ή δουλοπάροικων αγροτών και η χειροτεχνία των πόλεων.

Τα μέσα εργασίας - η γη, τα γεωργικά εργαλεία, το εργαστήρι, τα χειρωνακτικά εργαλεία - ήταν τα μέσα εργασίας του ατόμου, κατάλληλα μόνο για ατομική χρήση, επομένως, αναγκαστικά, ήταν μικρά, μικροσκοπικά, περιορισμένα. Αλλά και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ανήκαν στον ίδιο παραγωγό. Ηταν ακριβώς ο ιστορικός ρόλος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του φορέα του, της αστικής τάξης, να συγκεντρώσει αυτά τα κατακερματισμένα, στενά μέσα παραγωγής, να τα διευρύνει και να τα μετατρέψει στον ισχυρότατο μοχλό της σημερινής παραγωγής. Ο Μαρξ περιέγραψε εκτενέστατα, στο τέταρτο μέρος του Κεφαλαίου, πώς η αστική τάξη διέπραξε αυτό το έργο από το 15ο αιώνα στα τρία επίπεδα της απλής συνεργασίας, της μανιφακτούρας και της μεγάλης βιομηχανίας. Η αστική τάξη, όμως, όπως, επίσης, αποδείχνει ο Μαρξ εκεί, δεν μπορούσε να μετατρέψει εκείνα τα περιορισμένα μέσα παραγωγής σε ισχυρότατες παραγωγικές δυνάμεις χωρίς να τα μετατρέψει από μέσα παραγωγής του ατόμου σε κοινωνικά μέσα παραγωγής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο από ένα σύνολο ανθρώπων. Στη θέση της ρόκας, του αργαλειού, του σφυριού του σιδηρουργού μπήκαν η κλωστική μηχανή, ο μηχανικός αργαλειός, το ατμοκίνητο σφυρί. Στη θέση του ατομικού εργαστηρίου, μπήκε το εργοστάσιο, που επέβαλε τη συνεργασία εκατοντάδων και χιλιάδων ατόμων. Οπως και τα μέσα παραγωγής, έτσι και η ίδια η παραγωγή μεταβλήθηκαν, από μια σειρά ατομικών πράξεων, σε μια σειρά κοινωνικών πράξεων και τα προϊόντα, από ατομικά προϊόντα, σε κοινωνικά. Η κλωστή, το ύφασμα, τα μεταλλικά είδη, που έβγαιναν πια από εργοστάσιο, ήταν τα προϊόντα πολλών εργατών, από τα χέρια των οποίων έπρεπε να περάσουν με τη σειρά, προτού γίνουν έτοιμα. Κανένα άτομο δεν μπορεί πια να πει γι' αυτά τα προϊόντα: Αυτό το έφτιαξα εγώ, αυτό είναι το δικό μου προϊόν.

Οπου, όμως, ο φυσικός καταμερισμός εργασίας μέσα στην κοινωνία αποτελεί τη βασική μορφή της παραγωγής, επιβάλλει στα προϊόντα τη μορφή των εμπορευμάτων, της οποίας η αμοιβαία ανταλλαγή, αγορά και πώληση δίνουν στους ατομικούς παραγωγούς τη δυνατότητα να ικανοποιούν τις πολυποίκιλες ανάγκες τους. Αυτό συνέβαινε το Μεσαίωνα. Για παράδειγμα, ο αγρότης πουλούσε αγροτικά προϊόντα στους χειροτέχνες και αγόραζε απ' αυτόν προϊόντα χειροτεχνίας. Στην κοινωνία αυτή τώρα των ατομικών παραγωγών, των παραγωγών εμπορευμάτων, παρεμβλήθηκε ο νέος τρόπος παραγωγής. Μέσα στο φυσικό ασχεδίαστο καταμερισμό εργασίας, όπως επικρατούσε σ' όλη την κοινωνία, έβαλε το σχεδιασμένο καταμερισμό εργασίας, όπως οργανωνόταν αυτός σε κάθε εργοστάσιο. Δίπλα στην ατομική παραγωγή εμφανίστηκε η κοινωνική παραγωγή. Τα προϊόντα και των δύο πουλιόντουσαν στην ίδια αγορά, συνεπώς, σε τιμές που, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, ήταν ίσες. Ωστόσο, η σχεδιασμένη οργάνωση ήταν ισχυρότερη από το φυσικό καταμερισμό εργασίας: Τα εργοστάσια, με την κοινωνική τους εργασία, κατασκεύαζαν τα προϊόντα τους πιο φθηνά από τους ατομικούς μικροπαραγωγούς. Η ατομική παραγωγή υπέκυψε στον ένα μετά τον άλλο τομέα, η κοινωνική παραγωγή επαναστατικοποίησε όλο τον παλαιό τρόπο παραγωγής. Ο επαναστατικός του χαρακτήρας, όμως, αναγνωρίστηκε τόσο λίγο, που καθιερώθηκε, αντιθέτως, σαν μέσο για την αύξηση και την προώθηση της παραγωγής εμπορευμάτων. Δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας άμεσα ορισμένους μοχλούς παραγωγής και ανταλλαγής εμπορευμάτων που ήδη υπήρχαν: το εμπορικό κεφάλαιο, τη χειροτεχνία, τη μισθωτή εργασία. Με το να εμφανιστεί ο ίδιος σαν νέα μορφή παραγωγής εμπορευμάτων, εξακολούθησαν να ισχύουν πλήρως και γι' αυτόν οι μορφές ιδιοποίησης της παραγωγής εμπορευμάτων.

Στην εμπορευματική παραγωγή, όπως είχε αναπτυχθεί στο Μεσαίωνα, δεν μπορούσε καν να γεννηθεί το ερώτημα, σε ποιον άραγε ανήκει το προϊόν της εργασίας. Ο ατομικός παραγωγός το είχε κατασκευάσει, συνήθως από πρώτες ύλες που του ανήκαν και που συχνά τις παρήγε ο ίδιος με τα δικά του μέσα εργασίας και με τη δική του χειρωνακτική εργασία ή την εργασία της οικογένειάς του. Δε χρειαζόταν καν να το ιδιοποιηθεί πρώτα, γιατί του ανήκε τελείως από τη φύση των πραγμάτων. Επομένως, η ιδιοκτησία των προϊόντων στηριζόταν στη δική του εργασία. Ακόμα κι όταν χρησιμοποιούσε ξένη βοήθεια, αυτή, συνήθως, παρέμενε δευτερεύουσα. Ο μαθητευόμενος και ο κάλφας έπαιρναν συχνά πέρα από το μισθό και κάποια άλλη αποζημίωση και δούλευαν λιγότερο για στέγαση, διατροφή και μισθό παρά για να εκπαιδευτούν να γίνουν μαστόροι. Και να που ήρθε η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής σε μεγάλα εργαστήρια και μανιφακτούρες, καθώς και η μετατροπή τους σε πραγματικά κοινωνικά μέσα παραγωγής. Ομως, μεταχειρίζονταν τα κοινωνικά μέσα παραγωγής και τα προϊόντα σαν να ήταν, όπως και πριν, τα μέσα παραγωγής και τα προϊόντα ατόμων. Μέχρι τώρα, ο ιδιοκτήτης των μέσων εργασίας ιδιοποιούνταν το προϊόν επειδή, συνήθως, ήταν δικό του το προϊόν και η ξένη βοήθεια εξαίρεση. Τώρα, όμως, ο ιδιοκτήτης των μέσων εργασίας εξακολούθησε να ιδιοποιείται το προϊόν, παρόλο που δεν ήταν πια δικό του το προϊόν, αλλά αποκλειστικά προϊόν ξένης εργασίας. Ετσι, τα προϊόντα, που πλέον παράγονταν κοινωνικά, δεν τα ιδιοποιούνταν εκείνοι που πραγματικά είχαν βάλει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής και που πραγματικά είχαν παραγάγει τα προϊόντα, αλλά τα ιδιοποιούνταν ο καπιταλιστής. Τα μέσα παραγωγής και η παραγωγή έχουν γίνει, ουσιαστικά, κοινωνικά. Υποτάχθηκαν, όμως, σε μια μορφή ιδιοποίησης, η οποία έχει σαν προϋπόθεση την ατομική παραγωγή των μεμονωμένων ατόμων, όπου δηλαδή ο καθένας είναι ιδιοκτήτης του δικού του προϊόντος, το οποίο φέρνει και στην αγορά. Ο τρόπος παραγωγής υποτάσσεται σ' αυτή τη μορφή ιδιοποίησης, παρόλο που αναιρεί την προϋπόθεση του. Δε χρειάζεται να εξηγήσουμε εδώ ότι, παρόλο που η μορφή ιδιοποίησης παραμένει η ίδια, ο χαρακτήρας της ιδιοποίησης μέσα από τη διαδικασία που περιγράψαμε παραπάνω, επαναστατικοποιείται όσο και η ίδια η παραγωγή. Φυσικά, πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικά είδη ιδιοποίησης, αν ιδιοποιούμαι το δικό μου προϊόν ή το προϊόν άλλων. Και παρεμπιπτόντως: Η μισθωτή εργασία, στην οποία υπάρχει σε εμβρυακή μορφή ήδη όλος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, είναι παμπάλαια. Υπήρχε εκατοντάδες χρόνια δίπλα στη δουλεία σαν μεμονωμένο και σκορπισμένο φαινόμενο. Το έμβρυο μπόρεσε, όμως, να αναπτυχθεί σε καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, μόνο όταν είχαν δημιουργηθεί πλέον οι ιστορικές προϋποθέσεις.

Μέσα στην αντίφαση αυτή, η οποία προσδίδει στο νέο τρόπο παραγωγής τον καπιταλιστικό του χαρακτήρα, βρίσκεται σε εμβρυακή μορφή όλη η σύγκρουση του σήμερα. Οσο περισσότερο ο νέος τρόπος παραγωγής έγινε ο κυρίαρχος σ' όλους τους αποφασιστικούς τομείς, καθώς και σ' όλες τις οικονομικά αποφασιστικές χώρες, και παραγκώνισε, μ' αυτό τον τρόπο, την ατομικά μεμονωμένη παραγωγή ώσπου να μείνουν μονάχα τα ασήμαντα κατάλοιπά της, με τόσο περισσότερη οξύτητα έπρεπε να έρχεται στην επιφάνεια το ασυμβίβαστο της κοινωνικής παραγωγής και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης.

Οπως είπαμε, οι πρώτοι καπιταλιστές βρήκαν ήδη έτοιμη τη μορφή της μισθωτής εργασίας. Ηταν, όμως, μισθωτή εργασία σαν εξαίρεση, σαν δευτερεύουσα ασχολία, σαν βοηθητική, σαν μεταβατική κατάσταση. Ο εργάτης της γης, που, κατά καιρούς, πήγαινε να δουλέψει σαν μεροκαματιάρης, είχε μερικά στρέμματα δικά του, που του επέτρεπαν, στην ανάγκη να ζήσει. Οι κανόνες των συντεχνιών φρόντιζαν ο κάλφας τού σήμερα να γίνει μάστορας του αύριο. Μόλις, όμως, μετατράπηκαν τα μέσα παραγωγής σε κοινωνικά μέσα και συγκεντρώθηκαν στα χέρια καπιταλιστών, αυτό άλλαξε.

Τα μέσα παραγωγής, όπως και το ίδιο το προϊόν του μικρού μεμονωμένου παραγωγού, όλο και περισσότερο έχαναν την αξία τους και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς παρά να πηγαίνει στον καπιταλιστή σαν μισθωτός. Η μισθωτή εργασία, που ήταν πρωτύτερα εξαίρεση και επικουρική λύση, έγινε κανόνας και βασική μορφή όλης της παραγωγής. Πρωτύτερα, ήταν δευτερεύουσα ασχολία του εργάτη και, τώρα, έγινε η αποκλειστική του δραστηριότητα. Ο κατά καιρούς μισθωτός εργάτης μετατράπηκε σε μισθωτό εφ' όρου ζωής. Επιπλέον, ο αριθμός των ισόβιων μισθωτών εργατών αυξήθηκε σε τεράστιο βαθμό εξαιτίας της ταυτόχρονης κατάρρευσης του φεουδαρχικού καθεστώτος: Διαλύθηκαν οι ακολουθίες των φεουδαρχών αφεντάδων, διώχτηκαν αγρότες από τα κτήματά τους κλπ. Ολοκληρώθηκε ο διαχωρισμός ανάμεσα στα μέσα παραγωγής, που συγκεντρώθηκαν στα χέρια των καπιταλιστών, από τη μία, και στους παραγωγούς, που περιορίστηκαν στο να είναι κάτοχοι μονάχα της εργατικής τους δύναμης, από την άλλη. Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση εμφανίζεται σαν αντίθεση του προλεταριάτου και της αστικής τάξης.

Είδαμε ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής υπεισήλθε σε μια κοινωνία παραγωγών εμπορευμάτων, μεμονωμένων παραγωγών, η κοινωνική συνοχή των οποίων πραγματοποιούνταν μέσω της ανταλλαγής των προϊόντων τους. Ομως, η κάθε κοινωνία, που στηρίζεται στην παραγωγή εμπορευμάτων έχει σαν χαρακτηριστικό της ότι, μέσα σ' αυτή, οι παραγωγοί έχουν χάσει την κυριαρχία πάνω στις δικές τους κοινωνικές σχέσεις. Ο καθένας παράγει για τον εαυτό του με τα μέσα παραγωγής που τυχαίνει να έχει και για την ατομική του ανάγκη ανταλλαγής. Κανείς δεν ξέρει πόσα από τα προϊόντα του έρχονται στην αγορά, πόσα απ' αυτά χρησιμοποιούνται, κανείς δεν ξέρει αν το μεμονωμένο προϊόν ανταποκρίνεται σε μια πραγματική ανάγκη, αν θα καλύψει το κόστος του ή αν καν θα πουληθεί. Στην κοινωνική παραγωγή κυριαρχεί αναρχία. Η εμπορευματική παραγωγή, όμως, όπως και κάθε άλλη μορφή παραγωγής, έχει τους ιδιαίτερους, εγγενείς, αξεχώριστους από αυτήν νόμους. Κι αυτοί οι νόμοι επιβάλλονται παρά την αναρχία, μέσα στην αναρχία και μέσω της αναρχίας. Βγαίνουν στην επιφάνεια στη μοναδική μορφή της κοινωνικής συνοχής, που εξακολουθεί να υπάρχει, την ανταλλαγή, και επιβάλλονται σαν καταναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού στους μεμονωμένους παραγωγούς. Συνεπώς, αρχικά οι ίδιοι αυτοί οι παραγωγοί δε γνωρίζουν τους νόμους και πρέπει να τους ανακαλύψουν, σιγά σιγά, μετά από πολύχρονη πείρα. Επομένως, επιβάλλονται χωρίς τους παραγωγούς και ενάντια στους παραγωγούς, σαν τυφλοί φυσικοί νόμοι της μορφής της παραγωγής. Το προϊόν εξουσιάζει τους παραγωγούς.

Στην κοινωνία του Μεσαίωνα, ιδιαίτερα τους πρώτους αιώνες, η παραγωγή ήταν ουσιαστικά προσανατολισμένη στην κατανάλωση των ίδιων των παραγωγών. Ικανοποιούσε κυρίως τις ανάγκες του παραγωγού και της οικογένειάς του. Οπου υπήρχαν σχέσεις προσωπικής εξάρτησης, όπως στην ύπαιθρο, συνέβαλε και στην ικανοποίηση των αναγκών των φεουδαρχών αφεντάδων. Δε γινόταν ανταλλαγή και, γι' αυτό, τα προϊόντα δεν αποκτούσαν χαρακτήρα εμπορεύματος. Η οικογένεια του αγρότη παρήγε σχεδόν όλα όσα χρειαζόταν, εργαλεία, ρούχα και τρόφιμα. Μόνο όταν έφτασε στο σημείο να παράγει περισσότερα από τις δικές της ανάγκες και από αυτά που ήταν υποχρεωμένη να δίνει σε είδος στον αφέντη φεουδάρχη, μόνο τότε άρχισε να παράγει και εμπορεύματα. Αυτό το περίσσευμα, από τη στιγμή που ρίχνεται στην κοινωνική ανταλλαγή και προσφέρεται για πώληση, γίνεται εμπόρευμα. Βέβαια, οι χειροτέχνες των πόλεων έπρεπε ευθύς εξαρχής να παράγουν για την ανταλλαγή. Ωστόσο, και εκείνοι παρήγαν οι ίδιοι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών τους. Είχαν κήπους και μικρά χωράφια. Εστελναν τα ζώα τους στο κοινοτικό δάσος, το οποίο τους έδινε, επιπλέον, επεξεργάσιμη ξυλεία και καυσόξυλα. Οι γυναίκες έκλωθαν λινάρι, μαλλί κλπ. Η παραγωγή με σκοπό την ανταλλαγή, η εμπορευματική παραγωγή, μόλις άρχισε να γεννιέται. Γι' αυτό το λόγο, ήταν περιορισμένη η ανταλλαγή, περιορισμένη η αγορά, σταθερός ο τρόπος παραγωγής, τοπικός αποκλεισμός προς τα έξω, τοπικές ενώσεις προς τα μέσα: Η συνοριακή χώρα (Mark)1 επικρατούσε στην ύπαιθρο, η συντεχνία στην πόλη.

Ομως, με την επέκταση της παραγωγής εμπορευμάτων και ιδίως με την εμφάνιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, άρχισαν επίσης να επιδρούν πιο ανοιχτά και πιο ισχυρά οι νόμοι της εμπορευματικής παραγωγής, που, μέχρι τότε, βρίσκονταν σε αδράνεια. Οι παλαιοί δεσμοί έγιναν πιο χαλαροί, οι παλαιοί φραγμοί του αποκλεισμού έσπασαν και οι παραγωγοί μετατράπηκαν όλο και περισσότερο σε ανεξάρτητους, μεμονωμένους παραγωγούς εμπορευμάτων.

Η αναρχία της κοινωνικής παραγωγής βγήκε στην επιφάνεια και πήρε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Ομως, το κύριο εργαλείο, με το οποίο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αύξησε αυτή την αναρχία της κοινωνικής παραγωγής, ήταν ακριβώς το αντίθετο της αναρχίας: Η όλο και μεγαλύτερη οργάνωση της παραγωγής σαν κοινωνικής παραγωγής σε κάθε μονάδα παραγωγής ξεχωριστά. Με το μοχλό αυτό έθεσε τέρμα στην παλαιά ειρηνική σταθερότητα.

Οπου εισαγόταν σε κάποιον κλάδο της βιομηχανίας, δεν άντεχε δίπλα του καμιά παλαιότερη μέθοδος λειτουργίας. Οπου εφαρμόστηκε στον τομέα της χειροτεχνίας, κατέστρεψε την παλαιά χειροτεχνία. Ο χώρος της δουλειάς έγινε πεδίο μάχης. Οι μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις, καθώς και η αποικιοκρατία, που τις ακολούθησε, πολλαπλασίασαν τους χώρους διάθεσης των προϊόντων και επιτάχυναν τη μετατροπή της χειροτεχνίας σε μανιφακτούρα. Οχι μόνο ξέσπασε ο αγώνας ανάμεσα στους μεμονωμένους τοπικούς παραγωγούς. Οι τοπικές διαμάχες με τη σειρά τους μεγάλωναν και έγιναν εθνικές: Οι εμπορικοί πόλεμοι του 17ου και 18ου αιώνα.2 Τέλος, η μεγάλη βιομηχανία και η δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς κατέστησαν την πάλη αυτή παγκόσμια και, ταυτόχρονα, της έδωσαν μια ανήκουστη σφοδρότητα. Ανάμεσα στους επιμέρους καπιταλιστές, όπως και ανάμεσα σε ολόκληρες βιομηχανίες και χώρες, καθοριστικός παράγοντας που αποφασίζει για την ύπαρξη είναι πια η εύνοια των φυσικών ή των δημιουργημένων όρων παραγωγής. Οποιος υποκύπτει, παραμερίζεται ανελέητα. Είναι η δαρβινική πάλη για την επιβίωση του καθενός, που μεταφέρθηκε, με αυξημένη βιαιότητα, από τη φύση στην κοινωνία. Η φυσική θέση του ζώου εμφανίζεται σαν σημείο κορυφής στην ανθρώπινη εξέλιξη.

Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση αναπαράγεται σαν αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση της παραγωγής στο ξεχωριστό εργοστάσιο και την αναρχία της παραγωγής σ' όλη την κοινωνία.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής κινείται μέσα σ' αυτές τις δύο μορφές εμφάνισης της αντίφασης, η οποία είναι εγγενής λόγω της προέλευσής της, και κάνει αδιέξοδο εκείνο το «φαύλο κύκλο», τον οποίο ήδη ο Φουριέ (Fourier) είχε ανακαλύψει. Κάτι που δεν μπορούσε, πάντως, ο Φουριέ (Fourier)3 να διαβλέψει στην εποχή του είναι ότι ο κύκλος αυτός γίνεται βαθμιαία όλο και πιο στενός, ότι η κίνηση αυτή είναι πολύ περισσότερο σπειροειδής και πρέπει να φτάσει στο τέλος μέσα από τη σύγκρουση με το κέντρο, όπως και η κίνηση των πλανητών.

Η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αναρχίας της παραγωγής μετατρέπει τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων ολοένα και περισσότερο σε προλετάριους και οι μάζες αυτές των προλετάριων, με τη σειρά τους, θα θέσουν, τελικά, τέρμα στην αναρχία της παραγωγής. Η κινητήρια δύναμη της αναρχίας της κοινωνικής παραγωγής μετατρέπει την απέραντη ικανότητα τελειοποίησης των μηχανών της μεγάλης βιομηχανίας σε μια εξαναγκαστική εντολή για τον κάθε μεμονωμένο βιομηχανικό καπιταλιστή να τελειοποιήσει όλο και περισσότερο τις μηχανές του, αλλιώς θα καταστραφεί. Ομως, τελειοποίηση των μηχανών σημαίνει να κάνεις την ανθρώπινη εργασία περιττή. Αν η εφαρμογή και αύξηση των μηχανών σημαίνει παραγκωνισμό εκατομμυρίων εργατών, που δουλεύουν με το χέρι, από λίγους εργάτες, που δουλεύουν με τη μηχανή, τότε η βελτίωση των μηχανών σημαίνει παραγκωνισμό όλο και περισσότερων των ίδιων των εργατών της μηχανής και, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει δημιουργία ενός αριθμού διαθέσιμων μισθωτών εργατών που ξεπερνάει την κατά μέσον όρο ανάγκη απασχόλησης του κεφαλαίου, δηλαδή μιας ολόκληρης βιομηχανικής εφεδρικής στρατιάς, όπως την αποκάλεσα ήδη το 1845 (στο έργο του «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», σελ. 109), διαθέσιμης για τις περιόδους, στις οποίες η βιομηχανία δουλεύει κάτω από υψηλή πίεση και που πετιέται στο δρόμο με το κραχ, που αναγκαστικά ακολουθεί. Είναι πάντα ένα μολυβένιο βάρος στα πόδια της εργατικής τάξης στην πάλη για την ύπαρξή της με το κεφάλαιο, ένας ρυθμιστής για τη διατήρηση του μισθού εργασίας στο χαμηλό επίπεδο, που ταιριάζει με τις καπιταλιστικές ανάγκες.

«Ετσι, οι μηχανές - όπως το λέει και ο Μαρξ - γίνονται το πιο ισχυρό πολεμικό μέσο του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη, το μέσο εργασίας παίρνει συνεχώς με τη βία το μέσο επιβίωσης από το χέρι του εργάτη και το ίδιο το προϊόν του εργάτη μετατρέπεται σε εργαλείο υποδούλωσης του εργάτη. Ετσι εξηγείται ότι η εξοικονόμηση των μέσων εργασίας γίνεται, εκ των προτέρων, ταυτόχρονα και η πιο αδυσώπητη σπατάλη της εργατικής δύναμης και ληστεία σε βάρος των κανονικών όρων εργασίας. Ετσι, οι μηχανές, το πιο ισχυρό μέσο για τη μείωση του χρόνου εργασίας, μετατρέπονται στο πιο σίγουρο μέσο για να μεταβληθεί όλος ο χρόνος ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε διαθέσιμο χρόνο εργασίας για την αξιοποίηση του κεφαλαίου. Ετσι, η υπερεργασία των μεν γίνεται προϋπόθεση για την ανεργία των δε και η μεγάλη βιομηχανία, που κυνηγάει σ' όλη την υδρόγειο νέους καταναλωτές, περιορίζει στην πατρίδα της την κατανάλωση των μαζών σ' ένα ελάχιστο όριο πείνας και, μ' αυτό τον τρόπο, υπονομεύει τη δική της εσωτερική αγορά. Ο νόμος, ο οποίος κρατάει το σχετικό υπερπληθυσμό ή τη βιομηχανική εφεδρική στρατιά συνεχώς σε ισορροπία με τον όγκο και την ενέργεια της συσσώρευσης του κεφαλαίου, σφυρηλατεί τον εργάτη πιο γερά στο κεφάλαιο απ' ό,τι τον Προμηθέα τα καρφιά του Ηφαίστου στο βράχο. Είναι η προϋπόθεση για τη συσσώρευση της εξαθλίωσης, που αντιστοιχεί στη συσσώρευση του κεφαλαίου. Επομένως, η συσσώρευση του πλούτου στον ένα πόλο σημαίνει ταυτόχρονα συσσώρευση εξαθλίωσης, εργατικά βάσανα, σκλαβιά, άγνοια, αποκτήνωση και ηθική υποβάθμιση στον αντίθετο πόλο, δηλαδή στην πλευρά της τάξης που παράγει το δικό της προϊόν ως κεφάλαιο». (Μαρξ, «Κεφάλαιο», σελ. 671.)

Το να περιμένει κανείς από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής μια άλλη κατανομή των προϊόντων, θα ήταν σαν να απαιτούσε από τα ηλεκτρόδια μιας ηλεκτρικής στήλης να μην αποσυνθέτουν το νερό, όσο θα ήταν συνδεδεμένα με την ηλεκτρική στήλη, και να μην αναπτύσσουν οξυγόνο στο θετικό πόλο και υδρογόνο στον αρνητικό πόλο.

Είδαμε ότι η ικανότητα βελτίωσης των σύγχρονων μηχανών, όταν έχει φτάσει στο έπακρο, μετατρέπεται, μέσω της αναρχίας της παραγωγής στην κοινωνία, σε εξαναγκαστική εντολή για το μεμονωμένο βιομηχανικό καπιταλιστή να βελτιώνει συνεχώς τις μηχανές του, να αυξάνει συνεχώς την ικανότητα παραγωγής τους. Επίσης η απλή ντε φάκτο δυνατότητα να επεκτείνει τον τομέα της παραγωγής του μετατρέπεται γι' αυτόν σε μια εξίσου εξαναγκαστική εντολή. Η τεράστια επεκτατική δύναμη της μεγάλης βιομηχανίας, σε σύγκριση με την οποία η επεκτατική δύναμη των αερίων είναι ένα παιχνίδι, εμφανίζεται τώρα μπροστά στα μάτια μας σαν μια ποιοτική και ποσοτική επεκτατική ανάγκη που κοροϊδεύει κάθε αντίθετη πίεση. Την αντίθετη πίεση τη δημιουργεί η κατανάλωση, η πώληση, οι αγορές για τα προϊόντα της μεγάλης βιομηχανίας. Ομως, η επεκτατική ικανότητα των αγορών, τόσο εκτατική όσο και εντατική, διακατέχεται πρώτα από εντελώς διαφορετικούς νόμους, που επενεργούν πολύ λιγότερο δραστικά. Η επέκταση των αγορών δεν μπορεί να συμβαδίζει με την επέκταση της παραγωγής. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, και επειδή δεν μπορεί να παραγάγει καμιά λύση, όσο δεν ανατινάζει τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, γίνεται περιοδική. Η καπιταλιστική παραγωγή παράγει ένα νέο «φαύλο κύκλο».

Και πράγματι, από το 1825, όταν ξέσπασε η πρώτη γενική κρίση, όλος ο βιομηχανικός και εμπορικός κόσμος, η παραγωγή και η ανταλλαγή όλων των πολιτισμένων λαών, καθώς και των λιγότερο ή περισσότερο βαρβαρικών τους εξαρτημάτων, εξαρθρώνονται περίπου κάθε δέκα χρόνια. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων σταματάει, οι αγορές έχουν παραγεμίσει, τα προϊόντα βρίσκονται εκεί, τόσο μαζικά όσο και απούλητα, το μετρητό χρήμα γίνεται αόρατο, οι πιστώσεις εξαφανίζονται, τα εργοστάσια κλείνουν, οι εργαζόμενες μάζες στερούνται μέσων για την ύπαρξή τους, επειδή παρήγαγαν υπερβολικά απ' αυτά πολλά, η μια χρεοκοπία ακολουθεί την άλλη, και ο ένας πλειστηριασμός τον άλλο. Η στασιμότητα αυτή διαρκεί χρόνια, παραγωγικές δυνάμεις όσο και προϊόντα σπαταλούνται και καταστρέφονται μαζικά, μέχρι να διατεθούν, επιτέλους, οι συσσωρευμένες μάζες των εμπορευμάτων και, μάλιστα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη υποτίμηση, μέχρι να ξαναβρούν, σιγά-σιγά, το ρυθμό τους η παραγωγή και η ανταλλαγή. Επειτα, ο ρυθμός, σιγά-σιγά, επιταχύνεται, γίνεται τριποδισμός, ο βιομηχανικός τριποδισμός γίνεται καλπασμός και αυτός, με τη σειρά του, αυξάνεται και εξελίσσεται πάλι στην αχαλίνωτη πορεία ενός ολοκληρωμένου βιομηχανικού, εμπορικού, πιστωτικού και κερδοσκοπικού αγώνα δρόμου μετ' εμποδίων για να φτάσει στο τέλος πάλι, μετά από τα πιο ριψοκίνδυνα σάλτα, στον τάφο του κραχ. Και, έτσι, το ίδιο επαναλαμβάνεται κάθε φορά από την αρχή. Το ζήσαμε ήδη πέντε φορές από το 1825 και το ξαναζούμε αυτή τη στιγμή (1877) για έκτη φορά. Ο χαρακτήρας αυτών των κρίσεων διαγράφεται με τέτοια ευκρίνεια, ώστε ο Φουριέ (Fourier) τις πέτυχε όλες όταν χαρακτήρισε την πρώτη: Πληθωρική κρίση, κρίση λόγω αφθονίας.4 Στις κρίσεις, ξεσπάει με βίαιο τρόπο η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την καπιταλιστική ιδιοποίηση. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων σταματάει για την ώρα. Το μέσο κυκλοφορίας, το χρήμα, γίνεται εμπόδιο για την κυκλοφορία. Ολοι οι νόμοι της παραγωγής και της κυκλοφορίας εμπορευμάτων αναποδογυρίζονται. Η οικονομική σύγκρουση έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της: Ο τρόπος παραγωγής επαναστατεί ενάντια στον τρόπο ανταλλαγής, οι παραγωγικές δυνάμεις επαναστατούν ενάντια στον τρόπο παραγωγής, τον οποίο ξεπέρασαν.

Το γεγονός ότι η κοινωνική οργάνωση της παραγωγής μέσα στο εργοστάσιο έχει αναπτυχθεί στο σημείο που έχει γίνει ασυμβίβαστη με την αναρχία της παραγωγής στην κοινωνία, που υπάρχει δίπλα της και υπεράνω της, το γεγονός αυτό γίνεται χειροπιαστό για τους ίδιους τους καπιταλιστές μέσω της βίαιης συγκέντρωσης κεφαλαίων, η οποία συντελείται στη διάρκεια των κρίσεων μέσω της καταστροφής πολλών μεγάλων και ακόμα περισσότερων μικρών καπιταλιστών. Ολος ο μηχανισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σταματάει να λειτουργεί κάτω από την πίεση των παραγωγικών δυνάμεων, που ο ίδιος έχει παραγάγει. Δεν μπορεί πια να μετατρέψει σε κεφάλαιο όλη αυτή τη μάζα των μέσων παραγωγής. Αυτά μένουν ανεκμετάλλευτα και, ακριβώς γι' αυτό το λόγο, πρέπει να μείνει ανεκμετάλλευτη η βιομηχανική εφεδρική στρατιά.

Μέσα παραγωγής, μέσα συντήρησης, διαθέσιμοι εργάτες, όλα τα στοιχεία της παραγωγής και του γενικού πλούτου υπάρχουν σε άφθονες ποσότητες. Αλλά «η πληθώρα γίνεται πηγή αθλιότητας και στέρησης» (Φουριέ), διότι είναι ακριβώς η πληθώρα, που εμποδίζει τη μετατροπή των μέσων παραγωγής και συντήρησης σε κεφάλαιο, διότι, στην καπιταλιστική κοινωνία, τα μέσα παραγωγής δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν, αν δεν έχουν μεταβληθεί πριν σε κεφάλαιο, σε μέσα για την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Ανάμεσα στα μέσα παραγωγής και συντήρησης και τους εργάτες, ορθώνεται σαν φάντασμα η αναγκαιότητα να πάρουν τα μέσα αυτά την ιδιότητα του κεφαλαίου. Η αναγκαιότητα αυτή και μόνο εμποδίζει τη σύμπραξη των εμπράγματων και προσωπικών μοχλών της παραγωγής. Μόνο αυτή απαγορεύει στα μέσα παραγωγής να λειτουργούν και στους εργάτες να δουλεύουν και να ζουν. Επομένως, από τη μια πλευρά, ενημερώνεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής για την ανικανότητά του να διαχειριστεί παραπέρα αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιες αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις πιέζουν όλο και πιο έντονα για την άρση της αντίφασης, για την απελευθέρωσή τους από την ιδιότητά τους σαν κεφάλαιο, για την πραγματική αναγνώριση του χαρακτήρα τους σαν κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων.

Αυτή η αντίθετη πίεση των παραγωγικών δυνάμεων, που αυξάνονται σε τεράστιες διαστάσεις ενάντια στην ιδιότητά τους σαν κεφάλαιο, αυτός ο αυξανόμενος εξαναγκασμός να αναγνωριστεί ο κοινωνικός τους χαρακτήρας, αναγκάζουν όλο και περισσότερο την ίδια την τάξη των καπιταλιστών να τις μεταχειρίζεται σαν κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατό να γίνει μέσα στα πλαίσια της σχέσης του κεφαλαίου. Τόσο οι περίοδοι υψηλής βιομηχανικής πίεσης, με τη χωρίς φραγμούς διόγκωση των πιστώσεων, όσο και το ίδιο το κραχ, μέσω της κατάρρευσης μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, ωθούν τα πράγματα προς εκείνη τη μορφή της κοινωνικοποίησης μεγαλύτερου όγκου μέσων παραγωγής, την οποία συναντούμε στα διάφορα είδη των μετοχικών εταιρειών. Μερικά απ' αυτά τα μέσα παραγωγής και συγκοινωνίας είναι εκ των προτέρων τόσο τεράστια, ώστε να αποκλείουν κάθε άλλη μορφή καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, όπως οι σιδηρόδρομοι. Σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης, δεν αρκεί ούτε πια αυτή η μορφή: Ο επίσημος αντιπρόσωπος της καπιταλιστικής κοινωνίας, το κράτος, αναγκάζεται να αναλάβει τη διεύθυνσή τους. Λέω αναγκάζεται. Διότι μόνο στην περίπτωση που τα μέσα παραγωγής και επικοινωνίας έχουν ξεπεράσει πραγματικά τα όρια, ώστε να μπορούν να διευθύνονται από μετοχικές εταιρείες - όταν, δηλαδή, η κρατικοποίησή τους έχει γίνει οικονομικά αναπόφευκτη - μόνο σ' αυτή την περίπτωση η κρατικοποίηση αυτή σημαίνει, ακόμα κι αν την πραγματοποιήσει το σημερινό κράτος, οικονομική πρόοδο, σημαίνει ότι φτάσαμε σε μια νέα βαθμίδα πριν από την κατάληψη της ιδιοκτησίας όλων των μέσων παραγωγής από την ίδια την κοινωνία. Πρόσφατα, όμως, από τότε που ο Μπίσμαρκ (Bismarck) το 'ριξε στις κρατικοποιήσεις, εμφανίστηκε κάποιος ψεύτικος σοσιαλισμός, που εκφυλίστηκε εδώ κι εκεί ακόμα σε δουλοπρέπεια, ο σοσιαλισμός που διακηρύσσει ότι η κάθε κρατικοποίηση, ακόμα και αυτή του Μπίσμαρκ (Bismarck), είναι, χωρίς περιστροφές, σοσιαλιστική. Βέβαια, αν η κρατικοποίηση του καπνού ήταν σοσιαλιστική, τότε ο Ναπολέοντας και ο Μέτερνιχ (Mettemich) θα μετρούσαν, ανάμεσα σ' άλλους, στους ιδρυτές του σοσιαλισμού. Οταν το βελγικό κράτος έχτισε, για εντελώς καθημερινούς πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, την κύρια σιδηροδρομική γραμμή του και όταν ο Μπίσμαρκ (Bismarck) κρατικοποίησε κύριες σιδηροδρομικές γραμμές της Πρωσίας χωρίς καμιά οικονομική αναγκαιότητα, αλλά απλώς για να μπορέσει να τις οργανώσει και εκμεταλλευτεί καλύτερα σε περίπτωση πολέμου, για να διαπαιδαγωγήσει τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους σε κοπάδι κυβερνητικών ψηφοφόρων και, κυρίως, για να αποκτήσει μια νέα πηγή εισοδημάτων, ανεξάρτητη από τις κοινοβουλευτικές αποφάσεις - τότε όλα αυτά δεν ήταν καθόλου σοσιαλιστικά βήματα, άμεσα ούτε έμμεσα, συνειδητά ούτε ασυνείδητα. Αλλιώς, και το βασιλικό θαλάσσιο εμπόριο5, η βασιλική μανιφακτούρα πορσελάνης και ακόμα και ο ράφτης του λόχου στο στρατό θα ήταν σοσιαλιστικοί θεσμοί.

Η αναγκαιότητα αυτή του περάσματός τους σε κρατική ιδιοκτησία εμφανίζεται πρώτα στους μεγάλους οργανισμούς επικοινωνίας: Ταχυδρομείο, τηλέγραφοι, σιδηρόδρομοι.

Αν οι κρίσεις αποκάλυψαν την ανικανότητα της αστικής τάξης για την παραπέρα διαχείριση των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, έτσι η μετατροπή των μεγάλων οργανισμών παραγωγής και συγκοινωνιών σε μετοχικές εταιρείες και κρατική ιδιοκτησία δείχνει ότι η αστική τάξη είναι περιττή γι' αυτό το σκοπό. Σ' όλες τις κοινωνικές λειτουργίες του καπιταλιστή, βρίσκονται τώρα μισθωτοί υπάλληλοι. Ο καπιταλιστής δεν έχει πια κοινωνική δραστηριότητα, εκτός από το να εισπράττει εισοδήματα, να κόβει κουπόνια και να παίζει στο χρηματιστήριο, όπου οι διάφοροι καπιταλιστές αρπάζουν ο ένας το κεφάλαιο του άλλου. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει παραγκωνίσει πρώτα εργάτες, τώρα παραγκωνίζει καπιταλιστές και τους παραπέμπει, ακριβώς όπως και τους εργάτες, στον περίσσιο πληθυσμό, αλλά, ίσως, όχι αμέσως στη βιομηχανική εφεδρική στρατιά.

Ούτε, όμως, η μετατροπή σε μετοχικές εταιρείες ούτε η μετατροπή σε κρατική ιδιοκτησία αναιρούν το γεγονός ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είναι μια ιδιότητα του κεφαλαίου. Αυτό είναι ευνόητο σ' ό,τι αφορά τις μετοχικές εταιρείες. Και το σύγχρονο κράτος είναι πάλι η οργάνωση που προσφέρει η αστική κοινωνία στον εαυτό της, για να διατηρήσει τους γενικούς εξωτερικούς όρους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ενάντια σε παραβιάσεις των εργατών, αλλά και μεμονωμένων καπιταλιστών. Το σύγχρονο κράτος, όποια κι αν είναι η μορφή του, είναι μια ουσιαστικά καπιταλιστική μηχανή, κράτος των καπιταλιστών, ο ιδεατός συνολικός καπιταλιστής. Οσο περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις περιλαμβάνει στην ιδιοκτησία του τόσο περισσότερο γίνεται πραγματικός συνολικός καπιταλιστής και τόσο περισσότερους πολίτες εκμεταλλεύεται. Οι εργάτες παραμένουν μισθωτοί εργάτες, προλετάριοι. Οι καπιταλιστικές σχέσεις δεν καταργούνται, αλλά φτάνουν στο έπακρο. Σ' αυτό το σημείο, όμως, έρχεται η μεταστροφή. Η κρατική ιδιοκτησία πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι η λύση της σύγκρουσης, κρύβει μέσα της, ωστόσο, το τυπικό μέσο, το σημείο από το οποίο ξεκινάει η λύση. Η λύση αυτή μπορεί να είναι μόνο η εξής: Η κοινωνική φύση των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων να αναγνωριστεί έμπρακτα, δηλαδή ο τρόπος παραγωγής, ιδιοποίησης και ανταλλαγής να εναρμονιστεί με τον κοινωνικό χαρακτήρα των μέσων παραγωγής. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν η κοινωνία ανοιχτά και χωρίς περιστροφές πάρει στην κατοχή της τις παραγωγικές δυνάμεις, που δεν υπακούουν πια σε καμιά άλλη καθοδήγηση εκτός από τη δική της. Μ' αυτό τον τρόπο, ο κοινωνικός χαρακτήρας των μέσων παραγωγής και των προϊόντων, που στρέφεται σήμερα ενάντια στους ίδιους τους παραγωγούς, που περιοδικά ανατρέπει τον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής και επιβάλλεται μόνο βίαια και καταστροφικά σαν ένας τυφλός νόμος της φύσης, αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας εφαρμόζεται από τους παραγωγούς με πλήρη συνείδηση και μετατρέπεται από αιτία διαταραχής και περιοδικής κατάρρευσης στον πιο ισχυρό μοχλό της ίδιας της παραγωγής.

Οι δυνάμεις που δρουν κοινωνικά, δρουν ακριβώς όπως και οι δυνάμεις της φύσης: Στα τυφλά, βίαια, καταστρεπτικά, εφόσον δεν τις γνωρίζουμε και δεν τις υπολογίζουμε. Από τη στιγμή, όμως, που τις γνωρίζουμε και κατανοούμε τη δραστηριότητά τους, τις κατευθύνσεις τους, τις επιδράσεις τους, εξαρτάται μόνο από μας να τις υποτάξουμε όλο και περισσότερο στη βούλησή μας και να τις αξιοποιήσουμε για να πετύχουμε τους στόχους μας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις σημερινές, πανίσχυρες παραγωγικές δυνάμεις. Οσο αρνούμαστε επίμονα να κατανοήσουμε τη φύση και το χαρακτήρα τους - ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και οι υπερασπιστές του αντιτάσσονται στην κατανόηση αυτή - τόσο οι δυνάμεις αυτές θα επιδρούν παρά τη θέλησή μας, ενάντια σε μας και τόσο θα κυριαρχούν επάνω μας, όπως αναπτύξαμε εκτενώς. Από τη στιγμή, όμως, που κατανοούμε τη φύση τους, μπορούν να μεταβληθούν στα χέρια των συνεταιρισμένων παραγωγών από δαιμονικούς δεσπότες σε υπάκουους υπηρέτες. Είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στην καταστρεπτική βία του ηλεκτρισμού, στον κεραυνό της καταιγίδας και το δαμασμένο ηλεκτρισμό του τηλέγραφου, του ηλεκτρικού λαμπτήρα· σαν τη διαφορά ανάμεσα στην πυρκαγιά και τη φωτιά στην υπηρεσία του ανθρώπου. Με τη μεταχείριση αυτή των σημερινών παραγωγικών δυνάμεων σύμφωνα με την - επιτέλους, γνωστή - φύση τους, έρχεται στη θέση της αναρχίας της κοινωνικής παραγωγής μια κοινωνικά σχεδιασμένη ρύθμιση της παραγωγής σύμφωνα με τις ανάγκες του συνόλου, αλλά και του ατόμου. Ετσι, ο καπιταλιστικός τρόπος ιδιοποίησης, στον οποίο το προϊόν υποδουλώνει πρώτα τον παραγωγό, αλλά, μετά, και τον ιδιοποιητή, αντικαθίσταται από εκείνο τον τρόπο ιδιοποίησης των προϊόντων, που στηρίζεται στην ίδια τη φύση των σύγχρονων μέσων παραγωγής: Από τη μια, η άμεση κοινωνική ιδιοποίηση σαν μέσο για τη διατήρηση και την επέκταση της παραγωγής, από την άλλη η άμεση ατομική ιδιοποίηση στη μορφή των τροφίμων και των ευφραντικών. Αφού ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μετατρέπει όλο και περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους, δημιουργεί τη δύναμη που είναι αναγκασμένη να συντελέσει αυτή την ανατροπή, αν δε θέλει να καταστραφεί. Αφού σπρώχνει όλο και περισσότερο προς τη μετατροπή των μεγάλων, κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής σε κρατική ιδιοκτησία, δείχνει ο ίδιος το δρόμο προς τη διεξαγωγή αυτής της ανατροπής. Το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει πρώτα τα μέσα παραγωγής σε κρατική ιδιοκτησία. Ομως, μ' αυτό τον τρόπο αναιρεί τον εαυτό του σαν προλεταριάτο, αναιρεί όλες τις ταξικές διαφορές και ταξικές αντιθέσεις και μαζί μ' αυτό και το κράτος σαν κράτος. Η έως χώρα κοινωνία, που κινούνταν σε ταξικές αντιθέσεις, χρειαζόταν το κράτος, δηλαδή μια οργάνωση της εκάστοτε εκμεταλλεύτριας τάξης για τη διατήρηση των εξωτερικών τους όρων παραγωγής, επομένως ιδίως για τη βίαιη καταστολή της εκμεταλλευμένης τάξης κάτω από τις προϋποθέσεις της καταπίεσης, που είναι οι δοσμένοι από τον υπαρκτό τρόπο παραγωγής (δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία). Το κράτος ήταν ο επίσημος αντιπρόσωπος όλης της κοινωνίας, η σύνοψή της σ' ένα ορατό σωματείο, αλλά το κράτος ήταν αυτό μόνο στο βαθμό που ήταν το κράτος εκείνης της τάξης, η οποία αντιπροσώπευε όλη την κοινωνία στην εποχή της: Στην αρχαιότητα, το κράτος των δουλοκτητών πολιτών, στο Μεσαίωνα, το κράτος της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, στην εποχή μας, το κράτος της αστικής τάξης. Εφόσον γίνεται στο τέλος πραγματικά αντιπρόσωπος όλης της κοινωνίας, κάνει τον εαυτό του περιττό. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει πια κοινωνική τάξη που χρειάζεται να την κρατούν καταπιεσμένη, από τη στιγμή που θα έχουν παραμεριστεί η ταξική κυριαρχία και η ως τώρα στηριγμένη στην αναρχία της παραγωγής πάλη για την ατομική ύπαρξη, καθώς και μαζί μ' αυτά οι συγκρούσεις και οι παρεκτροπές, που πηγάζουν από την πάλη αυτή, τότε δεν υπάρχει πια τίποτα που χρειάζεται να κατασταλεί, τίποτα πια που δημιουργούσε την ανάγκη ύπαρξης μιας ειδικής δύναμης καταστολής, του κράτους. Η πρώτη πράξη, με την οποία το κράτος δρα πραγματικά σαν αντιπρόσωπος όλης της κοινωνίας - η κατάληψη των μέσων παραγωγής στο όνομα της κοινωνίας - αποτελεί ταυτόχρονα την τελευταία του αυτοτελή πράξη σαν κράτος. Η επέμβαση μιας κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται περιττή στον έναν τομέα μετά τον άλλο και έπειτα αδρανεί από μόνη της. Στη θέση της κυβέρνησης πάνω σε πρόσωπα, έρχεται η διαχείριση των πραγμάτων και η καθοδήγηση διαδικασιών παραγωγής. Το κράτος δεν «καταργείται», αλλά απονεκρώνεται. Μ' αυτό το κριτήριο πρέπει να μετρήσουμε την έκφραση «ελεύθερο λαϊκό κράτος»6, δηλαδή και σ' ό,τι αφορά την κατά καιρούς αγκιτατόρικη δικαίωσή του, αλλά και σ' ό,τι αφορά την οριστική επιστημονική του ανεπάρκεια. Επίσης μπορούμε να μετρήσουμε με αυτό το κριτήριο την απαίτηση των λεγόμενων αναρχικών να καταργηθεί το κράτος από τη μία μέρα στην άλλη.

Η κατάληψη όλων των μέσων παραγωγής από την κοινωνία αιωρούνταν συχνά σαν ιδανικό του μέλλοντος μπροστά στα μάτια μεμονωμένων ατόμων, αλλά και ολόκληρων αιρέσεων με περισσότερη ή λιγότερη σαφήνεια από τότε που εμφανίστηκε ιστορικά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.

Η κατάληψη αυτή, όμως, μπόρεσε να γίνει δυνατή, μπόρεσε να γίνει ιστορική αναγκαιότητα μόνο όταν είχαν δημιουργηθεί πλέον οι υλικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή της. Αυτή, όπως κάθε άλλη κοινωνική πρόοδος, είναι εφαρμόσιμη όχι με την κεκτημένη γνώση ότι η ύπαρξη τάξεων είναι αντίθετη με τη δικαιοσύνη, με την ισότητα κλπ., ούτε με τη θέληση και μόνο να καταργηθούν οι τάξεις αυτές, αλλά με ορισμένους νέους οικονομικούς όρους. Η διάσπαση της κοινωνίας σε μια εκμεταλλεύτρια και μια εκμεταλλευμένη, μια κυρίαρχη και μια καταπιεσμένη τάξη ήταν η αναγκαία συνέπεια της παλαιότερης χαμηλής ανάπτυξης της παραγωγής.

Οσο η συνολική κοινωνική εργασία παράγει μόνο ένα προϊόν, το οποίο είναι μόνο λίγο περισσότερο απ' αυτό που απαιτείται για την πενιχρή ύπαρξη όλων, όσο η εργασία θα απαιτεί όλο ή σχεδόν όλο το χρόνο της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών της κοινωνίας τόσο η κοινωνία θα διαιρείται αναγκαστικά σε τάξεις. Δίπλα σ' αυτή τη μεγάλη πλειοψηφία, που επιδίδεται αποκλειστικά στην εργασία, διαμορφώνεται μια τάξη απαλλαγμένη από την άμεσα παραγωγική εργασία, η οποία φροντίζει για τις κοινές υποθέσεις της κοινωνίας: Καθοδήγηση της εργασίας, κρατικές υποθέσεις, δικαιοσύνη, επιστήμη, τέχνες κλπ. Επομένως, ο νόμος του καταμερισμού εργασίας είναι η βάση της ταξικής διαίρεσης. Αυτό, όμως, δε σημαίνει καθόλου ότι η ταξική αυτή διαίρεση δεν έχει επιβληθεί με τη βία και τη ληστεία, την πονηριά και την απάτη και ότι η κυρίαρχη τάξη, μια και βρίσκεται στην εξουσία, δεν έχει παραλείψει ποτέ να εμπεδώσει την κυριαρχία της σε βάρος της εργαζόμενης τάξης και να μεταβάλει την ηγεσία της κοινωνίας σε εκμετάλλευση των μαζών. Ωστόσο, αν, σύμφωνα μ' αυτά, η διαίρεση σε τάξεις έχει μια κάποια ιστορική δικαίωση, τότε την έχει αυτή μονάχα για ένα δοσμένο χρονικό διάστημα, για δοσμένους κοινωνικούς όρους. Στηρίχτηκε στην ανεπάρκεια της παραγωγής. Θα τη σαρώσει η πλήρης ανάπτυξη των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων. Και πράγματι: Η κατάργηση των κοινωνικών τάξεων προϋποθέτει μια ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης, στην οποία έχει γίνει αναχρονισμός, έχει παλαιώσει, όχι απλώς η ύπαρξη της τάδε ή δείνα κυρίαρχης τάξης, αλλά το ίδιο το φαινόμενο μιας κυρίαρχης τάξης, επομένως της ίδιας της ταξικής διαφοράς. Προϋποθέτει, επομένως, μια βαθμίδα ανάπτυξης της παραγωγής, στην οποία η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής και των προϊόντων και, μαζί μ' αυτά, και της πολιτικής κυριαρχίας, του μονοπωλίου της μόρφωσης και της πνευματικής καθοδήγησης από μια ειδική κοινωνική τάξη δεν έχει γίνει μονάχα περιττή, αλλά και, από οικονομική, πολιτική και διανοητική άποψη, ένα εμπόδιο για την ανάπτυξη. Φτάσαμε σ' αυτό το σημείο. Η πολιτική και διανοητική χρεοκοπία της αστικής τάξης δεν είναι μυστικό ούτε πια για τον εαυτό της και η οικονομική της χρεοκοπία επαναλαμβάνεται κάθε δέκα χρόνια. Σε κάθε κρίση, η κοινωνία πνίγεται κάτω από τον όγκο των δικών της παραγωγικών δυνάμεων και προϊόντων, δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει και βρίσκεται αβοήθητη μπροστά στην παράλογη αντίφαση ότι οι παραγωγοί δεν έχουν να καταναλώσουν τίποτα ελλείψει καταναλωτών. Η επεκτατική δύναμη των μέσων παραγωγής ανατινάζει τα δεσμά, τα οποία τους έχει βάλει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Η απελευθέρωσή τους από τα δεσμά αυτά είναι η μόνη προϋπόθεση μιας αδιάκοπης, όλο και ταχύτερης, ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και, μαζί μ' αυτό, μιας ουσιαστικά απεριόριστης αύξησης της ίδιας της παραγωγής. Δε φτάνει, όμως, αυτό. Η κοινωνική ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής δεν παραμερίζει μονάχα την τεχνητή παρακώλυση της παραγωγής, που υπάρχει τώρα, αλλά και την πραγματική σπατάλη και καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων και προϊόντων, η οποία σήμερα συνοδεύει αναπόφευκτα την παραγωγή και φτάνει το αποκορύφωμά της στις κρίσεις. Επιπλέον, απελευθερώνει ένα πλήθος από μέσα παραγωγής και προϊόντα για το σύνολο, παραμερίζοντας την ανόητη σπατάλη πολυτελείας των σήμερα κυρίαρχων τάξεων και των πολιτικών τους αντιπροσώπων. Η δυνατότητα να εξασφαλιστεί, μέσω της κοινωνικής παραγωγής, σ' όλα τα μέλη της κοινωνίας, μια υλική ύπαρξη, η οποία δεν είναι μόνο τελείως επαρκής από υλική άποψη και γίνεται κάθε μέρα πλουσιότερη, αλλά και τους εγγυάται την ολοκληρωμένη ελεύθερη καλλιέργεια και ενεργοποίηση των σωματικών και πνευματικών τους ικανοτήτων, αυτή η δυνατότητα υπάρχει τώρα για πρώτη φορά, αλλά υπάρχει. Μερικοί αριθμοί μπορούν να δώσουν, κατά προσέγγιση, μια ιδέα της τεράστιας επεκτατικής δύναμης των σύγχρονων μέσων παραγωγής, ακόμα κάτω από καπιταλιστική πίεση. Σύμφωνα με τον πιο καινούργιο υπολογισμό του Γκίφεν (Giffen)7, ο συνολικός πλούτος της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας ανήλθε σε στρογγυλούς αριθμούς σε:

1814 - 2.200 εκατομμύρια λίρες στερλίνες = 44 δισ. μάρκα

1865 - 6.100 εκατομμύρια λίρες στερλίνες = 122 δισ. μάρκα

1875 - 8.500 εκατομμύρια λίρες στερλίνες = 170 δισ. μάρκα

Σ' ό,τι αφορά την καταστροφή μέσων παραγωγής και προϊόντων σε κρίσεις, το δεύτερο συνέδριο των Γερμανών βιομηχάνων, που έγινε στο Βερολίνο, στις 21 Φλεβάρη 1878, υπολόγισε τη συνολική απώλεια της γερμανικής σιδηροβιομηχανίας μονάχα, στο τελευταίο κραχ, σε 455 εκατ. μάρκα.

Με την κατάληψη των μέσων παραγωγής από την κοινωνία, παραμερίζεται η παραγωγή εμπορευμάτων και, μαζί μ' αυτή, και η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στους παραγωγούς. Η αναρχία μέσα στην κοινωνική παραγωγή αντικαθίσταται από μια σχεδιασμένη, συνειδητή οργάνωση. Σταματάει ο αγώνας για την ατομική ύπαρξη. Μόνο τότε ο άνθρωπος βγαίνει, κατά κάποια έννοια οριστικά, από το βασίλειο των ζώων και περνάει από ζωώδεις όρους ζωής σε πραγματικά ανθρώπινους. Το σύνολο των συνθηκών ζωής, που περιβάλλουν τους ανθρώπους και που, ως τώρα, κυριαρχούσαν πάνω στους ανθρώπους, μπαίνει τώρα κάτω από την κυριαρχία και τον έλεγχο των ανθρώπων, οι οποίοι γίνονται τώρα, για πρώτη φορά, οι συνειδητοί, πραγματικοί κύριοι της φύσης, επειδή ακριβώς γίνονται κύριοι της δικής τους κοινωνικοποίησης. Οι νόμοι της δικής τους κοινωνικής δραστηριότητας, οι οποίοι μέχρι τώρα ορθώνονταν απέναντί τους σαν ξένοι νόμοι της φύσης, που τους κυριαρχούσαν, θα εφαρμόζονται τότε από τους ανθρώπους με πλήρη γνώση των πραγμάτων και έτσι θα κυριαρχούνται απ' αυτούς. Η κοινωνικοποίηση των ίδιων των ανθρώπων, η οποία βρισκόταν απέναντί τους μέχρι τώρα σαν κάτι που τους παραχώρησαν η φύση και η ιστορία, γίνεται τώρα η δική τους ελεύθερη πράξη. Οι αντικειμενικές, ξένες δυνάμεις, που μέχρι τώρα κυριαρχούσαν στην ιστορία, μπαίνουν κάτω από τον έλεγχο των ίδιων των ανθρώπων. Μόνο από κει και πέρα οι ίδιοι οι άνθρωποι θα διαμορφώνουν την ιστορία τους με πλήρη συνείδηση. Μόνο από κει και πέρα οι κοινωνικές αιτίες, που τέθηκαν σε κίνηση από τους ανθρώπους, θα έχουν, κατά κύριο λόγο και σε όλο και αυξανόμενο βαθμό, τα ηθελημένα αποτελέσματα. Είναι το άλμα της ανθρωπότητας από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας.

Ιστορικό καθήκον του σύγχρονου προλεταριάτου είναι να εκτελέσει αυτή την κοσμοαπελευθερωτική πράξη. Να εξερευνήσει τους ιστορικούς όρους και, μαζί μ' αυτό, την ίδια τη φύση τους. Να κάνει τη σήμερα καταπιεσμένη τάξη, που έχει καθήκον να δράσει, να συνειδητοποιήσει τους όρους και τη φύση της δικής της δράσης - να το καθήκον της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος, του επιστημονικού σοσιαλισμού.

1. Ο Ενγκελς παραπέμπει εδώ στην πραγματεία του «Η συνοριακή περιοχή (Mark)» (MEW, τόμ. 19, σελ. 317-330, γερμανική έκδοση).

2. Οι εμπορικοί πόλεμοι του 17ου και του 18ου αιώνα - μια σειρά πολέμων ανάμεσα στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά κράτη για την ηγεμονία στο εμπόριο με την Ινδία και την Αμερική, καθώς και για την κατάκτηση των αποικιακών αγορών. Αρχικά, οι κυριότερες μεταξύ τους ανταγωνιζόμενες χώρες ήταν η Αγγλία και η Ολλανδία (χαρακτηριστικοί εμπορικοί πόλεμοι ήταν οι αγγλο-ολλανδικοί πόλεμοι των 1652-1654, 1664-1667 και 1672-1674) και, αργότερα, η Αγγλία και η Γαλλία. Η Αγγλία βγήκε νικήτρια απ' όλους αυτούς τους πολέμους. Στο τέλος του 18ου αιώνα, η χώρα αυτή συγκέντρωνε στα χέρια της σχεδόν όλο το παγκόσμιο εμπόριο.

3. Γάλλος ουτοπικός σοσιαλιστής.

4. Βλ. Σαρλ Φουριέ, «Ο νέος βιομηχανικός και κοινωνιστικός κόσμος...», στο «Απαντα», τόμ. 6, Παρίσι, 1845, σελ. 393-394, γαλλική έκδοση.

5. Το θαλάσσιο εμπόριο - μια πρωσική εταιρεία θαλάσσιου εμπορίου (η επίσημη ονομασία μέχρι το 1904 ήταν: Γενική Διεύθυνση της Εταιρείας Θαλάσσιου Εμπορίου). Ιδρύθηκε το 1772 σαν εταιρεία εμπορικής πίστωσης και εξοπλίστηκε με μια σειρά σημαντικών κρατικών προνομίων. Η εταιρεία έθεσε μεγάλα δάνεια στη διάθεση της κυβέρνησης και έπαιξε ντε φάκτο το ρόλο του τραπεζίτη και του μεσίτη της. Το 1820, ανακηρύχθηκε σε χρηματικό και εμπορικό ινστιτούτο του πρωσικού κράτους και, το 1904, μετατράπηκε στο Βασιλικό Θαλάσσιο Εμπόριο (Πρωσική Κρατική Τράπεζα).

6. Το «Ελεύθερο Λαϊκό Κράτος» ήταν «προγραμματική απαίτηση και σύνηθες σύνθημα των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών της δεκαετίας του '70» (Λένιν). Ο Μαρξ, στο Μέρος IV των «Σημειώσεων σχετικά με το πρόγραμμα του γερμανικού εργατικού κόμματος», («Κριτική του Προγράμματος της Γκότα») και ο Ενγκελς, στο γράμμα του στον Μπέμπελ στις 18-20 Μαρτίου 1875, δίνουν μια κριτική του συνθήματος αυτού (MEW, τόμ. 19, σελ. 27-32 και 6-7, γερμανική έκδοση). Συγκρίνετε και την εργασία του Λένιν «Κράτος και Επανάσταση», Κεφ. I, 4 και Κεφάλαιο IV, 3 («Εργα», τόμ. 25, σελ. 407-413 και 453-455, γερμανική έκδ.).

7. Οι αριθμοί, που δημοσιεύονται εδώ, σχετικά με το συνολικό ποσό όλου του πλούτου της Μ. Βρετανίας και της Ιρλανδίας, προέρχονται από την εισήγηση του Ρόμπερτ Γκίφεν (Robert Giffen) για τη συσσώρευση του κεφαλαίου στο Ηνωμένο Βασίλειο («Πρόσφατες συσσωρεύσεις κεφαλαίου στο Ηνωμένο Βασίλειο»), που παρουσιάστηκε στις 15 Γενάρη 1878 στη Στατιστική Λέσχη και τυπώθηκε στην Εφημερίδα της Στατιστικής Λέσχης (Journal of the Statistical Society), του Λονδίνου, το Μάρτη του 1878.




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org